ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑ 

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

 Ι' ΜΕΡΟΣ 

 

ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑ

 

  37. "Οι Χριστιανοί κατέστρεψαν την Αρχαία Ελλάδα και οδήγησαν τον πολιτισμό της και την δύναμή της στο τέλος του, παίρνοντας το μέρος των εχθρών του Ελληνισμού".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Το ότι οι Ειδωλολάτρες Ρόδιοι συμμαχούσαν με τους Ειδωλολάτρες Ρωμαίους, το ότι στη μάχη στις Κυνός Κεφαλές μεταξύ Ρωμαίων και Ελλήνων Μακεδόνων οι Ειδωλολάτρες Ρωμαίοι παρέταξαν στρατό 26.000,  εκ των οποίων 6000 ήταν παγανιστές Αιτωλοί, 1200 παγανιστές Αθαμάνες (Θεσσαλοί) και 500 παγανιστές Κρήτες (σταλμένοι εκ μέρους της Σπάρτης) (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Ε', σ. 44), μήπως όλα αυτά δείχνουν πως οι παγανιστές ήταν προδότες του Ελληνισμού μια και συμμαχούσαν με τον ξένο, ομόδοξο με αυτούς εισβολέα; Γιατί οι Νεοπαγανιστές δεν απολογούνται για τις προδοτικές εναντίον της Ελλάδας πράξεις των Παγανιστών προγόνων τους; Γιατί οι Νεοπαγανιστές δεν ζητάνε συγγνώμη που οι Παγανιστές Αθηναίοι, (όπως και οι Παγανιστές Σμυρναίοι και οι Παγανιστές της Μιλήτου) είχαν χτίσει ναό στη Θεά Ρώμη (πάνω στην Ακρόπολη) και λάτρευαν μια πόλη που ετοιμαζόταν να εισβάλει στην Ελλάδα;  Η λατρεία της Ρώμης ασκούνταν από τους ίδιους Παγανιστές Έλληνες ιερείς που ασκούσαν την λατρεία των Ολύμπιων θεών. (Λέγεται πως οι εθνικοί ιερείς εκλέγονταν και δεν υπήρχε κάστα ιερέων κατά την παγανιστική εποχή. Τότε γιατί το πανάρχαιο γένος των Ευμολπίδων για 2 περίπου χιλιετίες διετήρησε το προνόμιο της πρωθιερουργίας στα Μυστήρια; Τότε γιατί το Αθηναϊκο γένος των Λυκομιδών διατηρούσε το κληρονομικό προνόμιο της διαδουχίας; Τα μυστήρια των Φλυών ανήκαν στην οικογένεια των Λυκομιδών˙ την ιέρεια της Αθηνάς Πολιάδας και τον ιερέα του Ποσειδώνα στο Ερέχθειο τους έπαιρναν από τους Ετεοβουτάδες (M. Nilsson, Η Αρχαία Ελληνική Θρησκεία, εκδ. Παπαδήμα, σ. 260). Το προνόμιο της αριστοκρατίας, η εξήγηση των άγραφων παραδόσεων, στην Αθήνα επέζησε. Οι εξηγητές των ιερών νόμων ήταν πάντα μέλη της αριστοκρατίας, είτε τους είχε εξελέξει ο λαός είτε τους είχαν υποδείξει οι Δελφοί (M. Nilsson, Η Αρχαία Ελληνική Θρησκεία, εκδ. Παπαδήμα, σ. 257). Στην Αθήνα συνέβαινε συχνά οι κάτοχοι του ιερατικού αξιώματος για μιαν ορισμένη λατρεία να περιορίζονται στα μέλη μιας ορισμένης οικογένειας.)

Σύμφωνα με ένα ψήφισμα της πόλης της Στρατονίκειας (2ος μ.Χ. αι) «υπέρ της των κυρίων Ρωμαίων αιωνίου αρχής μεριμνεί ο Δίας» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ', σ. 566). Τόσο γραικύλοι ήταν οι Ειδωλολάτρες της Ελλάδας λοιπόν που δεν δίσταζαν να συμμαχήσουν με τους εισβολείς.

Γιατί οι Νεοειδωλολάτρες δε βγάζουν μιλιά που οι Παγανιστές Ρωμαίοι, οι κατακτητές της Ελλάδας, άρπαξαν 500 χάλκινους ανδριάντες ανθρώπων και θεών (Ελλάδος Περιήγησις, 10, 7,1) από τον ιερό για τους Νεοπαγανιστές τόπο των Δελφών, αλλά ωρύονται για ανάλογες πράξεις των χριστιανών Βυζαντινών που τα πήγαιναν στην Κωνσταντινούπολη; Μήπως επειδή οι πρώτοι είχαν την ίδια θρησκεία με αυτούς, και γι' αυτό τους τα συγχωρούν όλα;

            Περιμένουμε λοιπόν από τους αυτοαποκαλούμενους «Έλληνες Εθνικούς», αφού ισχυρίζονται ότι μόνο αυτοί είναι «οι πραγματικοί Έλληνες», να ζητήσουν λόγο από τους Ιταλούς Νεοπαγανιστές, και μάλιστα να απαιτήσουν από αυτούς δημόσια συγγνώμη για τις αρπαγές καλλιτεχνημάτων, αγαλμάτων, και για τις λοιπές προσβολές των Αρχαίων Λατίνων Ειδωλολατρών προγόνων τους κατά των Ελλήνων προγόνων μας. Αλλά αυτό σα δύσκολο φαίνεται, μια που οι Νεοπαγανιστές έχουν κατά νου την πανευρωπαϊκή νεοειδωλολατρική επίθεση κατά των Χριστιανών.

            Θα δικαιολογηθούν οι «Ελληνες Εθνικοί» λέγοντας ότι, για τις καταστροφές αυτές δεν έφταιγε ο λαός (των Ρωμαίων Εθνικών), αλλά η εξουσία (των Ρωμαίων Εθνικών). Παραδόξως, όταν οι Χριστιανοί ισχυρίζονται ότι, για τις διώξεις κατά των Παγανιστών δεν έφταιγε ο λαός (Χριστιανοί), αλλά τα διατάγματα της εξουσίας (των Χριστιανών ηγεμόνων), τότε χλευάζουν και αρνούνται τέτοιες «φθηνές δικαιολογίες». Πώς τα φέρνει η Τύχη, να δικαιολογούνται κι αυτοί έτσι!

            Σε ψήφισμα των Ελλήνων Ειδωλολατρών του «Κοινού της Ασίας», με το οποίο αποφασίστηκε να ονομαστεί ο πρώτος μήνας του έτους «Καίσαρας» και να καθιερωθεί πρώτη μέρα του έτους η μέρα των γενεθλίων του αυτοκράτορα Αύγουστου (21 Σεπτεμβρίου), η παρουσία του Αύγουστου  στον κόσμο προβάλλεται ως έργο της Θείας Πρόνοιας, ο ίδιος δε ο Αύγουστος ως ο μεγαλύτερος ευεργέτης της ανθρωπότητας (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε. τ. ΣΤ', σ.568). Ύστερα από τα παραπάνω, λόγο οι Νεοπαγανιστές για τον Ευσέβειο Καισάρειας; Θεία Πρόνοια η ρωμαϊκή κατάκτηση σύμφωνα με τους Έλληνες Εθνικούς.

Βέβαια, το μαύρο τους το χάλι είχαν οι ειδωλολάτρες Έλληνες, γι' αυτό και τους κατέκτησαν τόσο εύκολα οι Ρωμαίοι. Στις παγανιστικές εορτές των Ισθμίων του 196π.Χ. οι ειδωλολάτρες Έλληνες χειροκροτούσαν και δάκρυζαν από χαρά όταν ο Τίτος Κόιντος Φλαμινίνος ανακήρυξε την ελευθερία της Ελλάδας  (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Ε', σ. 51). Ο στόλος των Αθηναίων ειδωλολατρών είχε ενωθεί με τον ρωμαϊκό και πολεμούσαν κατά των Ελλήνων Μακεδόνων. Μήπως και γι' αυτήν την υποδούλωση φταίνε οι «ιουδαιοχριστιανοί»; Τι φταίει ο Χριστιανισμός αν οι ειδωλολάτρες Αθηναίοι είχαν φτάσει στο έσχατο σκαλί της παρακμής επιτρέποντας μονομαχίες στο θέατρο του Διόνυσου κάτω από την Ακρόπολη; Τι φταίνε οι Χριστιανοί που από το 170 π.Χ. οι ειδωλολάτρες Έλληνες διοργάνωναν αγώνες προς τιμή της πόλης της Ρώμης; Γιατί οι Ειδωλολάτρες Έλληνες μετά το 60 π.Χ. ώς το 330 μ.Χ., δηλαδή επί 400 χρόνια δεν κούνησαν το δακτυλάκι τους, δεν έκαναν καμμία εξέγερση αναντίον των παγανιστών Ρωμαίων, ενώ οι Χριστιανοί Έλληνες μετά το 1453 έκαναν πάνω από 70 εξεγέρσεις κατά των Τούρκων; Το μαύρο του το χάλι είχε ο παγανισμός που δε μπόρεσε να εμπνεύσει κινήματα εξέγερσης στον κατακτητή, κι έτσι οι ειδωλολάτρες Έλληνες θεοποιούσαν και λάτρευαν Ρωμαίους Αυτοκράτορες (τους κατακτητές της Ελλάδας!), Τιβέριο, Αύγουστο, Τραϊανό, Νέρωνα, Καλιγούλα (!), Καρακάλα και μια ντουζίνα άλλους, χτίζοντας ναούς τους και διοργάνωναν αγώνες προς τιμή τους  (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ', σ.569).   

Οι Ελληνες ειδωλολάτρες αποκαλούσαν τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Αδριανό μεταξύ άλλων «νέον Διόνυσον» και «Πανελλήνιον αρχηγέτην»  (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ’, σ. 568).

Σύμφωνα με τους Ειδωλολάτρες οι αυτοκράτορες της Ρώμης είναι «μέγιστοι και ανίκητοι», «θειότατοι και φιλανθρωπότατοι», «σωτήρες του κόσμου», «πατέρες σύμπαντος του ανθρώπων γένους», «κύριοι παντός του κόσμου» (ο Νέρωνας), «επόπται γης και θαλάσσης».

            Χαρά και αγαλλίαση έφερε στους Πολυθεϊστές η ενηλικίωση του Καλιγούλα και γι’ αυτό η ημέρα αυτή καθιερώνεται ως γιορτή, που πρέπει να εορτάζεται κάθε χρόνο με ιδιαίτερη λαμπρότητα, με θυσίες και ευχές (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ’, σ. 569).

Τη θέσπιση λατρείας της θεάς Ρώμης αποφάσισαν οι Παγανιστές Μιλήσιοι από ευγνωμοσύνη προς τους Ρωμαίους. Ο αρμόδιος παγανιστής ιερέας οφείλει να τελεί θυσίες στη Θεά Ρώμη κάθε μήνα. Μια φορά το χρόνο οφείλει επίσης να θυσιάζει στη Θεά Ρώμη ο ανώτατος άρχων της πόλεως, και μια άλλη φορά όλοι οι άρχοντες (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ’, σ. 566).

Η Σμύρνη πρώτη θέσπισε τη λατρεία της Θεάς Ρώμης το 195 π.Χ. Το γεγονός αυτό επικαλέστηκαν οι Σμυρναίοι ειδωλολάτρες μάλιστα, δύο αιώνες αργότερα, το 26 μ.Χ. στην Σύγκλητο της Ρώμης, για να δοθεί σ’ αυτούς το «προνόμιο» να χτίσουν ναό στον αυτοκράτορα Τιβέριο (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε. τ. ΣΤ’ σ.566).

Η λατρεία του... απελευθερωτή της Ελλάδας, και σύμφωνα με τους Έλληνες Εθνικούς, Θεού Τίτου Κόιντου Φλαμινίνου, άρχισε αμέσως μετά το 196 π.Χ., και ακόμη και στους χρόνους του Πλούταρχου, αρχές 2ου αι. μ.Χ. λάμβανε χώρα (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ', σ.566). Επί τριακόσια χρόνια οι Παγανιστές απέδιδαν θεϊκές τιμές λατρείας στον «θεό» που υποδούλωσε την Ελλάδα. Αυτό θα πει πατριωτισμός. Ρωμαϊκός. Όχι, δεν ήταν «Ρωμηοί», οι Ειδωλολάτρες, αλίμονο! Ήταν Γρακύλοι Ρωμαίοι με τους ομόθρησκούς τους Λατίνους Παγανιστές. Φυσικά, αφού η θρησκεία τους ήταν η ίδια, με ίδιους θεούς, πώς θα γινόταν να πολεμήσουν κατά των ομόθρησκων Λατίνων; Οι Ορθόδοξοι, όμως, πολεμούσαν κατά των αλλόθρησκων Μουσουλμάνων.

Φυσικά, είναι άτοπο να πει κανείς ότι όλα αυτά τα ζητούσαν οι ίδιοι οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, γι' αυτό και δε μπορούσαν να κάνουν αλλιώς οι Ειδωλολάτρες της Ελλάδας. Είναι εξακριβωμένο πως δεν τα ζητούσαν (π.χ. ο Τιβέριος δυσφόρησε με τη θεοποίησή του από τους Έλληνες), κι όμως οι Ειδωλολάτρες τα προσέφεραν από πνεύμα δουλείας. Ακόμα όμως κι αν τα ζητούσαν οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, αν οι Ελληνες ειδωλολάτρες είχαν τουλάχιστον κάποιο φιλότιμο, δε θα θεοποιούσαν από το 195 π.Χ., πριν ακόμα κατακτηθεί η Ελλάδα, οπότε δεν έχουν δικαιολογία ότι «τους εξανάγκασαν», την Ρώμη και τους αρχηγούς της (στρατηγούς και μετά αυτοκράτορες). Τουλάχιστον δε θα προσφωνούσαν οι Ειδωλολάτρες της Ελλάδας τους Ρωμαίους αυτοκράτορες ως «μέγιστος και ανίκητος» ή «σωτήρας του κόσμου» ή «πατέρας σύμπαντος του ανθρώπων  γένους», ούτε θα γιόρταζαν τα γενέθλια και την ενηλικίωση του κατακτητή της πατρίδας τους (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ', σ. 566 και 569).    

Το μαύρο τους το χάλι είχαν οι Ειδωλολάτρες που κληροδοτούσαν τα ελληνικά κράτη τους στην Ρώμη (133 π.Χ. ο Ατταλος Γ' την Πέργαμο, το 75 π.Χ. ο Νικομήδης Γ' την Βιθυνία) (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Ε', σ. 181) και λένε οι Ν/Π ότι για την παρακμή του αρχαιοελληνικού κόσμου, γι' αυτήν την δουλοπρέπεια των ειδωλολατρών Ελλήνων φταίει ο Χριστιανισμός;   

Ας δείξουν αν μπορούν οι Νεοπαγανιστές ιερείς ειδωλολάτρες εθνομάρτυρες που σφάχτηκαν από Ρωμαίους Εθνικούς. Δεν μπορούν, γιατί όλοι ήταν Ρωμαιολάτρες – κι ύστερα κατηγορούν επί Ρωμαϊσμώ την Εκκλησία – κι όμως βγάζουν και γλώσσα για τους συνολικά 6.000 μοναχούς, παπάδες, επίσκοπους, πατριάρχες που έπεσαν θύματα του μίσους των Τούρκων. Που κατήντησαν, οι ρωμαιολάτρες Εθνικοί να κατηγορούν για ξενοδουλεία την Εκκλησία.

Αλλά και νωρίτερα, στους Περσικούς Πολέμους, οι Σπαρτιάτες ειδωλολάτρες έβαλαν την ειδωλολατρική θρησκεία τους πάνω από την ελευθερία της Ελλάδας, και όταν οι Αθηναίοι τους παρακάλεσαν να στείλουν στρατό στο Μαραθώνα, αυτοί αρνήθηκαν επειδή η θρησκεία τούς απαγόρευε να  εκστρατεύουν πριν την πανσέληνο (Ηρόδοτος, 6, 106)  Ποιοι έθεταν τη θρησκεία εναντίον των συμφερόντων του έθνους; Το 480 π.Χ. το μαντείο των Δελφών, προφανώς για να εμψυχώσει το έθνος πριν τη μάχη, έδωσε χρησμό με τον οποίο προέβλεπε συμφορά και αφανισμό των Ελλήνων (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Β', σ. 320). Οι ειδωλολάτρες Θάσιοι,  Αιγινίτες, Θεσσαλοί, Λοκροί, Βοιωτοί και Θηβαίοι έδωσαν γη και ύδωρ στον ξένο εισβολέα. Οι Πολυθεϊστές Αργείοι δεν έλαβαν μέρος στους Μηδικούς πολέμους.

Με καμάρι γράφουν οι Νεοπαγανιστές «Οι Έλληνες κυριαρχούν στην «νικήτρια» Ρώμη». Κι επεξηγούν, έναν εκ των τρόπων που κυριάρχησαν:

Ιδιαιτέρως από την εποχή του Κλαυδίου (41 - 54 μ.Χ.), οι Έλληνες, όχι μόνον αποκτούν τον τίτλο του Ρωμαίου πολίτου, αλλά, επιπλέον, πάρα πολλοί από αυτούς καταλαμβάνουν πολύ σημαντικές κοινωνικές και διοικητικές θέσεις μέσα στην Αυτοκρατορία:

Ύπατοι

Τιβέριος Ιούλιος Κέλσος Πολεμαιανός εξ Εφέσσου,
το έτος 91, Γαϊος Ιούλιος Αντίοχος Επιφανής Φιλόπαππος,
το 109, Τιβέριος Ιούλιος Ακύλας Πολεμαιανός,
το 110, Φλάβιος Αρριανός,
το 129, Ηρώδης Αττικός,
το 143, Αύλος Κλαύδιος Χάραξ εκ Περγάμου,
το 147, Μάρκος Αντώνιος Ζήνων,
το 148, Γαϊος Ιούλιος Σεβήρος,
το 155, Τιβέριος Κλαύδιος Ιουλιανός εξ Εφέσσου,
το 159, Μάρκος Πομπήϊος Μακρίνος,
το 160, Ατίλιος Λεύκιος Βιβούλλιος Ρήγιλλος,
το 185 και Τιβέριος Αριστοκλής

ανθύπατοι
Μάρκος Πομπήϊος Μακρίνος Νέος Θεοφάνης, ανθύπατος Ασίας το 170),

δήμαρχοι
Γάϊος Ιούλιος Ευρυκλής Ηρκλανός από την Σπάρτη,

διοικητές επαρχιών και αυτοκρατορικοί επίτροποι
Πομπήϊος Μάρκος του Θεοφάνους,
Γάϊος Ιούλιος Σεβήρος,
Φλάβιος Αρριανός,
Αύλος Κλαύδιος Χάραξ,
Μάρκος Κάσσιος Απρωνιανός,
Αππιανός εξ Αλεξανδρείας,


συγκλητικοί
Γάϊος Ιούλιος Ευρυκλής Ηρκλανός από την Σπάρτη,
Κλαύδιος Τιτιανός από τα Πάταρα,
Λεύκιος Φλάβιος Σουλπικιανός Δωρίων από την Κρήτη,
Τιβέριος Κλαύδιος Αγριππίνος από τα Πάταρα,
Ατίλιος Λεύκιος Βιβούλιος Ρήγιλλος,
Τιβέριος Κλαύδιος Αριστοκλής από την Πέργαμο,
Κάσσιος Δίων Κοκκηϊανός από τη Νίκαια της Βιθυνίας,

στρατηγοί (σημ. !!!)
Γάϊος Ιούλιος Ευρυκλής Ηρκλανός,

ιατροί ή σύμβουλοι αυτοκρατόρων
Γαϊος Στερτίνος Ξενοφών από την Κώ,
Καλλίστρατος,
Φιλόστρατος,
Νάρκισσος,
Πάλλας,
Κλέανδρος,

χιλίαρχοι (!)
Τιβέριος Κλαύδιος Κλεώνυμος από την Κώ,
Αύλος Κλαύδιος Χάραξ.

Αυτοί οι Φαναριώτες Παγανιστές αξιωματούχοι του κράτους που υπεδούλωσε την Ελλάδα είναι προφανώς λόγος υπερηφάνειας για τους Νεοπαγανιστές, ενώ, όταν οι ίδιοι Νεοπαγανιστές μιλούν για τους Οθωμανούς αξιωματούχους ελληνικής καταγωγής, τότε τους πιάνει η εθνική αξιοπρέπειά τους! Προφανώς, διότι οι Ελληναράδες Παγανιστές αξιωματούχοι της Ρώμης ήταν Εθνικοί, ενώ οι Φαναριώτες είχαν την ατυχία να είναι «Χατζηέλληνες».  Αφού λοιπόν, χαίρονται οι Νεοπαγανιστές με τους φιλοΡωμαίους Παγανοφαναριώτες τους, να το καλοσκεφτούν την επόμενη φορά που θα αποκαλέσουν «προδότες» τους Έλληνες που ελάμβαναν αξιώματα επί τουρκοκρατίας. 

Βέβαια, θλιβόμαστε που δεν μπορούν να λάβουν πια τέτοιους τιμητικούς τίτλους οι «Έλληνες Εθνικοί». Δυστυχώς παρενεβλήθη ο «ιουδαιοχριστιανισμός» και η καρριέρα των Παγανοφαναριωτών έληξε άδοξα. Όταν λοιπόν μερικοί Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται ότι η Ειδωλολατρία έσωσε τον Ελληνισμό, η μόνη απάντηση είναι η παράθεση των ειδωλολατρικών προδοσιών. Τα παραπάνω δεν αναφέρθηκαν για να μειωθεί η προσφορά των αρχαίων προγόνων μας στην φιλοσοφία και την άμεση δημοκρατία. Αναφέρθηκαν για να πάψουν μερικοί να πιστεύουν στα σοβαρά πως η προδοσία κατά του έθνους ανακαλύφθηκε από τους Χριστιανούς. Προδότης μπορεί να γίνει ο καθένας, θρήσκος ή άθρησκος, πλούσιος ή φτωχός. 

Γιατί λοιπόν οι Παγανιστές κατηγορούν το Χριστιανισμό, τους παπάδες, τον Πατριάρχη κλπ για «προδοσία», αφού οι Αρχαίοι Παγανιστές διέπραξαν όχι απλώς τα ίδια, αλλά χειρότερα; Μήπως θα πουν το φοβερό επιχείρημα πως τότε δεν είχαν «εθνική συνείδηση» οι Αρχαίοι Έλληνες; Ε τότε, παρομοίως, δεν είχαν ούτε και οι Έλληνες της Τουρκοκρατίας, οπότε ας μην τους αποκαλούν «προδότες» όταν συνεργαζόταν με Τούρκους, όπως οι Αρχαίοι Παγανιστές συνεργάζονταν με Παγανιστές Ρωμαίους κατακτητές. Αν δε το δεχτούν ούτε κι αυτό οι Νεοπαγανιστές, αποδεικνύονται διπρόσωποι υποκριτές, έχοντας δύο μέτρα και δύο σταθμά.

Οι Νεοπαγανιστές, θα αντιπούν πως τις προδοσίες τις διέπραξαν οι «άρχοντες» και «οι ηγεσίες» των Αρχαίων κι όχι οι Εθνικοί δηλαδή ο απλός λαός των Αρχαίων. Όταν οι ηγεσίες των Χριστιανών διαπράττουν προδοσίες, τότε οι Νεοπαγανιστές αποκαλούν όλους τους Χριστιανούς «προδότες», ενώ όταν οι ηγεσίες των Εθνικών διαπράττουν προδοσίες, τότε οι Νεοπαγανιστές δεν αποκαλούν όλους τους Εθνικούς «προδότες». Περίεργους ορισμούς του «Εθνικού» και του «Χριστιανού» έχουν οι Παγανιστές, πράγματι! «Εθνικός» γι’ αυτούς σημαίνει μόνον τον λαό  (ώστε να μην φταίνε οι «Εθνικοί» για τις προδοσίες τους), ενώ «Χριστιανός» σημαίνει και την ηγεσία και τον λαό (ώστε να φταίνε γενικά «οι  Χριστιανοί» για τυχόν προδοσίες της ηγεσίας τους). Τέτοιους ακροβατισμούς στην Ιστορία κάνουν οι Νεοπαγανιστές, τέτοιες σοφιστείες χρησιμοποιούν, για να στηρίξουν την άποψή τους.

Γιατί οι φιλορωμαίοι & αντιρωμιοί Νεοπαγανιστές δεν κατηγορούν τους Παγανιστές Ρωμαίους  που ερήμωσαν την Ήπειρο και την Κόρινθο; Λόγω ομοδοξίας; Γιατί δεν κατηγορούν τον Ρωμαίο Εθνικό Σύλλα που κατεδάφισε τα αθηναϊκά τείχη, κατέστρεψε τον Πειραιά και κατέσφαξε τους Αθηναίους; Μόνο για την «καταστροφή της αρχαίας Ελλάδας από τους Χριστιανούς & Βυζαντινούς» ξέρουν να μιλάνε;

Ας ασχοληθούν με τα χάλια των πολυθεϊστών τους, λοιπόν, οι αναβιωτές της Ειδωλολατρίας, ας εξηγήσουν γιατί επί 400 χρόνια οι ειδωλολάτρες δεν έκαναν ούτε μια εξέγερση, ενώ οι Ορθόδοξοι Έλληνες σε ίσο χρονικό διάστημα έκαναν πάνω από 70, και μετά ας κατηγορήσουν τον Χριστιανισμό.

 

 

  38. «Το έθνος μας εδώ και 22 αιώνες βρίσκεται ουσιαστικά υπό ξένη κατοχή ... υπόδουλο στους τοποτηρητές ενός ξένου και εθνοκτόνου πολιτισμού»

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Στα μέσα περίπου της δεκαετίας του '70 βρέθηκαν σε ένα νησάκι του Ειρηνικού δυο ξεχασμένοι γιαπωνέζοι στρατιώτες που δεν είχαν πληροφορηθεί ότι ο Β΄παγκόσμιος πόλεμος είχε τελειώσει. Χρειάστηκε ειδική διαταγή του αυτοκράτορα Χιροχίτο για να πεισθούν να παραδώσουν τα όπλα. Αυτό τρώγεται. Αλλά να συναντούμε ανθρώπους που λένε ότι οι Ρωμαίοι είναι ακόμα εδώ από το 146 π.Χ., και έχουμε ακόμη Ρωμαιοκρατία, τι να πούμε; Εξοχότατε Κύριε Πρόεδρε της Ελληνικής Δημοκρατίας, εκδώσατε παρακαλώ ένα διάταγμα που να επιβεβαιώνει ότι η χώρα μας δεν τελεί πλέον υπό ρωμαϊκή κατοχή, για να καθησυχαστούν οι συμπατριώτες μας αυτοί..

Είναι περίεργη η συλλογιστική κάποιων ανθρώπων, που δηλώνουν και «Εθνικοί». «Ξένου» πολιτισμού˙ ξένου έπειτα από 20 αιώνες; Τι είναι ξένο μετά από 20 αιώνες; «Τοποτηρητές»˙ αυτό δεν οδηγεί στη συνωμοσιολογία, αφού θα πρέπει να ανακαλύπτουμε εδώ κι εκεί «τοποτηρητές»; «Ουσιαστικά υπό ξένη κατοχή»˙ πάλι η συνωμοσιολογία, με την προσθήκη του «ουσιαστικά», δηλαδή εμείς οι υπόλοιποι δεν ξέραμε ώς τώρα ότι είμασταν υπο ρωμαϊκή κατοχή, και το βρήκαν αυτοί και μας το ανακοινώνουν. Ευτυχώς, λοιπόν, που υπάρχουν και αυτοί, που κατάλαβαν τι παίζεται...

...είναι, όμως, περίεργο: αφού εδώ και 22 αιώνες κάνουν κουμάντο οι τοποτηρητές ενός «εθνοκτόνου πολιτισμού», γιατί δεν πέθανε το έθνος; Αν είναι εθνοκτόνος ο πολιτισμός, γιατί αργεί τόσο πολύ, 22 αιώνες, ο θάνατος; Μήπως δεν είναι «εθνοκτόνος»; Τις πταίει;

   

  39. "Οι Χριστιανοί της Ελλάδας δεν είναι Έλληνες, γιατί δεν προτιμούσαν το όνομα Έλληνας, το οποίο επανήλθε με τον Πλήθωνα Γεμιστό που ήταν παγανιστής".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Νεοπαγανιστικά Ψέμματα. Το όνομα Έλληνας με τη σημασία της εθνικής καταγωγής επανεμφανίζεται στα μέσα του 12ου αιώνα από τον Γεώργιο Τορνίκη, ήδη πρίν την Άλωση της Πόλης από τους Φράγκους στα 1204. Φυσικά ο Τορνίκης ήταν Χριστιανός, αυτό δεν τον κάνει καθόλου μη Έλληνα (A. Τoynbee, Οι Έλληνες και οι κληρονομιές τους, εκδ. Καρδαμίτσα, σ. 213). Επίσης χρησιμοποιείται με την ίδια έννοια, μετά το 1204, από τον θεολόγο Καβασίλα, από τον Νικηφόρο Βλεμμύδη, από τον Θεόδωρο Μετοχίτη (που έχτισε τη μονή της Χώρας στην Πόλη) και από πολλούς άλλους Χριστιανούς διανοούμενους. «Η μόδα άρχισε στην Θεσσαλονίκη. Ο Νικόλαος Καβάσιλας [1290-1371], ο οποίος ήταν Θεσσαλονικιός, έγραψε για «την κοινότητά μας της Ελλάδας». Αρκετοί από τους σύγχρονούς του ακολούθησαν το παράδειγμά του» (St. Runciman, The Fall of Constantinople, Cambridge University Press, σ. 15). Ο Θεόδωρος Μετοχίτης γράφει «...σε μας, οι οποίοι έχουμε την ίδια καταγωγή και την ίδια γλώσσα με αυτούς [τους Έλληνες] και είμαστε διάδοχοί τους» (ἡμῖν οἳ καὶ τοῦ γένους ἐσμὲν καὶ τῆς γλώσσης αὐτοῖς [τοῖς Ἕλλησι] κοινωνοὶ καὶ διάδοχοι» (Β. Σπανδάγου-Ρ. Σπανδάγου-Δ. Τραυλού, Οι θετικοί επιστήμονες της βυζαντινής εποχής, εκδ. Αίθρα, σ. 117). Όλοι αυτοί οι Βυζαντινοί προσδιόριζαν τον εαυτό τους ως Έλληνα, δίχως να ταυτίζουν το όνομα με τον παγανισμό. Το Έλληνας για όλους τους παραπάνω αναφερόταν στην εθνικότητα, όχι στη θρησκεία. Δεν ισχύει λοιπόν η άποψη των Νεοπαγανιστών της εποχής μας ότι το όνομα Έλληνας επανέκτησε την εθνική του σημασία (ο ανήκων στο ελληνικό γένος) με τον παγανιστή Πλήθωνα. Έτσι, ακόμη και η ελάχιστη διεκδίκηση της αποκλειστικής χρήσης της εθνικής ονομασίας Έλληνας από τους Νεοπαγανιστές, αποδεικνύεται αυθαίρετη και όχι σπάνια δόλια.

«..πάλαι μὲν Ἑλλήνων, νῦν δὲ Γραικῶν καὶ Νέων Ρωμαίων διὰ τὴν Νέαν Ρώμην καλουμένων» γράφουν οι Ορθόδοξοι Πατριάρχες σε σύνοδο στα 1716, αναφέροντας τα εθνικά ονόματά μας. Ενώ ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος ο Πηγάς (1535-1602), δυο αιώνες πριν εμφανισθούν οι εκδυτικισμένοι αρχαιολάτρες κι αρχίσουν να αντιγράφουν την ψεύτικη αρχαιοπρέπεια της Δύσης,  γράφει: «Εσείς είσθε το γένος εκείνο το περιφρονημένον των Ρωμαίων, το οποίον ποτέ εκυρίευσεν όλην την οικουμένην με την δύναμιν των αρμάτων. Η πρώτη μοναρχία των Περσών μετετέθη εις Αιγυπτίους, από τους Αιγυπτίους εις Μακεδόνας, οι οποίοι ήσαν Έλληνες το γνήσιον γένος σας. Από εκείνους δε εις τους Ρωμαίους, από τους οποίους εσείς και κρατάτε και λέγεσθε» (Ν.Β. Τωμαδάκη, «Μελέτιος ο Πηγάς και η εξάρτησις της Εκκλησίας Κρήτης εκ του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας», Tome commιmoratif du Millιnaire de la Bibliothθque dAlexandrie, Αλεξάνδρεια 1953, σ. 37-46, στο Ορθοδοξία και Αρχαίος Ελληνισμός του Ι.Μ. Χατζηφώτη, σ. 105.).

 

 

  40. "Είναι προτιμότερη η αρχαία Ελλάδα με την δημοκρατία και τη φιλοσοφία της, από τον Μεσαίωνα που τίποτα δεν προσέφερε που να ξεπερνά τον Ελληνισμό".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Δικαίωμα του καθενός να προτιμά το ένα ή το άλλο. Δικαίωμά του να φαντάζεται τον εαυτό του βοσκό στην Αρκαδία να θυσιάζει κατσικάκια στους «Πατρώους θεούς». Καμμία αντίρρηση! Όμως, ας φανταστούν τον εαυτό τους να ζει στην κλασσική εποχή, στην Αθήνα. Οι ελεύθεροι πολίτες ήταν γύρω στους 30-40 χιλιάδες. Σε αυτούς αντιστοιχούν περίπου 350.000 δούλοι, που φυσικά δεν θεωρούνταν πλέον άνθρωποι, αλλά πράγματα ("ομιλούντα εργαλεία", όπως τα έλεγαν οι φιλόσοφοι). Θέλει λίγη τύχη να μην κατέληγαν στο γυναικωνίτη μια ζωή, ή στα λατομεία σαν δούλοι, ενώ λίγα χιλιόμετρα παραπέρα, στην Αγορά, οι φιλόσοφοι θα φιλοσοφούσαν για την ουσία των όντων....

Η Αθήνα της κλασσικής εποχής: «Οι δρόμοι της συχνά στένευαν πολύ, και φυσικά δεν είχαν παντού το ίδιο πλάτος. Τα σπίτια είχαν κακή διάταξη˙ άλλοτε ήταν αρκετά μέσα από το δρόμο κι άλλοτε εξείχαν. Τα νερά της βροχής και τα βρώμικα νερά τα άδειαζαν στο δρόμο, ή τα έχυναν από τα παράθυρα και τις πόρτες. Οι δρόμοι δεν ήταν πλακοστρωμένοι˙ κατεστραμμένοι από τα νερά που έτρεχαν επάνω τους και γεμάτοι λάσποι, γίνονται γρήγορα βόθροι, όταν ο καιρός είναι κακός. Φυσικά οι δρόμοι δε φωτίζονταν τη νύχτα. Φτωχότατες συνοικίες ήταν σκαλισμένες μέσα στο βράχο, λ.χ. στο προάστειο Κοίλη, στο μέρος όπου τα Μακρά Τείχη συναντούσαν τα οχυρώματα της πόλης. Άλλες κατοικίες στήριζαν μόνο τα νώτα τους στους τοίχους του βράχου κατάλληλα χαραγμένους.

            Στις λαϊκές συνοικίες τα περισσότερα σπίτια ήταν πολύ μικρά. Τα αποτελούσε ένα ισόγειο μόνο, με δύο ή τρία πολύ μικρά δωμάτια. Οι τοίχοι αυτών των σπιτιών ήταν από ξύλο, από κεραμίδι άψητο ή από χαλίκια που τα συγκολλούσε πηλός καμωμένος από χώμα βρεμένο. Ήταν τόσο εύκολο να τους τρυπήσει κανείς που οι κλέφτες δεν έκαναν τον κόπο να παραβιάσουν τις πόρτες και τα παράθυρα˙ προτιμούσαν να κάνουν μια τρύπα σ’ αυτούς τους λεπτούς μεσότοιχους. Οι στέγες ήταν επίπεδες. Τα παράθυρα, όταν υπήρχαν, ήταν αναγκαστικά πολύ μικρά, είχαν το μέγεθος ενός απλού φεγγίτη, αφού οι αρχαίοι δεν ήξεραν να χρησιμοποιούν τζάμια διαφανή˙ εάν, όταν έκανε κακό καιρό, ήθελαν να κλείσουν τα παράθυρα, το πετύχαιναν με πανιά σκιερά» (Robert Flaceliιre,  Ο Δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων Ελλήνων, εκδ. Παπαδήμα, σ. 25, 27).

Ας πάρουμε μια ιδέα για το τι γινόταν με τους δούλους στην «ανεκτική πολυθεϊστική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» με το «προχριστιανικό ήθος» της: Οι σκλάβοι που θεωρούνται επικίνδυνοι για να το σκάσουν, φοράνε στο λαιμό τους ένα μπρούτζινο κολλάρο, σαν εκείνο των σκυλιών. Κι όπως στους σκύλους, γράφουν πάνω στο κολλάρο το όνομα του αφέντη, τη διεύθυνση, το όνομα του σκλάβου και μια στερεότυπη φράση: «το ‘χω σκάσει˙ πιάσε με και πήγαινέ με πίσω». Δεκάδες τέτοια περιλαίμια βρέθηκαν στη Ρώμη και πάνω στο μέταλλο διαβάζουμε τις ίδιες συστάσεις:

«Με λένε Ιανουάριο, είμαι δούλος του Δεξιού, του γραφέα της Συγκλήτου, που μένει στο πέμπτο διαμέρισμα».

«Με λένε Πετρωνία. Πιάσε με γιατί τό ‘χω σκάσει. Πήγαινέ με πίσω στο σπίτι του Θεοδοτένη».

Στην Αφρική, στην πόλη Bulla Regia, ο σκελετός μιας γυναίκας περίπου σαράντα χρονώ φέρει ακόμα γύρω από το λαιμό το μπρούτζινο κολλάρο που μας δείχνει το επάγγελμά της:

«Είμαι η Μοιχαλίς, πόρνη. Πιάσε με γιατί το ‘χω σκάσει απ’ την Bulla Regia» (Catherine Salles,  Η άλλη όψη της Αρχαιότητας. Ο υπόκοσμος, εκδ. Παπαδήμα, σ. 279).

Τι λέει ο Fustel De Coulanges στο κλασσικό βιβλίο του Η αρχαία πόλη (σ. 345-351): «Ο άνθρωπος δεν είχε κανενός είδους ανεξαρτησία. Ο άνθρωπος δεν ήταν ελεύθερος να πιστεύει ό,τι ήθελε. Η ελευθερία της σκέψης σχετικά με τη θρησκεία της πόλης ήταν κάτι εντελώς άγνωστο  στους Αρχαίους. Ο άνθρωπος είχε πολύ μικρή αξία απέναντι στην ιερή και σχεδόν θεϊκή αξία που ονόμαζαν πατρίδα ή πόλη-κράτος. Το κράτος ... μπορούσε να καταδικάσει έστω και αθώους, όταν θεωρούσε ότι απειλείται το συμφέρον του. Το ολέθριο αξίωμα ότι η σωτηρία του κράτους αποτελεί τον υπέρτατο νόμο διατυπώθηκε κατά την Αρχαιότητα».

Θα ήθελε κανείς να ζει υπό τέτοιες συνθήκες; Θεωρεί κανείς συμβατά την ελευθερία και όλα τα παραπάνω αξιώματα; Αν ναι, τότε δικαίως θα προτιμούσε να ζούσε στην εποχή εκείνη. Και ο Coulanges (απο)τελειώνει τη θεωρία του μέσου νεοέλληνα Παγανιστή ότι στην Αρχαία Εποχή υπήρχε η Αρμονία και η Ευτυχία/Ελευθερία: «Μια ακόμη πλάνη ανάμεσα στις τόσες και τόσες της ανθρωπότητας είναι το να πιστεύει κανείς πως το αρχαίο κράτος παρείχε ελευθερίες στον άνθρωπο. Θα δούμε ότι το πολίτευμα άλλαξε πολλές φορές σχήμα˙ αλλά η φύση του κράτους και η παντοδυναμία του δε μετριάστηκε ποτέ» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία Πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 350). Ούτε λόγος λοιπόν για ανθρώπινα δικαιώματα στην Αρχαιότητα. Τα  Ανθρώπινα Δικαιώματα είναι αδύνατο να δικαιολογηθούν θεωρητικώς, εάν πιστεύει κανείς στην οντολογική ιεραρχία και διάκριση πολίτη-ξένου, ελεύθερου-δούλου, άντρα-γυναίκας.

Η ιδιωτική ζωή δεν ξέφευγε από την παντοδυναμία του κράτους. Η Σπάρτη τιμωρούσε όχι μόνο αυτόν που παρέμενε άγαμος αλλά και αυτόν που αργούσε να παντρευτεί. Πολυδεύκης, 3, 48: «ἦσαν καὶ ἀγαμίου δίκαι πολλαχοῦ καὶ ὀψιγαμίου καὶ κακογαμίου ἐν Λακεδαίμοσι». Στη Ρώμη, με απόφαση του τιμητή επέβαλλαν πρόστιμο στους άγαμους (Βαλέριος Μάξιμος, 2, 9˙ Α.Γέλλιος, 1, 6 & 2, 15˙ Κικέρων, De legibus, 3, 3). Θα ήθελε κανείς, ξαφνικά οι νόμοι του κράτους ν’ αλλάξουν και με το ζόρι να παντρευόμαστε, στα γρήγορα, με μοναδικό σκοπό την δημιουργία «γνήσιων απογόνων»;

Στη Ρόδο ο νόμος απαγόρευε το ξύρισμα της γενιάδας˙ στο Βυζάντιο, τιμωρούσε με πρόστιμο όποιον κρατούσε στο σπίτι του ξυράφι˙ στη Σπάρτη, ο νόμος απαιτούσε να ξυρίζουν το μουστάκι. Δηλαδή μιλάμε για τέλεια παραφροσύνη, αν κάποιος Ν/Π ήθελε να ακολουθήσουμε τα πρότυπα της Αρχαιότητας. Ποιας πόλης νόμους θα ακολουθούσαμε; Μήπως η απαγόρευση του ξυρίσματος της γενιάδας είναι «η αυθεντική ελληνικότητα»; Ή συμβαίνει το αντίθετο; Και βρίσκει κανείς λογικό να λέει ο νόμος και το σύνταγμα τι θα κάνουμε με τη εμφάνισή μας;

Γιατί συνέβαιναν, όμως, όλα αυτά; Διότι οι αντιλήψεις που επικρατούσαν σε όλη την Αρχαιότητα ήταν σαν κι αυτή του Πλάτωνα: «Τι θα συμβεί αν [ο νομοθέτης] πιστεύει ότι δεν πρέπει να επέμβει στην ιδιωτική ζωή του πολίτη κι ότι μπορεί να περνά καθένας τη μέρα του όπως θέλει, αντί να ενεργεί σύμφωνα με τους κανονισμούς; Αν αφήσει την ιδιωτική ζωή χωρίς νόμους πιστεύοντας ότι οι πολίτες θα δεχτούν να είναι νομοταγείς στη δημόσια ζωή τους, κάνει μεγάλο λάθος» (Πλάτωνα, Νόμοι 780a). Ορίστε, λοιπόν, ο αρχαιοελληνικός αντιεξουσιασμός, που μερικοί τον έχουν και ως πρότυπο.

Ένα άλλο ζήτημα που κανείς ιδεαλιστής αρχαιολάτρης δε λαμβάνει καθόλου σοβαρά υπόψη του όταν συγκρίνει Χριστιανική και Αρχαία ιδεολογία είναι η παιδοκτονία αθώων βρεφών. Την παιδοκτονία οι Αρχαίοι Έλληνες την έβλεπαν ως μια πράξη άνευ σημασίας, αφού το παιδί δεν ανήκει ακόμη στη ζωή του κοινωνικού συνόλου. Οι Αρχαίοι Έλληνες «γονείς» μπορούσαν για οποιοδήποτε λόγο να εκθέσουν, δηλαδή να αφήσουν στις ερημιές οποιοδήποτε δικό τους νεογέννητο, συχνότερα τα νόθα βρέφη και τα κοριτσάκια.  Εγκατελλειμένο εκτός πόλεως το βρέφος συχνά κατασπαράσσονταν από λύκους, σκύλους ή άλλα άγρια ζώα. Οι αρχαίοι κάτοικοι της Αττικής και των Αθηνών πετούσαν τόσο συχνά τα βρέφη τους ώστε πλήθος αυτών βρίσκονταν εις τους αγρούς ως βορά των όρνεων και των σκύλων, ενώ μέσα στην πόλη των Αρχαίων Αθηνών η «αστυνομία», με τους δημόσιους δούλους μάζευε τα κατασπαραγμένα βρέφη από τους δρόμους. Τα πιο «τυχερά», τα οποία δεν πέθαιναν από το κρύο ή από τα δόντια των ζώων τα έβρισκε και τα μάζευε κάποιος και τα ανέθρεφε, όχι φυσικά για τη ψυχή της «Ελληνίδας Εθνικής» μάνας του αλλά για να τα κάνει δούλους και να τα πουλήσει.

Στην Αρχαία Σπάρτη εκτός από τις παραπάνω ανώμαλες αντιλήψεις ότι ο πατέρας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει τα παιδιά του, υπήρχε κι ένας πρόσθετος λόγος για την έκθεση των βρεφών: η ευγονική. Εξέταζαν το νεογέννητο, κι άν μεν το έβρισκαν καλοσχηματισμένο και ρωμαλέο, επέτρεπαν στους γονείς του να το αναθρέψουν αν όμως ήταν ασθενικό και με κακή διάπλαση, τό έριχναν στους «Αποθέτες» (Ο πραγματικός «Καιάδας» ήταν βάραθρο όπου έριχναν τους δούλους τους οι παληκαράδες Σπαρτιάτες), σε ένα τόπο δηλαδή βαραθρώδη κοντά στον Ταΰγετο. Η βρεφοκτονία ήταν τόσο διαδεδομένη στην Αρχαία Ελλάδα, που ο Πολύβιος (205-118 π.Χ.) αποδίδει την ελάττωση του πληθυσμού της Ελλάδας σε αυτήν. Ο Κικέρων (106-43 π.Χ.) αποδέχεται την βρεφοκτονία, τουλάχιστον για τα ανάπηρα βρέφη, παραθέτοντας την Δωδεκάδελτο του νόμου των Ρωμαίων Εθνικών (De Legibus, 3, 8). Ακόμα και ο στωικός φιλόσοφος Σένεκας (4 π.Χ.-65 μ.Χ.) έλεγε: «πετάμε όσα παιδιά γεννιούνται αδύναμα» (De Ira, 1, 15, 2). Από την άλλη μεριά, υπό την επιρροή του χριστιανισμού οι Αυτοκράτορες Μέγας Κωνσταντίνος, Βαλεντιανός Α΄, Γρατιανός, Ωνώριος, Μέγας Ιουστινιανός νομοθέτησαν την ποινή του θανάτου στους γονείς που εξέθεταν τα μωρά τους.

Οι Νεοπαγανιστές που βρίζουν το χριστιανισμό ως εποχή οπισθοδρόμισης ως «μια σατανική αίρεση,  αιμοσταγή και αιμοδιψή», έχοντας το θράσσος να την λέν Era Vulgaris, πώς δικαιολογούν τουλάχιστον στον εαυτό τους αυτή τη διαβολική σκληρότητα και αδιαφορία των «Ουμανιστών» αρχαίων για ανυπεράσπιστα όντα που έτυχε να έχουν κάποιο πρόβλημα υγείας ή που ο πατέρας τους τα καταδίκαζε ή σε θάνατο ή να είναι δούλοι; 

Το ήθος της παγανιστικής Ρώμης την οποία διαδέχτηκε το Βυζάντιο φαίνεται από τα έργα των αυτοκρατόρων της. Ουδέποτε διέπραξαν – ακόμη και οι χειρότεροι – βυζαντινοί αυτοκράτορες πράγματα παρόμοια με τα εγκλήματα των διεστραμμένων ειδωλολατρών Ρωμαίων:

Ο Τιβέριος «εξαπατούσε τα θύματα και τους πότιζε πολύ κρασί, οπότε ξαφνικά έδενε τα γεννητικά τους όργανα και τους άφηνε να πρήζονται εξαιτίας του σχοινιού και της κατακράτησης των ούρων» (Σουητώνιος, Τιβέριος, 62). Ο Τιβέριος «εκπαίδευε μικρά παιδιά που τα αποκαλούσε ψαράκια, και τα οποία τριγύριζαν ανάμεσα στα σκέλη του, όταν κολυμπούσε και παίζαν γλείφοντάς του ή δαγκώνοντάς τον στα απόκρυφα. Επίσης λεγόταν ότι σε μικρά που δεν είχαν σταματήσει το θηλασμό τους έδινε το όργανό του σαν βυζί, νοιώθοντας ικανοποίηση» (Σουητώνιος, Τιβέριος, 44).

Ο Νέρων έκαψε τη Ρώμη (Σουητώνιος, Νέρων, 38), γιατί δεν του άρεσε ο τρόπος με τον οποίο ήταν χτισμένη. Ο Νέρωνας «ντυνόταν το δέρμα κάποιου άγριου ζώου, πεταγόταν έξω από ένα κλουβί και επετίθετο στα απόκρυφα ανδρών και γυναικών που ήταν δεμένοι σε στύλους» (Νέρων, 29). «Μόλις νύχτωνε φορούσε περούκα και σκούφο και γυρνούσε στις ταβέρνες ή στους δρόμους συνήθως χτυπούσε τους ανθρώπους που γυρνούσαν στο σπίτι τους από τα γεύματα και μαχαίρωνε όποιον του αντιστεκόταν» (Νέρων, 26).

            Ο Καλιγούλας, «όταν διαπίστωσε ότι του στοίχιζε ακριβά το κρέας για τη σίτιση των θηρίων ενός θεάματος που ετοίμαζε, υπέδειξε εγκληματίες των φυλακών για βορά των θηρίων. Παίρνοντας με τη σειρά ςτις φυλακές, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις πινακίδες πάνω στις οποίες αναγραφόταν τα σχετικά της ποινής επέλεγε τυχαία τα θύματά του.(..) Τον υπεύθυνο της διοργάνωσης των μονομαχικών αγώνων και θηριομαχιών, αφού έβαλε να τον μαστιγώνουν παρουσία του και για πολλές ημέρες, τον αποτέλειωσε μόνον όταν προσβλήθηκε από την κακοσμία του εγκεφάλου του που είχε αρχίσει να σαπίζει. Έναν ποιητή της Ατελλανής κωμωδίας τον έκαψε μέσα στη μέση του αμφιθεάτρου εξαιτίας κάποιου διφορούμενου στίχου που απήγγειλε» (Σουητώνιου, Καλιγούλας, 27). «Όταν κάποτε είχαν προσαχθεί στο βωμό τα προοριζόμενα για τη θυσία σφαγία, ο ίδιος ντυμένος ως θύτης σήκωσε ψηλά τον πέλεκυ και αντί για το ζώο σκότωσε τον άνθρωπο που θα το τεμάχιζε» (Καλιγούλας, 32).

            Ο Δομιτιανός «έκαιγε τα γεννητικά όργανα των συνενόχων του Αντωνίνου, για να ομολογήσουν συνενόχους. (...) Τον Ερμογένη από την Ταρσό, τον θανάτωσε επειδή έκανε κάποιους υπαινιγμούς στην ιστορία του, και σταύρωσε τους βιβλιοθηκάριους που την είχαν αντιγράψει» (Σουητώνιου, Δομιτιανός, 10).

Στις θεατρικές παραστάσεις στην παγανιστική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία «ο ηθοποιός που έπαιζε το ρόλο ώς τη στιγμή του θανάτου του ήρωα παραχωρούσε τη θέση του σ’ έναν «εγκληματία» ή απλούστατα σ’ ένα δούλο που κατασπαραζόταν από άγρια θηρία, καιγόταν ζωντανός ή σταυρωνόταν έπειτα από διάφορα μαρτύρια. Έτσι οι θεατές παρακολουθούσαν τη γνήσια επιθανάτια αγωνία ενός ανθρώπου. Αν π.χ. η παράσταση είχε για θέμα το μύθο του Ηρακλή, ο ήρωας καιγόταν τελικά μέσα στο ρούχο του Νέσσου. Αν έδειχναν τα πάθη του Άττι, έκοβαν μπροστά στα μάτια όλων το πέος ενός δυστυχισμένου και αργότερα τον σκότωναν. Αν παρουσίαζαν το μύθο του Προμηθέα, πασάλειβαν το κορμί κάποιου με αίμα και έπειτα άφηναν έναν πεινασμένο αετό να του ανοίξει την κοιλιά και να του φάει τα σπλάγχνα» (Ernst Borneman, Η Πατριαρχία, εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας, σ. 621). Έχουν κάποιοι το θράσσος, ύστερα απ’ αυτά, να κατηγορούν την Εκκλησία που καταφερόταν εναντίον του θεάτρου του 4ου αι. ή τους Βυζαντινούς που δεν... συνέχισαν τόσο επάξια το θέατρο της ειδωλολατρικής εποχής (ξεχνάνε οι αρχαιολάτρες πως κι ο Ιουλιανός σιχαινόταν το θέατρο του 4ου αι.). Αν βέβαια συνέχιζε αυτό το αίσχος που λεγόταν «θέατρο της ύστερης αρχαιότητας» το Βυζάντιο, οι αρχαιολάτρες αντιχριστιανοί θα άλλαζαν τακτική και θα το κατηγορούσαν ως απάνθρωπο.

Ορισμένοι Νεοδωδεκαθεϊστές υποστηρίζουν πως επί Βυζαντίου: «Για να επικρατήσει ο χριστιανισμος επέβαλλε την τέλεια αποβλάκωση. Το πλήρες σκότος. Απηγόρευσε τα μαθηματικά και την ιατρική ως δήθεν σατανικές ασχολίες.» Αυτοί είτε δεν ασχολήθηκαν με τους βυζαντινούς λογίους, μαθηματικούς και ιατρούς, είτε είναι ψεύδονται ασύστολα. Για χάρη τους αξίζει να παρουσιαστούν ελάχιστοι εκ των Ρωμηών χριστιανών μηχανικών και γιατρών του Βυζαντίου, ώστε να μη μιλάνε για πράγματα που δεν γνωρίζουν, όταν υποστηρίζουν πως ο Χριστιανισμός απαγόρευσε τα μαθηματικά και την ιατρική και πως οι επιστήμες αυτές δεν υπήρχαν ή δεν προόδευσαν στο Βυζάντιο.

Α': Μαθηματικοί και Μηχανικοί στο Χριστιανικό Βυζάντιο:

Καβασίλας Νικόλαος, λόγιος, μαθηματικός και αστρονόμος. Σε επιστολή του αποδίδει τις παλίρροιες στην έλξη που προκαλεί η δύναμη της σελήνης, η οποία διαδίδεται ευθύγραμμα μαζί με το φώς της.

Μοσχόπουλος Μανουήλ, λόγιος και μαθηματικός, συγγραφέας του «Παράδοσις εις την εύρεσιν των τετραγώνων αριθμών» που συνίσταται στην διάταξη ν^2 ακεραίων μέσα σε ένα τετράγωνο με ν γραμμές και ν στήλες έτσι ώστε οι αριθμοί που διατάσσονται σε κάθε γραμμή, σε κάθε στήλη, και σε κάθε διαγώνιο να έχουν το άθροισμα ν*(ν^2 +1)/2

Νικηφόρος Γρηγοράς, μαθηματικός και αστρονόμος. Στα 1325 κατάλαβε με δικές του μετρήσεις το σφάλμα του Ιουλιανού ημερολογίου το οποίο και διόρθωσε. Υπολόγισε όλες τις εκλείψεις του ηλίου της τελευταίας χιλιετίας. Βελτίωσε τον αστρολάβο έτσι ώστε ο αστρονόμος να βρίσκει με ορισμένη μέθοδο με κάθε δυνατή ακρίβεια σε δεδομένο χρόνο τις θέσεις των αστέρων.

Παχυμέρκης Γεώργιος, μαθηματικός και αστρονόμος. Λύνει προβλήματα β' βαθμού, γραμμικά συστήματα και προχωρεί στην λύση της εξίσωσης χ^3 - 4*χ^2 + χ -4 = 0.

Ισίδωρος ο Μιλήσιος, αρχιτέκτονας της Αγίας Σοφίας, ίδρυσε στην Κωνσταντινούπολη Σχολή Μηχανικών όπου διδάσκονταν έργα του Ευκλείδη (Στοιχεία) και του Αρχιμήδη. Του αποδίδεται η εφεύρεση ενός οργάνου για τη χάραξη υπερβολών.

Στην Ορθόδοξη Χριστιανική Ρωμανία η αρχιτεκτονική και μηχανική επιστήμη είχε προχωρήσει τόσο, που στις πηγές διαβάζουμε για

-τριόροφες και τετραόροφες οικοδομές (Ι. Χρυσόστομος, PG 58, 522, Αρμενόπουλος, Εξάβιβλος 2, 4, 28),

-πενταόροφες οικοδομές (Θεοφάνης 172, 9 και 265, 3. Τζέτζης Χιλιάδες, χιλ. 5, ιστορ. 17, στιχ. 518. Άννα Κομνηνή, Αλεξιάς 2, 377, 16)

-διάταγμα του Αυτοκράτορα Λέοντα Α’ από το έτος 429 μ.Χ., που απαγορεύει να κτίζονται ιδιωτικά κτίρια ψηλότερα των 100 ποδιών – 24  μέτρων (Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εκδ. Πανεπιστημίου Καίμπριτζ, ελλ. εκδ. Μέλισσα, τ. 2, σ. 828).

Βέβαια, ισχυρίζονται κάποιοι πως οι Βυζαντινοί, που έχτιζαν κτίρια σαν την Αγία Σοφία, το Θεοδοσιανό Τείχος, που έκτιζαν εννιαόροφες, τετραόροφες και πενταόροφες οικοδομές τον 5ο, 12ο και 14ο αιώνα, που έκτιζαν ιδιωτικά κτίρια ύψους είκοσι τεσσάρων (24) μέτρων ήδη από τον πέμπτο μ.Χ. αιώνα, δεν ανέπτυξαν τα μαθηματικά και τη μηχανική.

Β': Ιατρικά συγγράμματα, ιατροί και νοσοκομεία στο Χριστιανικό Βυζάντιο 

η δωδεκάτομη Παθολογία του εκ Τράλλεων Αλεξάνδρου όπου δίνονται λεπτομέρειες για 120 εγχειρήσεις, από τη μαστεκτομή ώς την αφαίρεση ουρόλιθων,

η Σύνοψη της Ιατρικής των Νικήτα και Λέοντα (9ος αι.) που αναφέρεται σε χειρουργικά θέματα και εργαλεία,

το Ιατρικά εκκαίδεκα του Αέτιου 16 τόμων, εκ των οποίων ο 7ος αφορά την οφθαλμολογία (φάρμακα και επεμβάσεις).

Ο γιατρός Ιωάννης Ακτουάριος τον 14ο αι. πρώτος ανακάλυψε το παράσιτο της ταινίας, τον τριχοκέφαλον άνισον.

Στο Βυζάντιο γίνονταν επιτυχείς εγχειρήσεις δύσκολες, όπως η εγχείρηση διαχωρισμού σιαμαίων τον 10ο αι., ενδοκυστικής λιθοτριψίας (8ος αι. «βίος αγ.Θεοφάνους» όπου αναφέρεται ότι ειδικά εργαλεία μπήκαν στην κύστη δια της φυσικής οδού και έτριψαν τους λίθους), ενδοκαυτηρίασης ουρήθρας (11ος αι. , στον Ισαάκ Α’ Κομνηνό) κ.ά (Βυζαντινός Δόμος, τ. 7).

Το νοσοκομείο του Παντοκράτορος είχε στην Κωνσταντινούπολη του 12ο αι. 5 θαλάμους, συνολικά 50 κρεββάτια και 5 επικουρικά ανά θάλαμο, 12 εκ των οποίων για τις άρρωστες γυναίκες, 8 για οφθαλμικές παθήσεις, 13 άντρες γιατροί, μία γυναίκα γιατρός, και 2 χειρούργοι, 11 υπηρέτες, 5 πλύντριες, 2 μάγειρους, 2 αρτοποιούς, 1 κλητήρα, 1 θερμαστή, 1 ιπποκόμο για τα άλογα των γιατρών, 1 θυρωρό, 4 σαβανωτές, 1 μυλωνά, 1 καθαριστή αποθηκών, κι έναν για να τροχίζει τα χειρουργικά εργαλεία (Βυζαντινός Δόμος, τ.4).

   

  41. "Η αρχαία Σπάρτη ήταν όχι μόνο πρότυπο πολιτείας, αλλά και ηρωικής άμυνας κατά των κάθε λογής βαρβαρικών εισβολέων, και διέσωσε, αντίθετα από τους Μακεδόνες του Αλέξανδρου που κατέλυσαν την πόλη-κράτος, τον πυρήνα της ελληνικότητας ή τους Αθηναίους, οι οποίοι με τον ιμπεριαλισμό τους οδήγησαν την αρχαία Ελλάδα στον Πελοποννησιακό πόλεμο και την παρακμή"

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Μερικοί συγκρίνουν αρνητικά την προσφορά της αρχαίας Μακεδονίας ως προς την αρχαία Σπάρτη αναφορικά με την προάσπιση του αρχαίου Ελληνισμού. Σε αντίθεση με τη Μακεδονία που μήδισε περιστασιακά και κάτω από την περσική επίθεση, η Σπάρτη μήδισε, όχι για να σώσει το τομάρι της, όπως ο μακεδόνας βασιλιάς, αλλά για να υποδουλώσει τους υπόλοιπους Έλληνες (Ιωνία, το λίκνο της ελληνικής φιλοσοφίας, και Κύπρο) και να καταστρέψει την Αθήνα, σε μια στιγμή που δεν την απειλούσε ο Πέρσης. Επιπλέον, να θυμίσουμε ότι το βάρος της άμυνας κατά των αρχαίων Ρωμαίων το ανέλαβε σχεδόν εξ ολοκλήρου το βασίλειο της Μακεδονίας, ενώ η Σπάρτη προσκύνησε τους Ρωμαίους, πάλι για τιποτένια τοπικιστικά ανταλλάγματα.

Μερικοί Νεοπαγανιστές μιλάνε για την «θεοκρατία» που εισήγαγε ο Μέγας Αλέξανδρος στον ελληνισμό, αλλά δε βγάζουν μιλιά για την θεοκρατία της αρχαίας Σπάρτης. Γι’ αυτό, αποκαλείται υβριστικά ο Μέγας Αλέξανδρος «υπέρφρονας», ενώ αλλού, σε μία  αποκαλυπτική, γεμάτη μίσος αποστροφή για τον ελληνιστικό/μακεδονικό ελληνισμό  αποκαλείται «καταστροφικό» το έργο του Μεγάλου Αλεξάνδρου με την κατάληξη «κανείς πίσω από τον Αλέξανδρο». 

Δεν είναι ο Αλέξανδρος ο καταλυτής της «ελευθερίας  των Ελλήνων», όπως οι Νεοπαγανιστές τον βρίζουν. Ελευθερία, όπως την είχαν καταντήσει, δεν ήταν ελευθερία. Ήταν αυτοκτονία, μακροπρόθεσμα, του ελληνικού πολιτισμού. Ας φανταστούμε μόνο, αν δεν είχε εξαπλωθεί ο ελληνισμός τόσο πολύ, πόσο θα επιζούσε στην ρωμαϊκή οικουμένη. Ας αναλογιστούμε, πόσο θα άντεχε στην πίεση ο μικρός επαρχιώτικος νοτιοελλαδισμός, αν δεν είχε ήδη γίνει χάρη στον Μέγα Αλέξανδρο διεθνής ο ελληνισμός στην ανατολική Μεσόγειο, ώστε να τον σεβαστούν ως διεθνή οι Ρωμαίοι. Κατέλυσε ο Αλέξανδρος απλώς την «ελευθερία» να αλληλοσφάζεται ο Ελληνισμός, την ελευθερία να παρακμάζει ως λαός ολοένα και περισσότερο με τους εμφύλιους της  κάθε αναρχοαυτόνομης πολίχνης-στρούγκας που δανειζότανε λεφτά από τον Πέρση (που παραμόνευε), για να καθυποτάξει τις γειτονικές στρούγκες ή να αρπάξει από αυτές κανένα χωράφι...κι αυτό το λένε «ελευθερία», την οποία κατέλυσε ο Αλέξανδρος. (Δεν υποστηρίζουμε, βεβαίως, ότι ο Αλέξανδρος ήταν «ο μέγιστος των Ελλήνων», όπως λεν οι εθνικιστές. Μέγιστοι ήταν οι φιλόσοφοι και οι αθηναίοι νομοθέτες. Αλλά, ότι ήταν Μέγας, ήταν.). Ο μόνος πραγματικός λόγος, για τον οποίο οι αρχαιόπληκτοι μισούν τον Μέγα Αλέξανδρο, είναι διότι αυτός είναι ο πρόδρομος της Ρωμηοσύνης.

Λέγουν, με περισσή ταπεινοφροσύνη, οι Νεοπαγανιστές του ΥΣΕΕ, ότι η Αρχαία Σπάρτη είχε ως πρότυπο την αμυντική πολεμική προετοιμασία και δεν ήταν καθόλου επιθετική, όπως ο Αλέξανδρος. Ψέμματα. Η Αρχαία Σπάρτη είχε ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις. Γι’ αυτό κήρυξε τον πόλεμο στην Αθήνα. Γι’ αυτό ηγήθηκε, μετά την νίκη της, της Σπαρτιατικής ηγεμονίας στην Ελλάδα. Γι’ αυτό δέχθηκε περσικό χρυσάφι, προκειμένου να υπογράψει την προδοτική Ανταλκίδειο Ειρήνη με τους Πέρσες. Η «μη ιμπεριαλιστική» Λακεδαιμονία, όπως γνωρίζουμε (Βλέπε τον χάρτη που δείχνει τις διαδοχικές επεκτάσεις της Λακεδαιμονίας, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών, τ. Β’, σ. 51), ενώ αρχικά, στον 10ο αι. π.Χ. ήταν ένα μικρό κράτος γύρω από την πόλη της Σπάρτης, κατακτά 1) την περιοχή της Πελλάνας-Σελλασίας, στα βόρεια, στο β’ μισό του 10ου αι., 2) την περιοχή της Αιγύτιδας, στα βόρεια, στο τέλος του 9ου αι., 3) την περιοχή των Αμυκλών, της Σελινούς, των Γερόνθρων, της Φάριδος, στα νότια, στην τρίτη δεκαετία του 8ου αι., 4) την περιοχή της Δενθελιάτιδας, στα δυτικά, κατά την τρίτη-τέταρτη δεκαετία του 8ου αι., 5) την κάτω κοιλάδα του Ευρώτα, το Ταίναρο και τον Ταΰγετο, στα νότια, στα μέσα του 8ου αι., 6) την πεδιάδα της Στενυκλάρου, στα δυτικά, κατά τον Α’ Μεσσηνιακό Πόλεμο, στο β’ μισό του 8ου αι., 7) την περιοχή των Φαρών (Καλαμάτας), την ίδια εποχή, 8) αργότερα ολόκληρη την Μεσσηνία και την νοτιοανατολική Πελοπόννησο ώς τον 5ο αι. π.Χ. Ένα αρχικώς μικρότατο δωρικό κρατίδιο κατέλαβε σταδιακά ολόκληρη την νότια Πελοπόννησο˙ προφανώς επειδή δεν είχε – σύμφωνα με ορισμένους Νεοπαγανιστές – ιμπεριαλιστικές βλέψεις. Αλλά και ίδια η φαινομενική διστακτικότητα της Αρχαίας Σπάρτης να κάνει επιθετικές εκστρατείες δεν οφειλόταν στο ανύπαρκτο φιλειρηνικό πνεύμα της, αλλά στην ύπαρξη πολυπληθών Ειλώτων (αυτοχθόνων κατοίκων που υποδούλωσαν οι Δωριείς), που, αν ο Σπαρτιατικός στρατός (οι Σπαρτιάτες ήταν ολιγάριθμοι) βρισκόταν μακριά από τη Λακεδαίμονα για πολύ καιρό, θα επαναστατούσαν. Ο φόβος κι όχι ο φιλειρηνισμός ήταν το αίτιο της αρχαίας σπαρτιατικής πολιτικής.

Τα επιχειρήματα των φιλολακεδαιμόνιων Νεοπαγανιστών κατά της «ιμπεριαλιστικής Αθήνας» που τάχα κατέστρεψε την Ελλάδα, είναι πέρα ώς πέρα παράλογα. Οι Αθηναίοι πρεσβευτές είπαν μπροστά στους Σπαρτιάτες: «Την ηγεμονία τούτη δεν την πήραμε με το ζόρι, μα όταν εσείς δε θελήσατε να συνεχίσετε τον αγώνα ενάντια στην υπόλοιπη δύναμη του βαρβάρου κι ήρθαν οι σύμμαχοι και μας παρακάλεσαν οι ίδιοι να μας κάνουν ηγεμόνες τους» (Θουκιδίδης, 1, 75), διότι η απολίτιστη συμπεριφορά των Λακεδαιμόνιων ηγετών οδήγησε τους Έλληνες να ζητήσουν απ’ τους Αθηναίους να αναλάβουν την ηγεσία. Και υπενθύμισαν πως «εσείς [οι Λακεδαιμόνιοι] βοηθήσατε τον αγώνα μ’ απείραχτες τις πόλεις σας και με σκοπό να τις χαίρεστε και μελλοντικά, όταν φοβηθήκατε για τον εαυτό σας το πιο πολύ παρά για εμάς (τότε τουλάχιστον που ήμαστε ακόμα σώοι, δε φανήκατε πουθενά)» (1, 74).

Επίσης να σημειώσουμε ότι παρά την γενική αντίληψη ότι η Αθήνα καταπίεζε τους Έλληνες και αυτοί επιζητούσαν την απελευθέρωσή τους με τη βοήθεια της Σπάρτης (αυτή την άποψη αφήνει να εννοηθεί ο Θουκιδίδης) η αλήθεια είναι – αν αφήσουμε κατά μέρους τις όποιες υπαρκτές αθηναϊκές ηγεμονικές τάσεις – ότι στις ελληνικές πόλεις, ακόμη και των μελών της Αθηναϊκής Συμμαχίας, οι πολλοί, ο λαός ήταν υπέρ της Αθήνας και υπέρ της Δημοκρατίας· αντίθετα κατά της Αθήνας και υπέρ της Σπάρτης ήταν οι «άριστοι» δηλαδή οι ολιγαρχικοί. Σκοπίμως αυτό αποσιωπάται, ώστε να δίνεται η εντύπωση ότι οι ελληνικές πόλεις στέναζαν κάτω από τον αθηναϊκό ζυγό. Στην πραγματικότητα ο λαός των συμμαχικών πόλεων δεν είχε κανένα πρόβλημα με τους Αθηναίους. Πλήρωναν βέβαια ορισμένο φόρο στην Αθήνα, αλλά αυτός καταβαλόταν έναντι της απαλλαγής των συμμαχικών αυτών πόλεων από το να συνεισφέρουν πολεμικά πλοία ή πληρώματα στις εκστρατείες της Συμμαχίας. Κι άλλωστε αυτά τα πλήρωναν οι ολιγαρχικοί· όχι ο λαός, ο οποίος απολάμβανε την δημοκρατία και στην πόλη του. Ώστε η δήθεν «τυραννία της Αθήνας» την οποία δήθεν «κατέλυσε η Σπάρτη» είναι μια παρεξήγηση, η οποία οφείλεται στην άγνοια του γεγονότος ότι ο λαός των ελληνικών πόλεων (συμμαχικών ή μη με την Αθήνα) ήταν φιλοαθηναϊκός και φυσικά φιλοδημοκρατικός, ενώ οι ολιγαρχικοί των ελληνικών πόλεων (συμμαχικών ή μη με την Αθήνα) ήταν αντιαθηναίοι, φοβόντουσαν την εξάπλωση της δημοκρατίας και προσέβλεπαν στη Σπάρτη. Αυτά, για να σωπάσουν οι φιλολακεδαιμόνιοι Νεοπαγανιστές του ΥΣΕΕ που έχουν το θράσσος να παριστάνουν και τους αμεσοδημοκράτες από πάνω.

Η Σπάρτη, βέβαια, εκτός από τους Ήρωες Θερμοπυλομάχους και τον Λεωνίδα, έχει να επιδείξει αλλεπάλληλες προδοσίες. Οι Λακεδαιμόνιοι είχαν συμμαχήσει με περηφάνεια με τον Κροίσσο, τον κατακτητή των Ιώνων (Ηρόδοτος, 1, 69). Οι Λακεδαιμόνιοι είχαν αρνηθεί να συνδράμουν τους Έλληνες της Ιωνίας που επαναστάτησαν κατά του περσικού ζυγού (Ηρόδοτος, 5, 50), σ’ αντίθεση με τους Αθηναίους (Ηρόδοτος, 5, 97). Οι Λακεδαιμόνιοι είχαν αρνηθεί να συνδράμουν τους Αθηναίους στη μάχη του Μαραθώνα (Ηρόδοτος, 6, 106, 2-3). Οι Λακεδαιμόνιοι, που μετά τη νίκη των Πανελλήνων στις Πλαταιές, ο Λακεδαιμόνιος αρχιστράτηγος διαπραγματευόταν κρυφά με τους ηττημένους Πέρσες να τους παραδώσει την Ελλάδα, για να γίνει μια περσική επαρχία, με την ελπίδα να γίνει ο ίδιος σατράπης της Ελλάδας, νυμφευόμενος την κόρη του Πέρση βασιλιά (Διόδωρος Σικελιώτης, 11, 44). Οι Λακεδαιμόνιοι, οι «ελευθερωτές της Ελλάδας», που ήδη από το δεύτερο έτος του Πελοποννησιακού Πολέμου έστειλαν πρέσβεις στον Πέρση βασιλιά, ώστε να τον πείσουν να τους δίνει χρήματα και να συμπολεμήσει μαζί τους (Θουκιδίδης, 2, 67, 1) κατέστρεψαν τις Πλαταιές (Θουκιδίδης, 3, 68, 2-3).  Οι Λακεδαιμόνιοι, όπως είπαμε, σύναψαν την Ανταλκίδειο Ειρήνη με τους Πέρσες (Ξενοφώντα, Ελληνικά, 5, 1, 31) βάσει της οποίας επεστράφησαν στον περσικό ζυγό η Μικρά Ασία και η Κύπρος (Κάθε ομοιότητα με τους ολιγαρχικούς μικροελλαδιστές των εκλογών του 1920 και του «η Κύπρος είναι μακριά» του 1974 είναι συμπτωματική). Οι Λακεδαιμόνιοι αρνήθηκαν να εκδικηθούν τους Πέρσες συμμετέχοντας στην πανελλήνια εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Συνεχώς προκαλούσαν αναταραχή θέλοντας να αναλάβουν την πανελλήνια ηγεμονία˙  όσο ο Αλέξανδρος αποτέλειωνε τους Πέρσες, αυτοί ξεσηκώθηκαν  πληρωμένοι από το Δαρείο με περσικό χρυσάφι (Αρριανού, Αλέξανδρου ανάβασις, 2, 14, 6), αλλά οι Μακεδόνες με τον Αντίπατρο κατέβηκαν ώς τον Ευρώτα και κατανίκησαν τον Σπαρτιατικό στρατό˙ κι από τότε οι Λακεδαιμόνιοι παραιτήθηκαν από την φαντασίωση της πανελλήνιας ηγεμονίας (Ο Μέγας Αλέξανδρος, φυσικά, θεωρώντας τους ως μία μειονότητα εγωπαθών, τους περιφρόνησε με το γνωστό ειρωνικότατο Οἱ Ἕλληνες πλὴν Λακεδαιμονίων). Τέλος, οι Λακεδαιμόνιοι συμμάχησαν με τους Ρωμαίους, ήταν φιλορωμαίοι και απολάμβαναν τιμές από αυτούς πριν και μετά την υποδούλωση της Ελλάδας.

Τι να κανείς για την «ένδοξη αιωνία Σπάρτη» διαβάζοντας το κείμενο της πρώτης συνθήκης (ακολούθησαν άλλες δύο) μεταξύ Λακεδαιμόνιων και Πέρση βασιλιά, στα 412 π.Χ., κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο (Θουκιδίδης, 8, 18): «Οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί τους έκλεισαν με το βασιλιά και τον Τισσαφέρνη υπό τους εξής όρους συμμαχία. Όση χώρα και όσες πόλλεις έχει ο βασιλιάς ή είχαν οι πατεράδες του βασιλιά, να ‘ναι του βασιλιά. (..) Και τον πόλεμο, ενάντια στους Αθηναίους να τον διεξάγουν αντάμα ο βασιλιάς και οι Λακεδαιμόνιοι κι οι σύμμαχοί τους και να μην επιτρέπεται ο τερματισμός του πολέμου τούτου ενάντια στους Αθηναίους παρά μόνο αν συμφωνήσουν κι οι δύο πλευρές, ο βασιλιάς δηλαδή κι οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί τους. Όσοι, τέλος, αποστατούν από το βασιλιά, να ‘ναι εχθροί και των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων τους (...)». Με άλλα λόγια η Σπάρτη παραχωρούσε όλες τις απελευθερωμένες μετά τους Περσικούς Πολέμους ελληνικές χώρες ξανά στον Πέρση και δεχόταν ότι αυτός έχει λόγο στον τερματισμό των ενδοελληνικών συγκρούσεων.

Οι Νεοπαγανιστές υποστηριχτές της «Αιωνίας Σπάρτης» ισχυρίζονται ότι ο Ηρόδοτος σφάλλει, διότι ο Πλούταρχος λέει πως η μάχη έγινε στις 6 του μηνός ενώ ο αγγελιοφόρος των Αθηνών έφτασε στη Σπάρτη στις 9 του μηνός. Η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους  ωστόσο τους διαψεύδει (τ. Β’, σ. 295): «Ο Ηρόδοτος γράφει ότι οι Αθηναίοι στρατηγοί, ενώ βρίσκονταν ακόμη στην πόλη, έστειλαν τον Φειδιππίδη στη Σπάρτη, που έφτασε εκεί σε δύο ημέρες. Οι άρχοντες της Σπάρτης απεφάσισαν να βοηθήσουν τους Αθηναίους, αλλά δεν έστειλαν τη βοήθεια αμέσως, γιατί δεν ήθελαν να παραβούν τον νόμο: ήταν 9η του μηνός (δεν προσδιορίζεται ο μήνας) και δεν μπορούσαν να εκστρατεύσουν πριν από την πανσέληνο (= δεκαπέντε του σεληνιακού μηνός). Ο Πλούταρχος δίνει ως ημερομηνία μάχης την 6 Βοηδρομιώνος (Οκτώβριος), που συνέπιπτε με την εορτή της Αρτέμιδος Αγροτέρας, και προσθέτει ότι από τότε οι Αθηναίοι θυσίαζαν στην Άρτεμι κάθε χρόνο ως ευχαριστήρια θυσία 500 ερίφια. Ο Πλούταρχος με την ημερομηνία αυτή προσπαθεί να αποδείξει την ανακρίβεια της αφηγήσεως του Ηροδότου, γιατί, κατά τη γνώμη του, είναι αδύνατονα έφτασε ο αγγελιοφόρος στις 9 του ίδιου μηνός στη Σπάρτη, αφού η μάχη είχε διεξαχθή στις 6. Παράλληλα  παρατηρούσε ότι οι Σπαρτιάτες είχαν πολλές φορές εκστρατεύσει πριν από την πανσέληνο. Η ημερομηνία αυτή του Πλούταρχου απορρίπτεται γενικά. Οι ιστορικοί δέχονται ότι ο Πλούταρχος τοποθέτησε κατά λάθος την μάχη στην εορτή της Αρτέμιδος εξαιτίας της ευχαριστήριας θυσίας, ενώ η 6 Βοηδρομιώνος πρέπει να θεωρηθή μόνο ως χρονικό όριο, πριν από το οποίο έγινε η μάχη. Αντίθετα δίνεται μεγαλύτερη πίστη στον Ηρόδοτο, που ιστορεί ότι οι Πέρσες αποβιβάστηκαν στον Μαραθώνα στις 6 ή 7 του μηνός, ο Αθηναίος αγγελιοφόρος έφθασε στη Σπάρτη στις 9, το εκστρατευτικό σώμα ξεκίνησε μετά την πανσέληνο στις 15 ή 16 του μηνός (η πανσέληνος συμπίπτει πάντοτε με την 15η του μηνός, γιατί οι μήνες είναι σεληνιακοί), και έφθασε σε 3 ημέρες, αλλά μετά τη μάχη, δηλαδή στις 18 ή 19 του μηνός. Το σχήμα αυτό του Ηροδότου πρέπει να γίνει δεκτό με επιφύλαξη (...). Δεν αποκλείεται να έγινε πριν από την πανσέληνο η μάχη». Ο Πλάτωνας γράφει (Νόμοι, 698e): «αυτοί [οι Σπαρτιάτες] δεν κατάφεραν να τους βοηθήσουν, γιατί βρίσκονταν σε πόλεμο με τους Μεσσήνιους ή για κάποιο άλλο λόγο που δεν ξέρω ακριβώς. Έτσι έφτασαν στο Μαραθώνα μια μέρα μετά τη μάχη που έγινε εκεί». Φυσικά, ο Πλάτωνας, ως Αθηναίος, ήξερε πολύ καλά ποιος ήταν αυτός ο «άλλος λόγος που δεν ξέρει ακριβώς», αλλά ως φιλοσπαρτιάτης κάνει πως τον αγνοεί. Ο Ηρόδοτος είναι σύγχρονος των γεγονότων, ο Πλάτωνας όχι. Επιπλέον, ο Πλάτωνας δεν λέει ρητά ότι ο λόγος της άρνησης των Σπαρτιατών ήταν κάποιος πόλεμος με τους Μεσσήνιους – αν διεξαγόταν τότε τέτοιος πόλεμος, ο Ηρόδοτος σίγουρα θα τον ανέφερε ως αιτία – αλλά απλώς ότι αυτός είναι ένας πιθανός λόγος. Αυτή η δήθεν άγνοια του Πλάτωνα μαζί με το ότι δεν ήταν σύγχρονος της μάχης του Μαραθώνα, αρκούν για να δεχτούμε τον Ηρόδοτο κι όχι τον Πλάτωνα. Όσο για τα επιχειρήματα του Πλούταρχου (Περί της Ηροδότου κακοηθείας, 26 (861e- 862c)), η αλήθεια είναι πως αν ο μήνας της μάχης είναι ο σπαρτιατικός Κάρνειος (15 Αυγούστου- 15 Σεπτεμβρίου), τότε ο Ηρόδοτος έχει δίκαιο, διότι από τις 7 ώς τις 15 του Κάρνειου οι Λακεδαιμόνιοι γιόρταζαν τον Κάρνειο Απόλλωνα και όπως λέει ο Θουκιδίδης (5, 54, 75) όλοι οι Δωριείς απείχαν από πολεμικές πράξεις κατά το διάστημα του εορτασμού. Αν πάλι ο μήνας είναι, όπως ισχυρίζεται ο Πλούταρχος, ο Βοηδρομίωνας (15 Σεπτεμβρίου – 15 Οκτωβρίου), τότε ο Πλούταρχος φαίνεται να δέχεται ότι η μέρα τέλεσης της ευχαριστήριας τελετής (η 6η του μήνα) συνέπιπτε ακριβώς με την ημέρα διεξαγωγής της μάχης, πράγμα που δεν αληθεύει, διότι ο καθορισμός της ημερομηνίας της ευχαριστήριας τελετής προς την Αγροτέρα Αρτέμιδα (και για τη νίκη στο Μαραθώνα) έγινε εντελώς συμβατικά, διότι η έκτη μέρα κάθε μήνα ήταν ούτως ή άλλως αφιερωμένη στην Αρτέμιδα. Δεν είναι απαραίτητο, λοιπόν, να έγινε η μάχη στις 6 του Βοηδρομίωνα. Ο Πλούταρχος αντί να σκεφτεί σοβαρά, συκοφαντεί τον Ηρόδοτο. Αυτά, λοιπόν, για τις συνωμοσιολογίες των «σπαρτιατολόγων» Νεοπαγανιστών.

Αλλά κι αυτό το μοναδικό γεγονός, της μάχης των Θερμοπυλών, έχει διαστρεβλωθεί. Στις Θερμοπύλες πολέμησαν, 1.120 Αρκάδες, 1.000 Τεγεάτες και Μαντινείς, 700 Θεσπιείς, 400 Θηβαίοι, 400 Κορίνθιοι, 300 Σπαρτιάτες, 200 Φλειούντιοι, 80 Μυκηναίοι, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (7, 202-203). Την τελευταία ημέρα έμειναν οι 700 Θεσπιείς και οι 300 Σπαρτιάτες. Οι Σπαρτιάτες έστειλαν τη τρίτη πιο μικρή δύναμη, κι όμως, μόνο αυτοί επαινούνται˙ οι Θεσπιείς με το υπερδιπλάσιο του σπαρτιατικού σώμα στρατού, ελάχιστα αναφέρονται. Το κατόρθωμα 4.200 Ελλήνων αποδίδεται στο Λεωνίδα και στους 300, στο ένα δέκατο τέταρτο, δηλαδή, των αμυνομένων. Γιατί; Μα για να εξιδανικευτεί ο ηρωισμός των Λακεδαιμονίων˙ «αυτοί είχαν την ανώτερη πολεμική αρετή»˙ έτσι ώστε να επαινεθεί το δικτατορικό πολίτευμα της Σπάρτης, που τάχα μόνο αυτό έβγαζε τέτοιους θαρραλέους πολεμιστές, ενώ οι άλλοι τάχα ήταν άκαπνοι δειλοί.

Άλλωστε η λογική της Σπάρτης διόλου ηρωική δεν ήταν. Όταν οι υπόλοιπες πόλεις-κράτη καταστρέφονταν ή υποτάσσονταν από τις τεράστιες στρατιές του Ξέρξη και η Αθήνα οδηγούσε τους Έλληνες στην οργανωμένη επίθεση κατά των Περσών, οι Λακεδαιμόνιοι έστειλαν μόνο 300 στρατιώτες υπό τον Λεωνίδα, επειδή, όπως πάντα, φοβόντουσαν ότι οι σκλάβοι τους θα επαναστατούσαν. Η ολιγαρχική τάξη που κυβερνούσε τη Σπάρτη μάλλον θα σκέφτηκε ότι ήταν προτιμότερο να προστατέψουν την πόλη τους στα σύνορα της Λακωνίας, σε περίπτωση που οι Πέρσες κατάφερναν να φτάσουν έως εκεί, παρά να ρισκάρουν επανάσταση των σκλάβων στέλνοντας όλο (ή τον περισσότερο) τον στρατό τους στις Θερμοπύλες. Η λογική τους ήταν ότι αν οι 300 νικούσαν, η νίκη τους θα προσέδιδε ακόμα μεγαλύτερη δόξα στη Σπάρτη. Ενώ εάν νικούνταν, θα δοξάζονταν από όλους ως ήρωες, πράγμα που έγινε, χωρίς ωστόσο αυτό να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια της Λακεδαιμονίας. Σε όλες τις αναφορές στη μάχη τον Θερμοπυλών δίνεται έμφαση στην ανδρεία του Λεωνίδα και των 300, αλλά διόλου δεν εξηγούνται οι προδοτικοί και ανθελληνικοί λόγοι που οδήγησαν την (όπως ξιπάζονταν οι ίδιοι οι Λακεδαιμόνιοι) «καλύτερη στρατιωτική μηχανή της Ελλάδας» να στείλει μόνο τριακόσιους.

Όσο για το περίφημο «μολών λαβέ», αυτό είτε είναι προπαγάνδα του φιλολακεδαιμόνιου Πλούταρχου είτε, απλώς, προϊόν της άγνοιάς του. Εξηγούμαστε: πρώτος και μόνος ο Πλούταρχος, έπειτα από 500-600 χρόνια, γράφει, σε μια ηθικοδιδακτική συλλογή σπαρτιατικών ρητών και ανεκδότων, τα Αποφθέγματα Λακωνικά, Λεωνίδας, 11 (225c), πως ο Λεωνίδας είπε τέτοιο πράγμα στον Ξέρξη: «πάλιν δε όταν ο Ξέρξης έγραψε "στείλε τα όπλα σου", απήντησε [ο Λεωνίδας] "έλα και πάρε τα"». Ο Ηρόδοτος, που έζησε τον 5ο π.Χ. αι., δεν αναφέρει τίποτε˙ όπως και οι υπόλοιποι ιστοριογράφοι στο διάστημα των επόμενων 600 ετών από τους Περσικούς Πολέμους. Μάλιστα ο Ηρόδοτος περιγράφει λεπτομερώς τη συνάντηση των δύο στρατών στις Θερμοπύλες και πουθενά δεν λέει ότι ανταλλάχθηκαν μηνύματα μεταξύ των αντιπάλων πριν τη μάχη: «Άφησε λοιπόν [ο Ξέρξης] να περάσουν τέσσερις μέρες ελπίζων πάντοτε ότι θα αποσυρθούν [από τις Θερμοπύλες οι Έλληνες] με τρόπο˙ την πέμπτη όμως επειδή δεν έφευγαν, παρά επέμεναν ακλόνητοι, εθύμωσε, και στέλλει εναντίον τους τους Μήδους και τους Κισσίους με την διαταγή να τους πιάσουν ζωντανούς και να τους φέρουν ενώπιόν του» (Ηρόδοτος, 7, 210, 1). Καμμιά υπόνοια για διάλογο και αποστολή αγγελιοφόρων δεν υπάρχει. Άλλο πράγμα η παραμονή, ώς το τέλος, του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες κι άλλο πράγμα η απάντηση σε ανύπαρκτο Πέρση αγγελιοφόρο. Ακόμη κι ο Διόδωρος Σικελιώτης (περ. 90-30 π.Χ.) αναφέρει: «ο Ξέρξης έστειλε αγγελιοφόρους στις Θερμοπύλες, για να ανακαλύψουν μεταξύ άλλων, τι σκόπευαν να κάνουν οι Έλληνες σχετικά με τον πόλεμο μαζί του. Πρόσταξε επίσης τους αγγελιοφόρους να τους παραγγείλουν ότι ο βασιλιάς Ξέρξης προστάζει να αφήσουν όλοι τα όπλα τους, να επιστρέψουν χωρίς κανένα κίνδυνο στις πατρίδες τους και να συμμαχήσουν με τους Πέρσες˙ όταν θα τα έκαναν αυτά, τους υποσχέθηκε ότι θα έδινε στους Έλληνες μεγαλύτερη και καλύτερη χώρα από αυτή που κατείχαν τώρα. Ο Λεωνίδας, αφού άκουσε τους αγγελιοφόρους, αποκρίθηκε ότι, ακόμα κι αν συμμαχούσαν με το βασιλιά, θα του ήταν πιο χρήσιμοι με τα όπλα τους, αλλά και αν αναγκάζονταν να πολεμήσουν μαζί του, θα αγωνίζονταν με αυτά με μεγαλύτερη γενναιότητα υπέρ της ελευθερίας» (Διόδωρος Σικελιώτης, 11, 5, 4-5). Συμπέρασμα; Εκτός κι αν ο Πλούταρχος είχε την επιφοίτηση του Απόλλωνα, το «μολών λαβέ» δεν ελέχθη ποτέ. Δεν είναι δυνατόν, κάτι που ιστορικοί όπως ο Ηρόδοτος κι ο Διόδωρος Σικελιώτης δεν ανέφεραν, να θεωρείται λεχθέν από τον Λεωνίδα. Τα σχολικά βιβλία διδάσκουν τους μαθητές ένα ανύπαρκτο ρητό.

Ούτε η καλλίτερη θέση της γυναίκας στη Σπάρτη οφειλόταν σε διαφορετική αντίληψη γι’ αυτήν ως ισότιμου πλάσματος με τον άντρα. Εάν επιτρεπόταν στις αρχαίες Σπαρτιάτισσες να αθλούνται, να εκπαιδεύονται και να έχουν κάπως καλλίτερη μεταχείριση από την μεταχείριση ζώου που είχαν οι λοιπές τυχερές αρχαίες παγανίστριες, αυτό οφείλεται στο ότι έπρεπε να είναι υγιείς μηχανές παραγωγής Σπαρτιατών. Σε τίποτε άλλο, ούτε σε προσπάθεια εξίσωσης και ισότητας. Απόδειξη; «Γι’ αυτό, εξ αρχής, επέμενε [ο Λυκούργος] στην φυσική εξάσκηση των γυναικών όχι λιγότερο απ’ ό,τι για την εξάσκηση των ανδρών: επιπλέον, θεσμοθέτησε αγώνες και δοκιμασίες δύναμης για γυναίκες και για άντρες, πιστεύοντας, ότι, εάν αμφότεροι οι γονείς είναι δυνατοί, παράγουν πιο δυνατούς απογόνους» (Ξενοφώντα, Λακεδαιμονίων Πολιτεία, 1, 4.). Διαφορετικά, θα υπήρχαν γυναίκες έφοροι, γυναίκες γερουσιαστές, γυναίκες βασιλείς. Να υπενθυμίσουμε, ότι στους 16 αιώνες παγανισμού από τον τρωικό πόλεμο ώς τον 4ο μ.Χ. αιώνα δεν υπήρξε ούτε μία γυναίκα αρχηγός πολυθεϊστικού κράτους εν Ελλάδι.

Φυσικά ο μύθος της ανυπαρξίας μοιχίας και μοιχών στην Λακεδαιμονία αμφισβητείται από όλους τους αρχαίους συγγραφείς. Εξαίρεση μοναδική αποτελεί ο φιλολακεδαιμόνιος Πλούταρχος, που αρνείται ότι ο δανεισμός γυναικών οδηγούσε στη μοιχία. Οι υπόλοιποι περιγράφουν την ακολασία και τα κερατώματα που ήταν σύνηθες φαινόμενο, εξαιτίας της νομοθεσίας του Λυκούργου. Έτσι, η άποψη πως τάχα, η νεαρή γυναίκα ενός γέρου άνδρα μπορούσε να δοθεί, με τη συγκατάθεσή της, σε έναν νέο άντρα για συνουσία, προκειμένου να γεννηθούν απόγονοι, τους οποίους ο γηραλέος σύζυγος ύστερα θα αναγνώριζε ως δικά του παιδιά και πέρα από αυτά, δεν υπήρχε θέμα μοιχείας στην Λακεδαίμονα, είναι μυθοπλασία. Ο σπαρτιάτης βασιλιάς Δημάρατος εκθρονίστηκε, επειδή πιστευόταν ότι δεν ήταν ο γιος του προηγούμενου βασιλιά (Ηρόδοτος, 6, 61-67) και για τον ίδιο λόγο ο Λεωτυχίδης εμποδίστηκε να αναλάβει την εξουσία. (Ξενοφώντα, Ελληνικά 3, 3, 1-4). Άρα στη Σπάρτη δεν γίνεται ταυτόχρονα να μην είχαν πρόβλημα με τη μοιχεία και να εμπόδιζαν παιδιά που ήταν καρποί μοιχείας να λάβουν το θρόνο.

Η σεξουαλική ελευθερία ανδρών και γυναικών στη Λακεδαιμονία αποδεικνύεται ανύπαρκτη: «υπήρχε, όπως φαίνεται, στη Σπάρτη, ένα είδος δίκης γιατί δεν παντρεύτηκε κανείς και για το ότι παντρεύτηκε αργά και για το ότι δεν έκανε καλό γάμο» (Πλούταρχου, Λύσανδρος  30, 7). Ασφαλώς, οι Νεοπαγανιστές θεωρούν, ότι μπορούν να χλευάζουν τη χριστιανική αντίληψη περί έρωτα, ενώ ταυτόχρονα να θαυμάζουν την κυριολεκτικά «ασκητική» λακεδαιμονική διαβίωση: «Την αρπαζόμενη [νύφη] παρελάμβανε η λεγομένη νυμφέυτρια, της έκοβε σύρριζα τα μαλλιά, της έβαζε ανδρικό ιμάτιο και υποδήματα και την επλάγιαζε μόνην χωρίς φως εις στρώμα από καλάμια (...). Αφού [ο σύζυγος] έμενε μαζί της [με τη γυναίκα του] όχι πολύν καιρόν απήρχετο με κοσμιότητα, όπου συνήθιζε προηγουμένως, δια να κοιμηθή μαζί με τους άλλους νέους και του λοιπού χρόνου έτσι έκαμνε, περνών την ημέραν του και αναπαυόμενος το βράδυ μαζί με τους νέους, εις δε την νύμφην εσύχναζε κρυφά με ευλάβεια, διότι εντρέπετο καιε φοβείτο μήπως τον αντιληφθή κανείς από την οικείαν (...). Και έκαμνον τούτο επί πολύν καιρόν, ώστε μερικοί εγέννησαν και παιδιά, προτού ιδούν την γυναίκαν των την ημέραν» (Πλούταρχου, Λυκούργος, 15). Συνεπώς, οι Νεοπαγανιστές είναι υποκριτές εθνικιστές, αφού το ίδιο πράγμα το επιδοκιμάζουν και το αποδοκιμάζουν.

Βέβαια, όλα αυτά μόνο ισότητα δεν συνεπάγονταν για την αρχαία Σπαρτιάτισσα: της μάθαιναν να ζει αγορίστικα (υποχρεωτικά κοντό μαλλί)˙ ουσιαστικά την εμπόδιζαν να συναναστρέφεται με τον άντρα της και να αναπτύσσεται  οικειότητα αναμεταξύ τους, «επειδή έτσι διέταξε ο Λυκούργος», μην τυχόν καταντήσουν.. φιλήδονοι από την πολλή οικειότητα˙ της άρπαζαν το παιδί από την αγκαλιά της, στα επτά του χρόνια, ώστε να μην αναπτυχθεί η σχέση μητέρας-παιδιού˙ την εξευτέλιζαν κουρεύοντάς την σύρριζα, σαν κατάδικο στο Άουσβιτς. «Ο Λυκούργος ήθελε» να γίνει μια ψυχρή μηχανή παραγωγής πολεμιστών, πάντα μακριά από τον άντρα και το παιδί της, δίχως τη φυσιολογική ψυχική επαφή που όλοι μας έχουμε με τις μητέρες/τις γυναίκες μας. Επειδή «έτσι διέταζε ο Λυκούργος».

            Γίνεται λόγος για τον τάχα ανώτερο τρόπο διαβίωσης των Λακεδαιμονίων, χάρη στον οποίον κυριαρχούσαν. Ο Αριστοτέλης σχολιάζει αυτόν το μύθο: «Δεν ήταν ανώτεροι [οι Λακεδαιμόνιοι] επειδή γύμναζαν τους νέους έτσι, αλλά επειδή οι Σπαρτιάτες γυμνάζονται ενώ οι άλλοι όχι» (Πολιτικά, Θ’, 3 (1338b 27)) και «Οι Σπαρτιάτες ... εξαιτίας των επίπονων ασκήσεων έκαναν τα παιδιά θηριώδη, γιατί νομίζουν ότι τούτο βοηθά στην ανάπτυξη της ανδρείας» (Πολιτικά, Θ’ , 3 (1338b, 11)).

Ακόμη κι ο φιλοσπαρτιάτης Πλάτωνας, δεν αντέχει τη Σπαρτιατική παιδεία και λέει: «Μπορεί κανείς να διατάξει συγκεκριμένες ασκήσεις για κάποιο άτομο, οι οποίες θα αποδειχθούν βλαβερές από τη μια πλευρά και χρήσιμες από την άλλη. Η γυμναστική και τα συσσίτια ωφελούν τις πόλεις σημαντικά αλλά ευνοούν από το άλλο μέρος τις επαναστάσεις. (...). Ειδικότερα η εφαρμογή αυτού του νόμου από πολύ παλιά φαίνεται ότι προκάλεσε διαστροφή των φυσικών σεξουαλικών ηδονών τόσο στους ανθρώπους όσο και στα ζώα. Γι’ αυτές τις διαστροφές υπεύθυνες είναι οι δυο πόλεις σας [=Σπάρτη και Κρήτη] αλλά και αρκετές άλλες που έχουν ρίξει όλο το βάρος τους στις γυμναστικές ασκήσεις» (Νόμοι 636ab). Ο Πλάτωνας λέει επίσης (Νόμοι, 667a): «οργανώσατε [οι Σπαρτιάτες και οι Κρήτες] το πολίτευμά σας με στρατιωτικό τρόπο κι όχι ως κοινωνία ανθρώπων που ζουν σε πόλεις (...) Δεν προσπαθήσατε να του [=του κάθε νέου] δώσετε την κατάλληλη ανατροφή, ώστε όχι μόνο να γίνει καλός στρατιώτης, αλλά και να μπορεί να διοικεί μια ή περισσότερες πόλεις».

Αλλά κι ο θεσμός των συσσιτίων, με τον τρόπο που τον καθιέρωσε ο Λυκούργος στη νομοθεσία του, ήταν άδικος, βασισμένος στην ανισότητα του πλούτου και συνεπώς αναποτελεσματικότερος από αυτόν της Κρήτης – από την οποία αντέγραψε το σύστημα ο Λυκούργος – διότι στην Κρήτη σιτίζονταν όλοι δωρεάν, ενώ στη Σπάρτη όχι. «Τα συσσίτια είναι καλύτερα στην Κρήτη παρά στη Σπάρτη. Στη δεύτερη καθένας συνεισφέρει ένα προκαθορισμένο ποσό, κατά κεφαλήν, κι αν δεν το προσφέρει, ο νόμος τον εμποδίζει να ασκεί τα πολιτικά του δικαιώματα, όπως έχει ήδη ειπωθεί, στην Κρήτη όμως το σύστημα έχει περισσότερο λαϊκό χαρακτήρα. Από τους καρπούς της γης και τα κρατικά κοπάδια κι από τους φόρους των περίοικων, ένα μέρος έχει καθοριστεί για τη λατρεία των θεών, και τις δημόσιες ανάγκες, ενώ το άλλο πάει στα συσσίτια, έτσι ώστε όλοι, άντρες, γυναίκες και παιδιά να συντηρούνται από το δημόσιο» (Αριστοτέλη, Πολιτικά, Β’, 10 (1272a 13-22)). Οι Δωριείς που είχαν δικαιώματα σε όλα τα πολιτικά αξιώματα λεγόταν Όμοιοι και επειδή είχαν κλήρο μετείχαν στα συσσίτια, σε αντίθεση με τους υπομείονες, που επειδή δεν είχαν κλήρο κι ήταν φτωχοί δεν μετείχαν στα συσσίτια και είχαν μεν αστικά αλλά δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα.

Υπάρχουν κι άλλοι μύθοι, πέραν αυτών. Ο μύθος των Λακεδαιμονίων που είναι υπεράνω χρημάτων. Ότι τάχα δεν ενδιαφέρονταν να πλουτίσουν. Ο Αριστοτέλης διαψεύδει ότι κάτι τέτοιο γινόταν, χωρίς να είναι ο πρώτος, αφού κι ο Ηρόδοτος λέει ότι στον καιρό του δεν υπήρχε Σπαρτιάτης που να αντέχει στη δωροδοκία. Γράφει ο Αριστοτέλης ότι η τάχα ανώτερη σπαρτιατική νομοθεσία είχε αποτέλεσμα η Σπάρτη να είναι αχρήματος και οι πολίτες φιλοχρήματοι «τὴν μὲν γὰρ πόλιν πεποίηκεν ἀχρήματον, τοὺς δ’ ἰδιῶτας φιλοχρημάτους» (Πολιτικά, Β’, 9 (1271b 15)). Ένα φυσιολογικό αποτέλεσμα.  

Η αντίληψη περί ισότητας στην ιδιοκτησία, που τάχα η νομοθεσία του Λυκούργου καθιέρωσε κι επέβαλε, είναι ακόμη ένας μύθος. Εξαιτίας της ανεπάρκειας των σπαρτιατικών νόμων γρήγορα οι πολλοί κατέληξαν ακτήμονες και οι λίγοι κατέληξαν πλούσιοι: «άλλοι έτυχε να έχουν πολύ μεγάλη περιουσία, άλλοι πολύ μικρή και γι’ αυτό η χώρα [η Λακεδαίμονα] βρίσκεται στα χέρια των λίγων. Υπεύθυνοι γι’ αυτό είναι οι νόμοι. Σωστά απαγόρευε ο νόμος την αγοραπωλησία των υπαρχόντων περουσιακών στοιχείων, επέτρεψε όμως ελεύθερα τη δωρεά και την κληροδοσία τους. Ωστόσο, είτε με τον ένα τρόπο αλλάξει χέρια η περιουσία είτε με τον άλλο, στο ίδιο αποτέλεσμα καταλήγουμε αναγκαστικά» (Αριστοτέλους, Πολιτικά, Β’, 9 (1270a 16-23)).

«Στη Σπάρτη επιτρέπεται να δώσει ο πατέρας την κληρονόμο του σε όποιον θέλει˙ κι αν πεθάνει χωρίς διαθήκη, τότε ο επίτροπος της κληρονόμου την δίνει σε όποιον εκείνος θέλει. Έτσι η χώρα έχει λιγότερους από χίλιους πολεμιστές, αν και μπορεί να θρέψει χίλιους πεντακόσιους ιππείς και τριάντα χιλιάδες οπλίτες. Αποδεικνύεται λοιπόν ότι οι σχετικοί νόμοι δεν ήταν σωστοί. Και γι’ αυτό δεν άντεξε το πλήγμα η πόλη και καταστράφηκε, έχοντας μόνο τόσους λίγους στρατιώτες. Λεν ότι την εποχή των προηγούμενω βασιλιάδων επέτρεπαν στους ξένους να πολιτογραφούνται, ώστε να μη γίνει η πόλη ολιγάνθρωπος εξαιτίας των μακρόχρονων πολέμων. Υπήρξε μάλιστα εποχή, όπως λεν, που οι πολίτες στη Σπάρτη ήταν δέκα χιλιάδες» (Αριστοτέλους, Πολιτικά, Β’, 10 (1270a 27-38)). Όπως είναι γνωστό κανείς ξένος παράγοντας δεν επέβαλε κανέναν νόμο ή αλλαγή των νόμων στην Σπάρτη. Οι ίδιοι οι Σπαρτιάτες είχαν τους νόμους που διάλεγαν.

Στην πραγματικότητα, η νομοθεσία του Λυκούργου ήταν τόσο καταστροφική, ώστε η Αρχαία Σπάρτη έγινε ένα κράτος – στρατόπεδο, με τους πολίτες της να μην ξέρουν τίποτε άλλο στη ζωή τους εκτός από να πολεμούν. Γι’ αυτό η Λακεδαιμονία δεν έχει να συνεισφέρει τίποτε στο θαύμα της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας του 5ου π.Χ. αιώνα. Γράφει ο Αριστοτέλης (Πολιτικά Β’, 9 (1271b, 3-6)): «Διατηρήθηκαν λοιπόν οι Σπαρτιάτες όσο διαρκούσαν οι πόλεμοι. Όταν νίκησαν τους εχθρούς, καταστράφηκαν, αφού δεν ήξεραν πώς να ζήσουν ειρηνική ζωή και δεν ασχολήθηκαν με καμμιά άλλη ασχολία πιο σημαντική από τον πόλεμο». Πράγματι με την «ανώτερη λυκούργεια νομοθεσία» οι Λακεδαιμόνιοι κατόρθωσαν να καταστρέψουν την πρώτη άμεση δημοκρατία του κόσμου, αλλά δεν μπορούσαν να διατηρήσουν την ίδια νομοθεσία ηγεμονεύοντας στην Ελλάδα. Είτε έπρεπε να την αλλάξουν (π.χ. εξισώνοντας τους Είλωτες με τους Όμοιους) είτε να καταστραφούν και να χάσουν την ηγεμονία τους, αφού τα μιλιταριστικά ιδεώδη τους δεν μπορούσαν να τα επιβάλλουν σε όλους τους Έλληνες. Με άλλα λόγια, η λυκούργεια νομοθεσία ήταν αδιέξοδη δίχως εναλλακτικές λύσεις.

Όχι μόνο η σπαρτιατική νομοθεσία, την οποία οι Νεοπαγανιστές επαινούν ως πρότυπο, κατέστησε τους Αρχαίους Σπαρτιάτες ανίκανους να αυτοσυντηρηθούν και να παράξουν κουλτούρα ισάξια της αθηναϊκής, αλλά τούς έμαθε να περιφρονούν τη δουλειά και να υπερασπίζονται την οκνηρία! Το λακεδαιμονιακό κηφηναριό πολεμούσε τους εξωτερικούς εχθρούς, ενώ όταν δεν είχε πόλεμο έσφαζε τους Είλωτες, που του έδιναν το φαΐ στο στόμα. Όταν ένας Αθηναίος καταδικάστηκε επί αργία (οκνηρία), ένας Σπαρτιάτης που έτυχε να είναι στην Αθήνα εκείνη την εποχή απόρησε και θεώρησε πως ο καταδικασθείς θέλησε απλώς να ζει αξιοπρεπώς και ελεύθερα (Πλουτάρχου, Λυκούργος, 24).

Να πώς συμπεριφέρονταν οι αρχαίοι Σπαρτιάτες στους Είλωτες (Φυσικά, κι οι Έιλωτες, Έλληνες ήταν. Αλλά αυτό το «ξεχνάν» οι αρχαιοκεντρικοί. Ανέχονται την εμφύλια καταπίεση, μη τυχόν και σπιλωθεί η «αιώνια Σπάρτη»): «Οι Σπαρτιάτες, επιθυμώντας να ξεφορτωθούν τους πιο ισχυρούς από τους Είλωτες, έστειλαν χίλιους από αυτούς, τους πιο περήφανους, πιστεύοντας ότι θα εξολοθρευτούν στις μάχες. Έκαναν όμως και κάτι άλλο βίαιο και σκληρό, με το οποίο υπέθεταν ότι θα ταπεινώσουν τους Είλωτες. Κήρυξαν την απογραφή των Ειλώτων που είχαν κάνει κάτι καλό για την Σπάρτη, υποσχόμενοι ότι θα τους απελευθερώσουν, μετά από εξέταση. Τους δύο χιλιάδες που απογράφηκαν, οι Σπαρτιάτες έδωσαν εντολή στους ισχυρότερους πολίτες να τους σκοτώσουν, τον καθένα στο σπίτι του» (Διόδωρου Σικελιώτη, Βιβλιοθήκης Ιστορικής Βίβλος Δωδέκατη, 67, 3-4). Αυτό θα πει αρχαία σπαρτιατική φρίκη. Η γενοκτονία των αυτοχθόνων Ειλώτων από τους κατακτητές Δωριείς. Έσφαζαν ακόμα και τους συμπολεμιστές τους. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Έχει και ακόμη φρικτότερα περιστατικά:

«(...) Η ονομαζόμενη από αυτούς [Σπαρτιάτες] κρυπτεία (...) συνίσταται στο εξής: Οι άρχοντες από καιρού εις καιρό έστελναν έξω σε διάφορα μέρη της χώρας τους θεωρούμενους ως πλέον ευφυείς από τους νέους, οι οποίοι είχαν μαζί τους εγχειρίδια και τα αναγκαία τρόφιμα και τίποτε άλλο. Αυτοί κατά τη διάρκεια της ημέρας διασπειρόμενοι σε τόπους κρυφούς κρύβονταν και αναπαύονταν. Τη νύχτα κατέβαιναν στους δρόμους και όσους από τους Είλωτες συλλάμβαναν, τους έσφαζαν. Πολλές φορές, πετριτρέχοντας και τους αγρούς, έσφαζαν και τους ρωμαλεώτερους και ανδρεώτερους από εκείνους. Έτσι κι ο Θουκιδίδης στην ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου διηγείται (4, 80) ότι όσοι εξελέγησαν από τους Σπαρτιάτες για να ελευθερωθούν, λόγω ανδραγαθίας στεφανώθηκαν, γιατί έγιναν ελεύθεροι, και περιήλθαν τους ναούς των θεών, αλλά λίγο μετά όλοι εξαφανίστηκαν, περισσότεροι από δύο χιλιάδες, ώστε ούτε αμέσως τότε ούτε μετά μπορούσε κανείς να πει με πιο τρόπο δολοφονήθηκαν. Ο Αριστοτέλης μάλιστα λέει, ότι οι έφοροι ευθύς μόλις εκλέγονται, κηρύττουν τον πόλεμο κατά των Ειλώτων, ώστε να θεωρείται νόμιμο να τους σφάζουν» (Πλούταρχου, Λυκούργος, 28).

Τουλάχιστον οι Λακεδαιμόνιοι δεν χρησιμοποιούσαν φούρνους, όπως οι Ναζί, που θαύμαζαν τη σπαρτιατική ευγονική και το πολίτευμα της Λακεδαιμονίας. Θα αξίζει να θαυμάσουμε όμως την γενοκτονία των Ελλήνων αυτοχθόνων από μια δράκα Δωριέων. Μια γενοκτονία, για την οποία ποτέ δε θα μιλήσουν οι Νεοπαγανιστές. Να τι έκαναν στους άοπλους Είλωτες οι γενναίοι παλικαράδες Λακεδαιμόνιοι, για να διασκεδάζουν μαζί τους, όταν δεν τους κατέσφαζαν: «Τους ανάγκαζαν να πίνουν πολύ άκρατο οίνο και τους περιέφεραν μετά στα συσσίτια. (...) Τους διέταζαν να ψάλλουν τραγούδια και να χορεύουν χορούς απρεπείς και γελοίους και να μην κάνουν τίποτε από όσα αρμόζουν σε ελεύθερους» (Πλουτάρχου, Λυκούργος, 28). Είναι ίσως η πρώτη καταγεγραμμένη στην ιστορία επιχείρηση ψυχολογικού πολέμου και συνεχούς εξευτελισμού του άμαχου πληθυσμού. Όπως οι Τούρκοι χλεύαζαν τους ραγιάδες Έλληνες με χίλιες δυο καθημερινές γελοιοποιήσεις και εξευτελισμούς, έτσι και οι Λακεδαιμόνιοι τους Είλωτες Έλληνες. Γι’ αυτό ισχύει ότι στη Σπάρτη «ο δούλος είναι υπερβολικά δούλος» (Πλούταρχου, Λυκούργος, 28).

«Στους Είλωτες επέβαλαν κάθε προσβλητική δουλειά που συντελούσε σε κάθε είδους ταπείνωση. Όρισαν ως υποχρεωτικό ότι ο καθένας θα έπρεπε να φορεί ένα σκούφο από δέρμα σκύλου και ένα δερμάτινο χιτώνιο, και ότι έπρπε να υφίσταται ένα ορισμένο αριθμό χτυπημάτων κάθε χρόνο, χωρίς να υποπέσει σε κανένα παράπτωμα, για να μην ξεχάσουν ποτέ ότι είναι δούλοι. Επιπλέον, αν κανείς ξεπερνούσε την εμφάνιση που ταίριαζε σ’ έναν δούλο, του επέβαλαν τη θανατική ποινή, με ένα πρόστιμο στους κυρίους αν αυτοί δεν προσπαθούσαν να σταματήσουν αυτούς που γίνονταν ισχυροί» (Μύρων (FgrHist 106 F2) = Αθήν. 657d). Αυτά μάς θυμίζουν τις απαγορεύσεις των Τούρκων στους Έλληνες να φοράνε πλούσια ρούχα και να χτίζουν πολυτελή σπίτια και εκκλησίες, γιατί έτσι ανατρεπόταν το καθεστώς δουλείας.

Όταν κάποιοι Είλωτες είχαν καθίσει ικέτες στο ναό του Ποσειδώνα στο Ταίναρο, οι Λακεδαιμόνιοι τους σήκωσαν με το ζόρι από εκεί κι αφού τους απομάκρυναν, τους έσφαξαν (Θουκιδίδης, 1, 128, 1). Ο Ισοκράτης διακηρύσσει: «οι Λακεδαιμόνιοι θανάτωσαν περισσότερους Έλληνες χωρίς δίκη από όσους δικάστηκαν στην Αθήνα από την ίδρυση της πόλης μας» (12, 66). Άλλωστε, κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, «οι Λακεδαιμόνιοι εφόνευον ως εχθρούς όλους, όσους συνελάμβανον εις την θάλασσαν, και τους συμπολεμούντας μετά των Αθηναίων και τους ουδετέρους» (Θουκιδίδης, 2, 67, 4). Ακόμη και τους ουδέτερους Έλληνες έσφαζαν. Τους Είλωτες δε θα ‘σφαζαν; Και βέβαια, το γεγονός ότι οι Δωριείς Σπαρτιάτες αρνήθηκαν πεισματικά επί δέκα αιώνες («Η ειλωτία διετηρήθη σχεδόν άνευ μεταβολής μέχρι της ρωμαϊκής κυριαρχίας», Στράβων, 8, 4 (c365)) να δώσουν το παραμικρό πολιτικό δικαίωμα και ισότητα στους αυτόχθονες (και Έλληνες βεβαίως!) κατοίκους της Λακεδαιμονίας, τους οποίους υποδούλωσαν, είναι ακόμη μια απόδειξη του στενοκέφαλου, αντιδημοκρατικού και ανθελληνικού φυλετισμού τους.

Είναι πέραν κάθε νοσηρής φαντασίας η Νεοπαγανιστική άποψη ότι οι Είλωτες καλοπερνούσαν στην Αρχαία Σπάρτη. Αν καλοπερνούσαν, δεν θα έκαναν τόσες επαναστάσεις. Ακόμη και οι Περίοικοι (ντόπιοι, μη Δωριείς, των οποίων η κοινωνική-πολιτική θέση ήταν μεταξύ της θέσης των Ειλώτων και της θέσης των Λακεδαιμονίων) της Λακεδαιμονίας επαναστατούσαν μαζί με τους Είλωτες κατά της κατοχής του τόπου τους. (Θουκιδίδης, 1, 101). Φυσικά, ο Αριστοτέλης κατακρίνει το πολεμικό ιδεώδες της Λακεδαιμονίας: «Δεν πρέπει να θεωρούμε ευτυχισμένη μια πόλη ούτε να εγκωμιάζουμε τον νομοθέτη της, επειδή προετοίμασε τους κατοίκους της να κυριαρχήσουν πάνω στις γειτονικές πόλεις» (Πολιτικά, Η’, 13 (1333b 39)).

Μια άλλη λανθασμένη αντίληψη (όχι μόνο νεοπαγανιστική) είναι ότι οι Λακεδαιμόνιοι δεν είχαν ιδιωτικούς δούλους, αλλά ότι οι μόνοι δούλοι ήταν οι Είλωτες, οι οποίοι ήταν κρατική περιουσία. Αυτή η αντίληψη οδήγησε και στην αφαίρεση από τα σχολικά βιβλία – προς μεγάλη χαρά των Νεοπαγανιστών – μιας φανταστικής διήγησης για την ζωή ενός δούλου στην Λακεδαιμονία, ο οποίος πουλήθηκε. Η αλήθεια, δυστυχώς, κι εδώ είναι εναντίον της νεοπαγανιστικής «ολιγαρχολατρίας». «Εκφράστηκε αμφιβολία κατά πόσο οι Σπαρτιάτες είχαν οποιουσδήποτε άλλους δούλους από τους Είλωτες. (...) Αλλά υπάρχει κάποια μαρτυρία ότι υπήρχαν επίσης κι άλλοι δούλοι. Ένα χωρίο αναφέρει την υπεροχή των Σπαρτιατών έναντι της Αθήνας «στην ιδιοκτησία των δούλων, και άλλων και των ειλώτων» (Πλάτωνα Αλκιβιάδης, 122d). Ένα άλλο χωρίο λέει ότι άφηναν την απόκτηση χρημάτων «στους δούλους και είλωτες» (Πλούταρχου Σύγκρ. Λυκ. Νουμ. 2, 7). (...) Υπάρχει επίσης η μαρτυρία πέντε επιγραφών από το ναό του Ποσειδώνα στο Ταίναρο που χρονολογούνται από το β’ μισό του 5ου αι. ή το α’ μισό του 4ου αι.» Η πρώτη επιγραφή λέει: (IG 5(1) 1228) «ἀνέθεκε τοῖ Παhοιδᾶ[νι] Θεάρες Κλεογένε. ἔφορος Δαίοχος. ἐπάκο Ἀρίο(ν), Λύον». Δηλαδή: «Ο Θεάρης αφιέρωσε τον Κλεογένη στον Ποσειδώνα. Έφορος Δαίοχος. Μάρτυρες: Αρίονας, Λύωνας». Αυτό ερμηνεύεται πάρα πολύ εύκολα ότι σημαίνει πως ο Θεάρης ελευθέρωσε το δούλο του Κλεογένη τη χρονιά που ο Δαίοχος ήταν ο κύριος έφορος στη Σπάρτη. Δεν μπορεί να είναι η απελευθέρωση ενός είλωτα, επειδή οι είλωτες μπορούσαν να ελευθερωθούν μόνο από την πολιτεία, όχι από ιδιώτη. Ο Θεάρης μπορούσε να είναι είτε ένας Σπαρτιάτης είτε ένας περίοικος, αλλά ο Gartledge Sparta 179, φαίνεται ότι δεν έχει ισχυρόν επιχείρημα όταν λέγει ότι οι επιγραφές αυτές «πρέπει να αποδοθούν στους Περιοίκους», και το ονομάτισμα του Σπαρτιάτη εφόρου κάνει πιο πιθανό το γεγονός ότι ο Θεάρης ήταν Σπαρτιάτης. Θα έπρεπε επομένως να δεχτούμε ότι οι Σπαρτιάτες είχαν προσωπικούς δούλους επιπλέον από τους είλωτες, αν και όχι αναγκαία σε μεγάλους αριθμούς. Μπορεί να συνελήφθησαν στον πόλεμο, να αγοράστηκαν από δουλεμπόρους, ή να ήταν απόγονοι δούλων που αποχτήθηκαν μ’ αυτούς τους τρόπους. Πρέπει να χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για οικιακές υπηρεσίες. Δεν υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες για τη νομική θέση των δούλων αυτών, αλλά ίσως ήταν όπως εκείνη των δούλων αλλού» (Douglas M. MacDowell, Σπαρτιατικό δίκαιο, εκδ. Παπαδήμα, σ. 66-67). Άλλωστε, ο Θουκιδίδης, μιλώντας για μια αποτυχημένη επανάσταση Ειλωτών και μερικών Περιοίκων στα μέσα του 5ου αι, στην Ιθώμη της Μεσσηνίας (1, 101, 2), μας λέει ότι αυτοί παραδόθηκαν στους Σπαρτιάτες, υπό τον όρο ότι θα εγκατέλειπαν την Πελοπόννησο και δε θα επέστρεφαν ποτέ, αλλιώς «αν κανείς συλλαμβανόταν [από Λακεδαιμόνιο, προφανώς], θα γινόταν δούλος αυτού που θα τον συλλάμβανε» (Θουκ., 1, 103, 1). Θα περίμενε κανείς ότι η ποινή για έναν είλωτα που θα συλλαμβανόταν να είναι κάτι χειρότερο από το να γίνει απλώς είλωτας πάλι.

Η λογική της Λακεδαιμονίας όσον αφορά την τεκνογονία ήταν εξίσου απάνθρωπη. Θεωρούσε ο Λυκούργος τους νόμους των άλλων Ελλήνων ανόητους, διότι ενώ για τα θηλυκά ζώα έψαχναν να βρουν καλούς επιβήτορες, ώστε να προκύψουν καλοί απόγονοι ράτσας, δεν έκαναν το ίδιο και για τις γυναίκες. Φυσικά, ανόητη και μισάνθρωπη είναι μόνο η σκέψη ότι ο άνθρωπος είναι απλώς ένα ζώο σαν τα άλλα, πουλερικό ή σκύλος ή άλογο και πρέπει να τον διαμορφώνουμε όπως τα ζώα ή να τον κλείνουμε σε ανθρωποτροφείο, για λόγους ευγονικής. Το κάλλιστο δυνατό, για τους οπαδούς μιας τέτοιας αντιλήψεως περί ανθρώπου, είναι να κλωσσούνταν από μηχανές και να εκτρέφονταν σε εκτροφεία οι «καλοί πολεμιστές».

Μια ακόμη προσπάθεια ωραιοποίησης της Λακεδαιμονίας, είναι η προσπάθεια να αποδειχθεί ότι οι αρχαίοι Σπαρτάτες δεν είχαν μέρος όπου πετούσαν τα καχεκτικά παιδιά τους. Ο πολύς κόσμος κακώς πιστεύει ότι το μέρος αυτό λεγόταν Καιάδας. Κι οι Νεοπαγανιστές εθνικιστές βασιζόμενοι σε αυτή την ανακρίβεια ή μάλλον το μπέρδεμα, «αποδεικνύουν» ότι δεν είχαν οι αρχαίοι Σπαρτιάτες τέτοιο βάρβαρο θεσμό, κι άρα όλα είναι συνωμοσία κατά του σπαρτιατικού πνεύματος κ.λπ. κ.λπ. (οι γνωστές βλακώδεις θεωρίες περί συνωμοσίας). Όμως τόπος που έρριχναν τα παιδιά τους οι αρχαίοι Σπαρτιάτες υπήρχε και λεγόταν «Αποθέτες» (στον «Καιάδα» έρριχναν τους υπάνθρωπους Είλωτες). Συγκεκριμένα, γράφει ο Πλούταρχος (Λυκούργος, 16): «Το γεννημένο παιδί (...) αν όμως ήταν ασθενικό και κακόμορφο, το έστελλαν στις λεγόμενες Αποθέτες, βαραθρώδη τόπο πλησίον του Ταϋγέτου, διότι φρονούσαν, ότι παιδί που δεν είχε ευθύς εξαρχής γεννηθεί υγιές ούτε εύρωστο, ήταν συμφερότερο και για το ίδιο και για την πόλη να μη ζεί». Οι Νεοπαγανιστές εθνικιστές ισχυρίζονται ότι η απόθεση των καχεκτικών βρεφών δεν σήμαινε ρίξιμο από γκρεμό, αλλά απλώς ότι τα άφηναν σε έναν τόπο  και από εκεί τα έπαιρναν οι  Είλωτες. Το κείμενο, όμως, κάνει λόγο για «βαραθρώδη τόπο» κι όχι απλώς για «τόπο». Δηλαδή τα πέταγαν σε χαράδρα. Επιπλέον, το κείμενο λέει ότι «είναι συμφερότερο και για το ίδιο το παιδί να μη ζει». Δηλαδή, δεν το έδιωχναν απλώς από την κοινότητα˙ αλλά το εξόντωναν ακόμη και «για το δικό του το καλό». Εξ άλλου, θα ήταν απίθανο οι Λακεδαιμόνιοι να ενίσχυαν τον τεράστιο πληθυσμό των υπόδουλων Ειλώτων, δίνοντάς τους επιπλέον μικρά σπαρτιατόπουλα. Άλλωστε η πρακτική της απόθεσης-δολοφονίας βρεφών ήταν πανελλήνια˙ γιατί να μη την έχει και η Σπάρτη; Ευτυχώς για τους ίδιους τους Λάκωνες, αυτοί εκχριστιανίστηκαν γρήγορα και έπαψαν να μαστιγώνονται και να φονεύονται τα Σπαρτιατόπουλα στο βωμό της Ορθίας Άρτεμης και στα βάραθρα του Ταΰγετου αντίστοιχα, κι έτσι οι Σπαρτιάτες γλίτωσαν από το φόρο αίματος σε «θεούς» και Καιάδες, ενώ παράλληλα τα αδέρφια τους, οι Έλληνες Είλωτες, έπαψαν να είναι κρατική ιδιοκτησία και να σφάζονται άδικα.  

Υπάρχει, όπως έχει διαπιστώσει ο άγγλος φιλόσοφος Ράσσελ, μια διαχρονική, ανα τους αιώνες «Εταιρία Φίλων της Λακεδαιμονίας». Όμως, επειδή της εταιρίας αυτής διαπρεπή μέλη υπήρξαν δικτάτορες, ναζί, φασίστες, οπαδοί του «φυσικού» (=ολιγαρχικού/αριστοκρατικού) τρόπου ζωής, και γνήσιοι αντιδημοκράτες, η σωστή ονομασία θα έπρεπε να είναι «Συμμορία Φίλων της Λακεδαιμονίας». Κι ο δικτάτορας Ιω. Μεταξάς, θαύμαζε το πολίτευμα της αρχαίας Σπάρτης˙ αυτός, υποστήριζε ως πρότυπο αρχαιοελληνικό, όχι την δημοκρατική Αθήνα, αλλά την ολιγαρχική Σπάρτη. Γράφει χαρακτηριστικά ο Μεταξάς: «οι νέοι παρασύρονται εις την πλάνην ότι αι Αρχαίαι Αθήναι ήσαν ο φορεύς των αρχαίων ιδανικών του πολιτισμού, της επιστήμης και της πολιτικής επικρατήσεως. Αι αρχαίαι Αθήναι, ασφαλώς δεν αποτέλεσαν το πολιτικόν ιδεώδες της αρχαίας Ελλάδος...θα έπρεπε λοιπόν να στραφώμεν όλοι μας όσον αφορά τα πολιτικά εθνικά ιδεώδη προς την αρχαίαν Σπάρτην» (Πηγή: Ιστορία Γ’ Λυκείου, ΟΕΔΒ 1992). Όταν ο Λυκούργος ρωτήθηκε από κάποιον ξένο, γιατί δεν έκανε δημοκρατία στη Σπάρτη, τού απάντησε «να κάνεις εσύ δημοκρατία στο σπίτι σου» (Πλούταρχου, Λυκούργος, 19). Δεν είναι σίγουρο αν ήταν ο Λυκούργος που έδωσε τέτοια απάντηση, πάντως, για να πίστευαν ότι την έδωσε ο Λυκούργος, θα ήταν σύνηθες επιχείρημα στη Λακεδαίμονα. Ωστόσο, δε θέλει πολλή σκέψη, για να εννοήσουμε ότι το επιχείρημα «κάνε εσύ πρώτα δημοκρατία στο σπίτι σου και μετά ζήτα δημοκρατικό πολίτευμα» είναι επιχείρημα χουντικού του καφενείου. Οι πολίτες δεν είναι ανήλικα παιδάκια που έχουν ανάγκη προστασίας του σοφού «πατερούλη» του έθνους/λαού. Όμως οι Ν/Π αυτό το πολίτευμα και αυτήν την νοοτροπία υπερασπίζονται υπερασπιζόμενοι το αρχαίο σπαρτιατικό πολίτευμα. Η εξιδανίκευση του Λυκούργειου πολιτεύματος από τους Έλληνες φασίστες δεν εκπλήσσει κανέναν˙ είναι πραγματικά εκπλητικό όμως ότι την ίδια ακριβώς εξιδανίκευση κάνουν – συμπαρατασσόμενοι με τους Ναζί – και Νεοπαγανιστές που παριστάνουν τους «αντιεξουσιαστές». Ίσως λόγω του αρρωστημένου τοπικισμού τους. Διότι, μόνο άρρωστο πνευματικά, τοπικιστή θα αποκαλούσαμε όποιον υπερασπίζεται ανεξαιρέτως όλες τις πράξεις και τα ήθη /νόμους των αρχαίων κατοίκων του τόπου όπου ζει, απλώς και μόνο επειδή κατοικεί στον ίδιο τόπο με αυτούς. Πώς θα αποκαλούσαμε π.χ. έναν Έλληνα που θα υποστήριζε ότι η Ελλάδα δεν διέπραξε καμμία αδικία ή έναν Τούρκο, που απλώς επειδή τυγχάνει Τούρκος, υποστηρίζει ότι οι κατηγορίες πως η Τουρκία διέπραξε γενοκτονία κατά των Αρμενίων, συνιστούν «αντιτουρκική συνωμοσία»; Φασίστα. Πόση ελευθερία είχε ο Λακεδαιμόνιος, που μάθαινε χαρούμενος να ζει σα ρομποτάκι, μας το περιγράφει σε ένα τρομερό απόσπασμα ο φιλολακεδαιμόνιος (γι’ αυτό και προτιμήσαμε την περιγραφή του της Αρχαίας Σπάρτης) Πλούταρχος: «Κανείς δεν είχε το δικαίωμα να ζει όπως ήθελε, αλλά ζούσε διαρκώς στην πόλη σαν σε στρατόπεδο» (Λυκούργος, 24). Αυτήν τη ζωή θέλουν για τους Νεοέλληνες οι Νεοπαγανιστές. Αυτόν τον τρόπο ζωής θέλουν οι Ν/Π να θαυμάζουμε.

«Οι Σπαρτιάτες δεν γνώριζαν τίποτα από τη νεότερη θεωρία ότι το δικαστικό σώμα πρέπει να είναι χωριστό από τους εκτελεστικούς αξιωματούχους. Οι κύριοι δικαστές ήταν ταυτόχρονα οι ίδιοι με τους κυριότερους αξιωματούχους της κυβέρνησης: οι δύο βασιλείς, οι είκοσι οκτώ γέροντες και οι πέντε έφοροι» (Douglas M. MacDowell, Σπαρτιατικό δίκαιο, εκδ. Παπαδήμα, σ. 179). Δηλαδή, η «άμεση δημοκρατία της Λακεδαιμονίας», όπως μας την περιγράφουν οι Νεοπαγανιστές, ήταν ένα καθεστώς, όπου όλες οι εξουσίες ήταν συγκεντρωμένες στην κυβέρνηση.

Έχουμε αναφερθεί σε προηγούμενο κεφάλαιο για την ολιγαρχία της Λακεδαιμονίας, την οποία μερικοί Νεοπαγανιστές προσπαθούν να παραστήσουν ως άμεση δημοκρατία. Σε αντίθεση με την πραγματική άμεση δημοκρατία της Αθήνας, όπου όλοι είχαν δικαίωμα λόγου, στην ολιγαρχία της Λακεδαιμονίας ο λαός δεν είχε λόγο. Μόνο η γερουσία, οι βασιλείς και οι έφοροι μπορούσαν να μιλήσουν. Ο λαός αποφάσιζε απλώς με ένα «ναι» ή ένα «όχι» στις έτοιμες προτάσεις. Λες και ήταν ανώριμοι, δεν τους επιτρεπόταν να δίνουν τις δικές τους προτάσεις. Αν τυχόν ο λαός τολμούσε να αλλάξει, κατά τη γνώμη του, μια πρόταση νόμου των εφόρων, τότε η κυρίαρχη ολιγαρχία διέλυε την συνέλευση. Αλλά, για να περάσει μια πρόταση νόμου στην συνέλευση των πολιτών, έπρεπε πρώτα να γίνει αποδεκτή από τη Γερουσία, αφού είχε προταθεί από τους Εφόρους. Αν π.χ. η Γερουσία αρνείτο να εγκρίνει την πρόταση, οι πολίτες δεν είχαν το δικαίωμα να συζητήσουν ή να εγκρίνουν την απόφαση. Άμεση Δημοκρατία; «Μόνο ένας έφορος μπορούσε να προτείνει νόμο (...) Η σπαρτιατική Γερουγία είχε τη δύναμη να αποφασίζει κατά πόσον ένας νόμος που προτεινόταν θα περνούσε στη συνέλευση των πολιτών» (Douglas M. MacDowell, Σπαρτιατικό δίκαιο, εκδ. Παπαδήμα, σ. 24, 25). Δηλαδή, οι απλοί πολίτες, ακόμη κι αν ήταν άξιοι, δεν είχαν το δικαίωμα να προτείνουν έναν νόμο. Τόσο αμεσοδημοκρατική ήταν η Λακεδαιμονία. Ο Πλούταρχος (Άγης, 11, 1) γράφει για τη Γερουσία, ότι η δύναμή τους ήταν πως κατ’ ουσίαν προαποφάσιζαν: «τοὺς γέροντας, οἷς τὸ κράτος ἦν ἐν τῷ προβουλεύειν». Στην Αθήνα, όμως, ο καθένας μπορούσε να προτείνει νόμο κι ο λαός αποφάσιζε για όλα, δίχως «πατερούληδες».

Κυριολεκτικά στην αρχαιότητα κανείς δεν ήξερε ποιος κυβερνούσε στη Σπάρτη. Άλλοτε κυβερνούσε ένας από τους δύο βασιλιάδες˙ άλλοτε κάποιος ισχυρός στρατηγός˙ άλλοτε κάποιος από τους πέντε εφόρους. Τη μια χρονιά επικρατούσε ειρηνόφιλος έφορος, ο οποίος έκανε συνθήκη ειρήνης με την Αθήνα, και την επόμενη φιλοπόλεμος έφορος, ο οποίος ξανάρχιζε τον πόλεμο (έτσι τα λέει ο Θουκιδίδης). Γραπτοί νόμοι δεν υπήρχαν, ο Λυκούργος απαγόρευσε να γραφούν οι νόμοι (Πλούτ., Λυκούργος, 13), με αποτέλεσμα οι 28 της γερουσίας, οι 5 έφοροι, οι 2 βασιλιάδες, να παλεύουν συνεχώς για την εξουσία. Μια φορά τους κυβέρνησε κι ο φυγόδικος Αλκιβιάδης, που στέλνοντας τον βασιλιά σε εκστρατεία κοιμόταν με μια βασίλισσά τους, και τους έσπειρε κι ένα διάδοχο, για τον οποίο αυτή καυχιόταν δημόσια ότι είναι του Αλκιβιάδη (Πλούταρχου, Αγησίλαος, 3, 1-3).

Η γερουσία αναδεικνύονταν με το εξής πρωτότυπο σύστημα: μαζευόταν ο λαός σε συνέλευση, κλείνονταν πέντε άντρες σε ένα κτίριο δίπλα στο λαό, και περνούσαν χωριστά ένας-ένας μπροστά από το λαό οι υποψήφιοι γερουσιαστές, δίχως οι κλεισμένοι στο κτίριο άντρες να γνωρίζουν ποιος περνούσε πρώτος, ποιος δεύτερος κ.ο.κ. Ο λαός ζητοκραύγαζε τον κάθε υποψήφιο, άλλον περισσότερο κι άλλον λιγότερο. «Οι κλεισμένοι λοιπόν άνθρωποι εκράτουν πίνακες και εσημείωνον για τον καθένα χωριστά το μέγεθος της κραυγής, χωρίς να γνωρίζουν δια ποιον είναι. Δι’ όποιον εγίνετο περισσότερα και μεγαλυτέρα κραυγή, αυτόν ανηγόρευον γερουσιαστήν» (Πλούτ., Λυκούργος, 26). Είναι φανερό πόσο παιδαριώδες σύστημα εκλογής ήταν αυτό, αφού στην εκλογή έπαιζε ρόλο το αν οι πληρωμένοι υποστηρικτές του ενός ή του άλλου υποψήφιου ήταν πιο φωνακλάδες από τους υπόλοιπους (ίσως κραυγάζοντας και κάποιες λέξεις-συνθηματικά που θα τις άκουγαν οι πιθανόν πληρωμένοι κριτές), ή το αν συνωστίζονταν πιο κοντά στο οίκημα οι φωνακλάδες του ενός ή του άλλου υποψήφιου, και ένα σωρό άλλες παρόμοιες απάτες που μπορούσαν να γίνουν. Ο Αριστοτέλης γράφει για τον τρόπο ανάδειξης της γερουσίας (Πολιτικά, Β’, 9 (1271a 9-10)): «Παιδαριώδης είναι και ο τρόπος που κρίνουν την εκλογή της γερουσίας», ενώ για την εκλογή των εφόρων λέει (Πολιτικά, Β’, 9 (1270b 28-29)): «Ο τρόπος απονομής του αξιώματος είναι παιδαριώδης, έπρεπε να εκλέγονται απ’ όλο το λαό, και όχι όπως γίνεται τώρα».

Είναι μεγάλο το λάθος των Νεοπαγανιστών που συγκρίνουν Αρχαία Αθήνα και Λακεδαίμονα. Τα μόνα δείγματα ενός αρχαϊκού πολιτισμού, διόλου ανώτερα από τα αντίστοιχα άλλων πόλεων τα επέδειξε η Αρχαία Σπάρτη μόνο τον 7ο και τον 6ο  π.Χ. αιώνα. Μετά, τίποτα. Σε μια εποχή, κατά την οποία στην Αθήνα ζούσαν και δίδασκαν Επίκουρος, Ζήνωνας, Αναξαγόρας, Πρωταγόρας, Πρόδικος, Σωκράτης, Αριστοτέλης, στην Αρχαία Σπάρτη πόσοι φιλόσοφοι υπήρχαν; Υπάρχει Σπαρτιάτης αρχιτέκτων ισάξιος του Φειδία; Υπάρχει Σπαρτιάτης τραγικός ισάξιος του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη; Υπάρχει Σπαρτιάτης αντάξιος του Αριστοφάνη; Υπάρχει Σπαρτιάτης ιστοριογράφος αντάξιος του Θουκιδίδη; Είναι από μόνες τους αστείες οι ερωτήσεις αυτές˙ διότι το σωστό ερώτημα είναι, αν υπάρχουν καν Σπαρτιάτες τραγικοί, Σπαρτιάτες φιλόσοφοι, Σπαρτιάτες ιστοριογράφοι, Σπαρτιάτες αρχιτέκτονες, ώστε να συγκριθούν με τους Αθηναίους. Δεν υπάρχουν. Σε τριάντα εννιά (39) γνωστούς Αθηναίους γλύπτες αντιστοιχούν μόλις δύο (2) Σπαρτιάτες. Για οκτώ γνωστούς Αθηναίους ζωγράφους δεν υπάρχει κανένας Σπαρτιάτης ζωγράφος. «Γνήσιες θεατρικές παραστάσεις ποτέ δεν ήταν σε υπόληψη στην Σπάρτη, όπως φαίνεται από την περιφρόνηση που εκδήλωσε ο Αγησίλαος προς φημισμένους υποκριτές (Πλουτ. Αγησ. 21)· επομένως το θέατρο που ναφέρεται και επί Αγησίλαου χρησίμευε κυρίως για δημόσιες συγκεντρώσεις και για πάνδημες γιορτές. Οι χοροί των γυμνοπαιδιών αναφέρεται πως γίνονταν στο θέατρο  (Αγ. 29, Ηροδ., 6, 67) και το αγώνισμα της σφαίρας αναφέρεται πως γίνονταν στο θέατρο (Λουκ., Ανάχ., 38)». Η Αρχαία Αθήνα και το ανώτερο πολίτευμά της, ήταν η αιτία που μπόρεσε το ελληνικό ταλέντο να φανερώσει την πρωτοτυπία του στην αρχιτεκτονική, την ιστοριογραφία, την τραγωδία, την φιλοσοφία. Είναι, πράγματι, λάθος να παρουσιάζεται η ύπαρξη φιλολακώνων Αθηναίων και φιλολακώνων φιλοσόφων που εκθεσίασαν το πολίτευμα της Σπάρτης ως απόδειξη ότι το πολίτευμα της Αρχαίας Σπάρτης ήταν καλλίτερο. Το αντίθετο μάλλον αποδεικνύεται. Διότι, αυτοί οι φιλολάκωνες φιλόσοφοι είναι «προϊόν» της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Εάν ζούσαν στην Σπάρτη, δεν θα είχαν γίνει ποτέ αυτό που έγιναν. Θα ήταν άσημοι στρατιώτες ή, το πολύ πολύ, Έφοροι (τρομερή η προσφορά των Εφόρων στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό. Όλος ο Δυτικός κόσμος τούς Εφόρους θαυμάζει). Ούτε φιλόσοφοι ούτε τραγικοί ούτε ιστοριογράφοι ούτε αρχιτέκτονες. Μόνο στην Αθήνα υπήρχαν οι συνθήκες εκείνες που επέτρεπαν στον καθένα, ακόμη και σε φιλολάκωνες, να εκφραστεί και να αξιοποιήσει το ταλέντο του στις τέχνες και τον πολιτισμό. Είναι, πραγματικά, κρίμα που ο περσόδουλος Σπαρτιατισμός νίκησε στον Πελοποννησιακό πόλεμο. Μπορούμε να φανταστούμε πώς θα ήταν η Ελλάδα, εάν τα ιδανικά της Δημοκρατίας, της Ισηγορίας, του Διαλόγου είχαν κυριαρχήσει παντού. Δεν εξιδανικεύουμε, φυσικά, την Αθηναϊκή Ηγεμονία˙ δια της βίας κατέληξε να κυριαρχεί η Αθήνα. Αλλά τουλάχιστον, αυτή άφησε έναν Παρθενώνα, τους φιλοσόφους και τους τραγικούς. Η Σπαρτιατική ηγεμονία, τι άφησε;

Φυσικά, δέσμιοι τέτοιων νομοθεσιών, οι Λακεδαιμόνιοι μάθαιναν να μην ανέχονται ούτε την κριτική για την απίστευτα οπισθοδρομική αντίληψή τους. Είναι προφανώς ένδειξη της δημοκρατίας και της «πειθαρχημένης ελευθερίας», που είχαν. Έτσι, πληροφορούμαστε ότι: «Τον Αρχίλοχο τον ποιητή, όταν πήγε στη Σπάρτη, τον έδιωξαν στη στιγμή, επειδή έμαθαν πως στο ποίημά του είχε γράψει πως είναι καλύτερο να πετάει κανείς τα όπλα παρά να πεθαίνει:

ἀσπίδι μὲν Σαΐων τις ἀγάλλεται ἣν παρὰ θάμνωι, / ἔντος ἀμώμητον, κάλλιπον οὐκ ἐθέλων˙

αὐτὸν δ’ ἐξεςάωσα. τί μοι μέλει ἀσπίς ἐκείνη; / ἐρρέτω˙ ἐξαῦτις κτήσομαι οὐ κακίω.

[Κάποιος Σάιος χαίρεται με την ασπίδα μου που σε θάμνο, / όπλο αψεγάδιαστο, την πέταξα, χωρίς να θέλω˙ / τον εαυτό μου έσωσα. Τι με νοιάζει για την ασπίδα εκείνη; / Να πάει στα κομμάτια. Και πάλι καλλίτερη θα αποκτήσω]» (Πλούταρχου, Ηθικά [Παλαιά Λακ. επιτηδ.], 239b).

Τι άλλο θα μπορούσε να είχε συμβεί, αφού απαγορευόταν από τους νόμους του Λυκούργου, στους Σπαρτιάτες να ταξιδεύουν και να έρχονται ξένοι στην Σπάρτη; «Ξέρω καλά ακόμη ότι στο παρελθόν έδιωχναν τους ξένους από την πόλη και δεν επέτρεπαν να ταξιδεύουν [οι Σπαρτιάτες] έξω από την πόλη τους» (Ξενοφώντα, Λακεδαιμονίων Πολιτεία, 14, 4). Το μέτρο αυτό θεσπίστηκε, τάχα για να μην φέρουν κακές συνήθειες στην Σπάρτη οι ξένοι που θα την επισκέπτονταν ή οι Σπαρτιάτες που θα επέστρεφαν από ταξίδια. Φαίνεται πόσο παράλογο είναι το μέτρο. Με την ίδια τη λογική της απαγόρευσης ταξιδιών, μπορεί να κατακριθεί ο Λυκούργος, ότι εισήγαγε στη Σπάρτη ό,τι πιο κακό από το εξωτερικό. Ο ίδιος ο Λυκούργος, προτού νομοθετήσει στους Σπαρτιάτες, είχε ταξιδέψει στην Αίγυπτο και σε άλλες χώρες έξω από την Λακεδαιμονία, στις οποίες είδε κι έμαθε πολλά, τα οποία μετέφερε στη Σπάρτη. Δηλαδή οι πολλοί Σπαρτιάτες δεν είχαν το δικαίωμα να δουν και να κρίνουν, όπως έκανε ο Λυκούργος, ταξιδεύοντας. Άρα δεν θεσπίστηκε το μέτρο αυτό, τάχα για να μην φέρουν κακές συνήθειες στη Σπάρτη, αλλά για να μην ανοίξουν τα μάτια των απλών Σπαρτιατών και αντιληφθούν πόσο οπισθοδρομικό ήταν το πολίτευμά τους. Διότι, τα ταξίδια, το εμπόριο και η ελεύθερη επικοινωνία με άλλους λαούς –όλα όσα απαγόρευσε ο Λυκούργος– οδηγούν τον καθένα να διευρύνει τους πνευματικούς του ορίζοντες˙ όχι απαραίτητα για κακό, όπως προπαγάνδιζαν οι φιλολακεδαιμόνιοι αρχαιόπληκτοι. Αλλά ο Λυκούργος, αφού ταξίδεψε, ήθελε οι Λακεδαιμόνιοι να μην έχουν την ευκαιρία να γίνουν ευρυμαθείς μέσω της συναναστροφής με τον υπόλοιπο πολιτισμένο κόσμο. Δεν ήθελε, οι Σπαρτιάτες να έχουν τις ίδιες ευκαιρίες μόρφωσης μ’ αυτόν. Ήθελε η άρχουσα τάξη της Λακεδαιμονίας να επιβάλει την δική της ερμηνεία και οπτική του κόσμου στα στρατιωτάκια της, γι’αυτό τους απαγόρευσε τα πάντα.

            Γι’ αυτόν το λόγο «η αρετή δεν πρέπει να εφαρμόζεται όπως την εφαρμόζει η πόλη των Σπαρτιατών», λέει (Πολιτικά, Η’, 13 (1334a 40)) ο Αριστοτέλης. Φυσικά, αυτό το αποδεικνύει καλύτερα η ιστορία. Όσες φορές κάποιος Λακεδαιμόνιος έζησε για λίγο ελεύθε