ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑ
Β' ΜΕΡΟΣ
ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ
3.
Διάφορες
αντιρρήσεις
των επικριτών
της Παλαιάς
Διαθήκης.
α')
"Το
όνομα Elohim
που αναφέρεται
στο στίχο
ΓΕΝΕΣΙΣ Α’, 1, ως
όνομα του Θεού
της Παλαιάς
Διαθήκης (Π.Δ.)
είναι
πληθυντικός
του ονόματος Eloach.
Δηλαδή οι ίδια
η εβραϊκή
βίβλος
παραδέχεται,
αντί για ένα
Θεό πολλούς –
που
συμπεριφέρονται
ως ένας. Οι Elohim
δεν ήταν ένας,
ήταν
αναρίθμητα
πνεύματα,
ανώνυμα και
αόρατα".
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Ο πληθυντικός
δεν
συνεπάγεται
ύπαρξη πολλών
θεών, ενός
πανθέου. Η Π.Δ.
χρησιμοποιεί
το πληθυντικός Elohim
πάντα με ρήματα
ενικού
προσώπου (χρησιμοποιεί
ρήματα στον
πληθυντικό,
μόνο όταν
αναφέρεται στα
πρόσωπα της
Αγίας Τριάδας
που συνομιλούν
μεταξύ τους). «Το
περίεργο της
χρησιμοποίησης
ενός ονόματος
σε πληθυντικό
για αν
προσδιορίσει
το μοναδικό Θεό
του Ισραήλ,
εξηγείται με
διαφόρους
τρόπους.
Ορισμένοι
ερευνητές το
θεωρούν
κατάλοιπο του
πολυθεϊσμού
των προγόνων
του Αβραάμ ή το
εκλαμβάνουν ως
πληθυντικό, που
εκφράζει μια
περιεκτική
αφηρημένη
έννοια, όπως λ.χ.
η νεότης (ne’urim),
το γήρας (zequinim).
Άλλοι
αναζητούν σ’
αυτό έναν
πληθυντικό
μεγαλοπρεπείας
ή υπεροχής ή
μεγέθους (pluralis
majestalis
ή excellentiae
ή amplitudinis).
Διατυπώνεται
επίσης η άποψη
ότι το Elohim
δεν είναι
πληθυντικός
αλλά ενικός, η
οποία
βασίζεται στη
δυνατότητα που
παρέχει η
εβραϊκή
γραμματική να
το εκλάβουμε ως
υπερθετικό
βαθμό του Eloach,
το οποίο ως
ομόρριζο της λ. ayil
(δυνατός,
ισχυρός) αποκτά
τη μεταφορική
σημασία της «δύναμης».
Έτσι η
μετάφραση του Elohim
ως «ισχυρότατος,
παντοδύναμος»
αντί του «Θεός»
αποδίδει
πλήρως αυτό που
θέλει να
τονίσει ο ιερός
συγγραφέας, δηλ.
το ιδίωμα του
Θεού ως δυνατού
σ’ ένα έργο κατ’
εξοχήν
δυνάμεως, όπως
η Δημιουργία.
Όπως
λέει κι ο άγιος
Γρηγόριος ο
Νύσσης, (Περί
κατασκευής
ανθρώπου, 7, 3), αν
οι φύσεις (ουσίες)
των προσώπων
που συνολικά
ονομάζονται «Elohim»
ήταν μεταξύ
τους ανόμοιες (δηλαδή
εάν υπήρχαν
τρεις θεοί κι
όχι ένας), τότε
δεν θα έλεγε η
Γένεση (Α’, 26): «Ας
δημιουργήσουμε
τον άνθρωπο
σύμφωνα με την
δική μας εικόνα»,
αλλά θα έλεγε «Ας
δημιουργήσουμε
τον άνθρωπο
σύμφωνα με τις
δικές μας
εικόνες». Αν το Elohim
της Γένεσης
σήμαινε
πολυθεϊσμό,
τότε αυτό θα
έγραφε το
κείμενο˙ για (τρεις)
«εικόνες» (τριών
διαφορετικών
θεών που
περικλείονται
στον όρο Elohim)
κι όχι για (μία) «εικόνα»
(ενός Θεού με
τρεις
υποστάσεις).
Γιατί δε θα
ήταν δυνατό
εκείνα που δεν
ομοιάζουν
μεταξύ τους, να
αναδειχθούν σε
ένα ομοίωμα.
β')
"Ο
μύθος του Αδάμ
και της Εύας
είναι
δανεισμένος
από
αντίστοιχους
Βαβυλωνιακούς
και
Σουμεριακούς
μύθους για τον
Αδάπα (Adapa),
το μύθο για το
φυτό της ζωής κ.ά."
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
καταρχήν, αυτό
που προκύπτει,
ανεξάρτητα από
τις ομοιότητες
ή διαφορές
μεταξύ της
βιβλικής και
της
βαβυλωνιακής
διήγησης, είναι
ότι αυτά που ο
Μωυσής και οι
Βαβυλώνιοι
πραγματεύονται
προέρχονται
από μια
πανάρχαια
κοινή παράδοση.
Η κοινή αυτή
παράδοση
συνεπάγεται
την ύπαρξη
κάποιας
αλήθειας στους
βαβυλωνιακούς
μύθους και στη
διήγηση της
Βίβλου. Αν
υπάρχει κάποια
απ’ τις δύο
διηγήσεις που
είναι πιο κοντά
στην αλήθεια,
αυτή είναι της
Βίβλου. Ενώ η
βαβυλωνιακή
εκδοχή είναι
γεμάτη εξωτικά
θεϊκά
φαντάσματα
αναδυόμενα απ’
το χάος, τα
οποία πολεμούν
μεταξύ τους για
να
υπερισχύσουν
το ένα του
άλλου, τέρατα,
αταξία, κλοπές,
φόνοι κι άλλες «θεϊκές»
πράξεις των
δεκάδων «θεών».
Στην Αγία Γραφή
έχουμε
εξαιρετική
απλότητα και
λαμπρότητα,
ομαλή και
θαυμαστή
δημιουργία, η
οποία αρχίζει
απ’ τα
ατελέστερα και
προχωρεί στα
πολυπλοκότερα
δημιουργήματα.
Στην αρχαία
Εγγύς Ανατολή ο
κανόνας είναι ο
εξωραϊσμός κι ο
εμπλουτισμός
των αρχικών
απλών ιστοριών
και παραδόσεων,
κι όχι η
ιστορικοποίηση
και το πλάσιμο
ψευδο-ιστορίας
(απλούστευσης
των πολύπλοκων
αρχικών μύθων).
Αυτό
παρατηρούμε
στη
Μεσοποταμία
σχετικά με την
εξέλιξη μύθων
και παραδόσεων
γύρω από το
πρόσωπο του
μυθικού
βασιλιά
Γιλγαμές (Gilgamesh)
καθώς και στον
αιγυπτιακό
μύθο του
Σέσωστρι ή τις
παραδόσεις για
τους Υξώς (K.
A.
Kitchen,
Ancient
Orient
and
Old
Testament,
The
Tyndale
Press,
London
1966, p.
89). Είναι δύσκολο
να φανταστούμε,
αν η εξέλιξη
των αρχικών
παραδόσεων
γινόταν
αντίθετα από
τον τρόπο που
προαναφέραμε,
τα εξής
πράγματα:
πρώτον πώς
και γιατί η
αρχική διήγηση
ήταν πολύπλοκη
και μυθική (κι
όχι απλή, μεστή
κι λογοτεχνικά
ακατέργαστη,
όπως στην
Γένεση) και
δεύτερον, αν
ήταν η αρχική
διήγηση
πλούσια, με
εξωραϊσμούς, μυθική και
πλήρης
θεομαχιών, τότε
πώς κατάφερε ο
Μωυσής να
απομακρύνει
από την αρχική
διήγηση όλα τα
μυθικά
στοιχεία, όλες
τις
δεισιδαιμονίες,
τον πολυθεϊσμό,
τις διαμάχες
μεταξύ των θεών,
και να μας
δώσει μια
απολύτως
μονοθεϊστική
περιγραφή, εν
μέσω τόσων
πολυθεϊστικών
θρησκειών της Μ.
Ανατολής.
Εδώ θα
απαντήσουν
κάποιοι ότι η
γραπτή
περιγραφή που
κάνουν τα
βαβυλωνιακά
έπη είναι
αρχαιότερη της
συγγραφής της
Γένεσης. Η
ιστορία του
Αδάμ είναι
αρχαιότερη από
την εποχή της
γραπτής
καταγραφής των
βαβυλωνιακών
επών. Και
πράγματι η
Γένεση
γράφτηκε μετά
την καταγραφή
των
βαβυλωνιακών
επών. Ωστόσο, ο
χρόνος
καταγραφής των
μυθολογιών ή
της βιβλικής
εκδοχής δεν
είναι ο
σημαντικότερος
παράγοντας,
βάσει του
οποίου θα
κρίνουμε την
ακριβέστερη
περιγραφή εκ
της μυθολογίας
και της
βιβλικής
εκδοχής. Για
παράδειγμα, τα
ομηρικά έπη
καταγράφηκαν
γραπτώς μόνο
τον 6ο αιώνα,
στην Αθήνα,
όταν ήταν
τύραννός της
ήταν ο
Πεισίστρατος.
Αυτό δε
σημαίνει ότι
δεν
αναφέρονται σε
πραγματικά
γεγονότα (σε
κάποια
εκστρατεία
Αχαιών κατά της
Τροίας, εφτά
αιώνες πριν,
τον 13ο αι.) ούτε
ότι πριν την
καταγραφή τους,
τα προφορικά
ομηρικά έπη δεν
υπήρχαν (δλδ
δημιουργήθηκαν
όταν
καταγράφηκαν
μόνο). Άλλο
πράγμα η
χρονολογία
καταγραφής
ενός έπους, και
άλλο πράγμα η (προφορική)
προΰπαρξη και η
χρονολογία
δημιουργίας
του έπους αυτού.
Ο
σημαντικότερος
παράγοντας
είναι το πόσο
επεξεργασμένο
είναι ένα
κείμενο. Όσο
πιο αρχαίο
είναι ένα
κείμενο και μια
προφορική
παράδοση, τόσο
πιο «άχαρο»
λογοτεχνικά
είναι, πιο απλό (δίχως
πολλή φαντασία
και τέρατα και
θεομαχίες), σαν
ξερή καταγραφή
γεγονότων.
γ')
«Η
προσταγή «αὐξάνεσθε
καὶ
πληθύνεσθε»
αφορά
αποκλειστικά
τους Ισραηλίτες».
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Κι όμως,
υπάρχουν
επικριτές της
Παλαιάς
Διαθήκης που
ισχυρίζονται
τόσο αναληθή
πράγματα! Η
ευχή – και όχι «προσταγή»
– αυτή δίνεται
στη ΓΕΝΕΣΗ, Α’, 28,
προς τους
πρώτους
ανθρώπους. Οι
πρώτοι
άνθρωποι δεν
ήταν
Ισραηλίτες. Από
αυτούς
κατάγεται όλη η
ανθρωπότητα.
Ισραήλ υπάρχει
μετά τον Αβραάμ.
δ')
«Δεν είναι
αντιγραφή της
βαβυλωνιακής
μυθολογίας η
αναφορά της
Παλαιάς
Διαθήκης περί
δέντρου της
ζωής; Δεν είναι,
λοιπόν, σκέτη
αντιγραφή των
παγανιστικών
θρησκειών η Π.Δ.;»
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
«Βεβαίως η
αντίληψη για
ένα μαγικό φυτό,
που πρσφέρει
ζωή στον
άνθρωπο ή
προξενεί το
θάνατο, ήταν
ευρέως
διαδεδομένη
στην αρχαία
Εγγύς Ανατολύ.
Είναι
εντούτοις
σαφές ότι δεν
υπάρχει σχέση
μεταξύ τού
δέντρου της
ζωής στη
διήγηση της
Γενέσεως και
του μαγικού
φυτού των
μυθικών
αφηγήσεων των
πολυθεϊστών.
Διότι το μεν
πρώτο αντλεί
την υπερφυσική
του δύναμη από
το Θεό, στην
κατοχή του
οποίου ανήκει,
ενώ το δεύτερο
κατέχει μαγική
δύναμη αφ’
εαυτού˙ το
πρώτο έχει να
κάνει με την
αθανασία του
ανθρώπου και
όχι με την
επιμήκυνση της
ζωής ή το
θάνατό του,
όπως το δεύτερο.
ε')
«Το να μην
επιτρέψει ο
θεός στους
ανθρώπους που
έπλασε να
μάθουν να
διακρίνουν το
καλό από το
κακό, δεν είναι
υπερβολικά
παράλογο; Γιατί,
τι πιο ηλίθιο
από τον άνθρωπο
που δεν μπορεί
να διακρίνει το
καλό από το
κακό; Αφού
είναι προφανές
ότι τα μεν κακά
δεν θα τα
αποφύγει, τα δε
καλά δεν θα τα
επιδιώξει. Και
το πιο
σημαντικό: ο
θεός δεν
επέτρεψε στον
άνθρωπο να
γευθεί τη
φρόνηση, από
την οποία δεν
υπάρχει τίποτα
που να αξίζει
γι' αυτόν
περισσότερο.
Επομένως το
φίδι είναι
ευεργέτης
μάλλον, και όχι
καταστροφέας
του ανθρώπινου
γένους. Με βάση
αυτά, πρέπει να
πούμε ότι ο
θεός είναι
φθονερός. Γιατί
όταν είδε τον
άνθρωπο να
μετέχει στη
φρόνηση,
προκειμένου να
μη γευτεί, λέει,
από το δέντρο
της ζωής, τον
ξαπόστειλε από
τον παράδεισο
λέγοντας
ξεκάθαρα: "Να, ο
Αδάμ έφτασε,
σαν ένας από
εμάς, να
γνωρίζει το
καλό και το
κακό. Τώρα
λοιπόν, μη
τυχόν και
απλώσει το χέρι,
και πάρει, και
φάει από το
δέντρο της ζωής,
και ζήσει
αιώνια." Γιατί (..)
το να
απαγορεύει τη
γνώση του καλού
και του κακού,
που είναι το
μόνο πράγμα που
φαίνεται να
δίνει συνοχή
στον ανθρώπινο
νου, και
επιπλέον το να
φθονεί, μήπως ο
άνθρωπος πάρει
από το δέντρο
της ζωής και
από θνητός
γίνει αθάνατος,
αυτά είναι
χαρακτηριστικά
υπερβολικά
φθονερού και
μνησίκακου
όντος.»
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
ο Θεός δεν
επέτρεψε στον
άνθρωπο να
γευτεί το
δέντρο της
γνώσης – δηλαδή
να μάθει το
καλό και το
κακό – όχι
επειδή δεν
ήθελε να γίνει
ο Αδάμ «σαν κι
εμάς», δηλ.
αθάνατος – το να
γίνει κατά
χάριν θεός
είναι το σχέδιο
του Θεού – αλλά
επειδή ο Αδάμ
πνευματικώς
βρισκόταν σε
νηπιακή/βρεφική
ακόμα
κατάσταση, η
γνώση του καλού/κακού
δεν θα τον
οφελούσε, θα
του έκανε κακό. «Ο
χαρακτηρισμός
από ορισμένους
πατέρες των
πρωτοπλάστων
ως «νηπίων» δεν
έχει να κάνει
με τη γνώση του
καλού και
πονηρού, αλλά
με την ανάπτυξη
του «κατ’ εικόνα»
της
δημιουργίας
τους και τη
μεταβολή του
στο «καθ’
ομοίωσιν».
Χρησιμοποιείται
είτε για να
τονίσει ότι ο
πρώτος
άνθρωπος δεν
ήταν επαρκώς
ώριμος για να
δεχθεί την
τέλεια γνώση
είτε για να
εξάρει την
αθωότητά και
απλότητά του» (Στ.
Ε. Καλαντζάκη,
Δρ. Θ., «Εν Αρχή
εποίησεν ο Θεός».
Ερμηνευτική
ανάλυση των
περί
δημιουργίας
διηγήσεων της
Γενέσεως, εκδ.
Πουρναρά, σ. 409). Το
κρέας π.χ. είναι
ωφέλιμο, αλλά
ένα βρέφος
χωρίς δόντια,
δεν μπορεί
ακόμη να το
φάει, κι αν
δοκιμάσει να το
φάει, θα
βλαφτεί.
Μη έχοντας
την πνευματική
ανάπτυξη που
έπρεπε, η γνώση
του καλού και
του κακού
εκείνη τη
στιγμή θα έκανε
κακό στον Αδάμ.
Αυτό φοβήθηκε ο
θεός κι όχι μή
τυχόν το
απείρως
κατώτερό του
δημιούργημα
γίνει σαν κι
αυτόν. Επομένως
το φίδι
διατάραξε την
πνευματική
πορεία του
ανθρώπου,
δίνοντάς του
πράγματα που
ακόμη – λόγω μη
επαρκούς
ανάπτυξης – δεν
μπορούσε να
διαχειριστεί,
και δεν ήταν ο
θεός φθονερός.
«Η
ονομασία αυτή («της
γνώσεως του
καλού και του
κακού») δεν
υπαινίσσεται
βεβαίως ότι ο
πρωτόπλαστος
πριν από τη
βρώση του
απαγορευμένου
καρπού
αγνοούσε το
καλό και το
κακό, αφού
είναι γνωστό
ότι, πέραν από
την
ανεπτυγμένη
βούληση και
νοημοσύνη του, «είχε
λογισμόν
δεκτικόν καλού
τε και πονηρού (Προκοπίου
Γαζαίου, Εις
την Γένεσιν
ερμηνεία, 161D), αλλ’
υποδηλώνει ότι
μετά τη βρώση
του απέκτησε «της
αμαρτίας την
αίσθησιν» (Θεοδώρητου
Κύρου, PG 80, 124BC), με
συνέπεια την
απογύμνωσή του
από τη θεία
δόξα» (Στ. Ε.
Καλαντζάκη, Δρ.
Θ., «Εν Αρχή
εποίησεν ο Θεός».
Ερμηνευτική
ανάλυση των
περί
δημιουργίας
διηγήσεων της
Γενέσεως, εκδ.
Πουρναρά, σ. 404). Δεν
πρόκειται,
λοιπόν, για την
ηθική διάκριση/γνώση
του καλού από
το κακό. «Το
γεγονός ότι ο
Θεός τού έδωσε
εντολή να μη
φάγει από τον
καρπό του,
μαρτυρεί ότι
αυτός γνώριζε
πριν από την
πτώση του πώς
να διακρίνει το
ορθό από το
εσφαλμένο.
Γνώριζε δηλ.
ότι το καλό
έγκειται στην
υπακοή προς το
Θεό και το κακό
στην ανυπακοή
προς Αυτόν. Και
τούτο διότι με
τη δημιουργία
του είχε δεχθεί
μέσα του
αυτομάτως τον
έμφυτο ηθικό
νόμο. Από αυτόν
άλλωστε το
φυσικό νόμο
εμφορούνται
όλοι οι
άνθρωποι, κατά
τη μαρτυρία του
απ. Παύλου» (Στ. Ε.
Καλαντζάκη, Δρ.
Θ., «Εν Αρχή
εποίησεν ο Θεός».
Ερμηνευτική
ανάλυση των
περί
δημιουργίας
διηγήσεων της
Γενέσεως, εκδ.
Πουρναρά, σ. 407).
Επομένως,
δεν πρόκειται
για κάποια
ευεργετική
πρόταση του όφι-διαβόλου
προς τους
πρωτόπλαστους,
αλλά για την
απατηλή
υπόσχεση της
παντοδυναμίας.
Δηλαδή ότι το
δημιούργημα
τάχα θα
μπορούσε να
εκμηδενίσει
την άπειρη
απόσταση από το
δημιουργό του,
παρ’ όλες τις
φυσικές και
πνευματικές
του ατέλειες. Η
συμπεριφορά
των
πρωτοπλάστων
της Αγ. Γραφής
ουσιαστικά
στην αρχαία
Ελλάδα θα
ονομαζόταν «ύβρις».
Άλλωστε, οι
αρχαιοκεντρικοί
δεν μπορούν να
κατακρίνουν το
Θεό της Παλαιάς
Διαθήκης, τη
στιγμή που ο
Δίας τιμωρεί
τον ευεργέτη
των ανθρώπων,
τον Προμηθέα,
που δεν
προσπάθησε καν
να εξισώσει
θεούς και
ανθρώπους, αλλά
απλώς να τους
δώσει τη φωτιά,
δηλαδή να τους
βοηθήσει απλώς
να επιβιώσουν.
στ')
«Και
το φίδι που
μίλησε με την
Εύα, ποια
γλώσσα θα πούμε
ότι
χρησιμοποίησε;
Μήπως την
ανθρώπινη; Και
σε τι διαφέρουν
όλα αυτά από
τους μύθους που
έπλασαν οι
Έλληνες»;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Διαφέρουν στο
ότι, σε
αντίθεση με
τους
συμβολισμούς
της Παλαιάς
Διαθήκης, δέν
γίνεται να
δοθεί «μυστικό»
νόημα κι
ερμηνεία σε
όλους αυτούς
τους χιλιάδες,
μυριάδες
αρχαιοελληνικούς
μύθους που οι
περισσότεροι
είναι καθαρή
φαντασία. Το
φίδι μπορεί να
μίλησε σε
γλώσσα
ανθρώπινη, κατά
παραχώρηση, ή
μπορεί να είναι
συμβολισμός
της παρουσίας
του διαβόλου
και της
επικοινωνίας
του με τον
άνθρωπο.
«Όσον
αφορά στο είδος
και τη φύση της
συνομιλίας του
όφι με την Εύα,
εκφράζεται η
άποψη ότι η
συνομιλία αυτή
ήταν
πνευματικής
φύσεως, που
έλαβε χώρα στη
διάνοιά της.
Προφανώς η Εύα,
λόγω της
πρωτόγονης
κατάστασης που
ζούσε στον
παράδεισο, να
είχε την
αίσθηση ότι
ανταλλάσσει
σκέψεις με τον
όφι – με τον
οποίον άλλωστε
ήταν
εξοικειωμένη
διαβιώνοντας
στον ίδιο χώρο –,
επικοινωνώντας
μ’ αυτόν κατά
τρόπο
πνευματικό» (Στ.
Ε. Καλαντζάκη,
Δρ. Θ., «Εν Αρχή
εποίησεν ο Θεός».
Ερμηνευτική
ανάλυση των
περί
δημιουργίας
διηγήσεων της
Γενέσεως, εκδ.
Πουρναρά, σ. 501).
ζ')
ΓΕΝΕΣΙΣ
Γ’ 9 «καὶ
ἐκάλεσε
Κύριος ὁ Θεὸς
τὸν ᾿Αδὰμ καὶ
εἶπεν αὐτῷ·
᾿Αδάμ, ποῦ εἶ;».«Ο
«παντογνώστης»
Θεός ρωτά τον
κρυμμένο, μέσα
στην βλάστησι
του παραδείσου,
Αδάμ πού είναι(!!!!)»
ΓΕΝΕΣΙΣ
Δ’ 9 «καὶ
εἶπε Κύριος ὁ
Θεὸς πρὸς
Κάϊν· ποῦ
ἔστιν ῎Αβελ ὁ
ἀδελφός σου;».
«Μετά την
δολοφονία του
Άβελ από τον Κάιν
ο ΠΑΝΤΟΓΝΩΣΤΗΣ
υποτίθεται
Γιαχβέ κάνει
την απίστευτη
ερώτησι στον
Κάιν πού είναι»
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Για να αρχίσει
ο Θεός μια
συζήτηση με τον
Αδάμ, να τον
κάνει να
εκφραστεί και
να ομολογήσει
τί έκανε –
δίνοντάς του
την ευκαιρία να
ζητήσει
συγγνώμη – έπρεπε
να τον ρωτήσει.
Το ίδιο έκανε
και με τον Κάιν:
έπρεπε ο Θεός
να ρωτήσει τον
Κάιν, ώστε να
τον αναγκάσει
να απαντήσει,
μπας και ο Κάιν
καταλάβει τί
είχε μόλις
κάνει και
ζητήσει
συγγνώμη. Ο
Θεός φυσικά και
ήξερε πού ήταν
ο Άβελ και ο
Αδάμ. Το ότι το
ήξερε φαίνεται
από τη συνέχεια
της διήγησης,
όπου και στους
δύο λέει τί
έκαναν, ώστε να
αποδείξει την
κουτοπονηριά
τους, επειδή
απέφευγαν να
απαντήσουν
αμέσως.
η')
"Από
πού βρήκε
γυναίκα ο Κάιν,
όταν έφυγε απ’
το μέρος όπου
έμενε με τους
γονείς του; Η
Γένεση λέει ότι
γνώρισε κάποια
από την χώρα
Ναιδ, απέναντι
από την Εδέμ.
Αυτό σημαίνει
ότι υπήρχαν κι
άνθρωποι – απ’
τη φυλή των
οποίων έλαβε
γυναίκα ο Κάιν –
που δεν τους
έπλασε ο θεός
της Βίβλου. Άρα
ο Θεός έπλασε
μόνο τους
Εβραίους-απόγονους
του Αβραάμ.
Συνεπώς εμείς
οι Έλληνες δεν
πλαστήκαμε από
τον Γιαχβέ και
δεν οφείλουμε
να τον
λατρεύουμε."
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Κατά πρώτον,
του άγιου
Ιωάννη
Χρυσοστόμου: «Ίσως
όμως θα
ημπορούσε να
ερωτήση κανείς˙
πώς, ενώ η Αγία
Γραφή δεν
ανέφερεν άλλην
γυναίκαν, ο
Κάιν απέκτησε
γυναίκα; Μη σε
παραξενεύη
αυτό, αγαπητέ.
Διότι πουθενά
μέχρι τώρα δεν
κάνει κατάλογο
των γυναικών με
ακρίβεια, αλλά
αποφεύγουσα η
Αγία Γραφή το
περιττόν
αναφέρει μόνον
τους άνδρας,
και όχι αυτούς
όλους, αλλά μας
διηγείται
συντομώτερα
λέγουσα, ότι ο
τάδε εγέννησεν
υιούς και
θυγατέρας και
απέθανε.
Φυσικόν λοιπόν
ήτο και τώρα η
Εύα να εγέννησε
θυγατέρα μετά
τον Κάιν και
τον Άβελ, την
οποίαν έλαβεν
ως σύζυγον ο
Κάιν. Επειδή
λοιπόν ήτο αρχή
και έπρεπε να
αυξηθή το
ανθρώπινον
γένος εις το
μέλλον,
επετρέπετο να
συνέρχονται
εις σαρκικήν
μείξιν με τας
αδελφάς των.
Δια τούτο
βεβαίως η Γραφή,
αφού αφήση να
γνωρίσωμεν
ημείς τα
επόμενα,
διηγείται αυτό
μόνον λέγουσα˙
"και συνευρέθη
ο Κάιν με την
γυναίκα του, η
οποία αφού
συνέλαβεν
εγένησσε τον
Ενώχ" (...) Αλλά
όπως ακριβώς
εις την
περίπτωσιν του
Κάιν είπεν, ότι
"συνευρέθη με
την γυναίκα του",
χωρίς να μας
διδάξη τίποτε,
ούτε να μας
ειπή από πού
είχε την
γυναίκα» (άγ. Ιω.
Χρυσοστόμου,
ομιλία κ’ εις
την Γένεσιν, 1).
Η
Γένεση γράφει (Δ’,
16-17): ἐξῆλθε
δὲ Κάϊν ἀπὸ
προςώπου τοῦ
Θεοῦ καὶ
ᾤκησεν ἐν γῇ
Ναὶδ
κατέναντι
Ἐδέμ. Καὶ ἔγνω
Κάϊν τὴν
γυναῖκα αὐτοῦ,
καὶ
συλλαβοῦσα
ἔτεκε τὸν Ἐνώχ.
Καὶ ἦν
οἰκοδομῶν
πόλιν καὶ
ἐπωνόμασε τὴν
πόλιν ἐπὶ τῷ
ὀνόματι τοῦ
υἱοῦ αὐτοῦ,
Ἐνώχ».
Ναίδ στα
εβραϊκά
σημαίνει «ταραχή».
Δεν είναι το
όνομα κάποιων
ανθρώπων ούτε
το όνομα που
είχαν δώσει
κάποιοι
άνθρωποι οι
οποίοι
προϋπήρχαν
εκεί στην
περιοχή τους.
Τουλάχιστον η
Αγία Γραφή δεν
αναφέρει κάτι
τέτοιο.
Αργότερα
ονομάστηκε γη «ταραχής»,
διότι ο Κάιν
πήγε εκεί
ταραγμένος και
φοβισμένος. Η
αντίρρηση, ότι
ο Κάιν στο
στίχο 14 φοβάται
μην τον
σκοτώσει
κανείς, ενώ
αυτός θα
περιπλανιέται,
δεν
συνεπάγεται
ότι υπήρχαν «άλλοι
άνθρωποι».
Εκείνη την
εποχή, μια που
δεν υπήρχε
κράτος, νόμοι,
στρατός κ.ο.κ., οι
μόνοι που θα
ενδιαφέρονταν
να εκδικηθούν
σκοτώνοντας
κάποιον φονιά,
θα ήταν οι
συγγενείς
αυτού που ο
φονιάς είχε
σκοτώσει.
Δηλαδή, πάλι τα
παιδιά του Αδάμ
και της Εύας.
Όσοι δεν ήταν
συγγενείς του
Άβελ, δε θα
κυνηγούσαν τον
Κάιν. Ούτε στον
στίχο 14 η Παλαιά
Διαθήκη
αναφέρει (έστω
από.. απροσεξία)
την ύπαρξη
άλλων ανθρώπων.
Ας μην
πιστεύουν οι
κατήγοροι της
Αγίας Γραφής
ότι όσα δεν
πρόσεξαν εδώ
και 2000 χρόνια οι
Χριστιανοί, τα
πρόσεξαν
εκείνοι.
Το
ἔγνω
τὴν γυναῖκαν
αὐτοῦ
του στίχου Δ’ 16,
δεν σημαίνει «γνώρισε
την γυναίκα του
(ενώ πριν δεν
την ήξερε) στη
χώρα Νάιδ». Το ἔγνω
σημαίνει «είχε
σεξουαλική
σχέση». Με αυτή
τη σημασία
χρησιμοποιείται
το
ἔγνω
και στο
ΓΕΝΕΣΙΣ Δ’, 1: ο
Αδάμ γνώριζε
την γυναίκα του,
την Εύα, ήδη από
το ΓΕΝΕΣΙΣ Β’, 23.
Αλλά δεν είχε
ακόμη
σεξουαλικές
σχέσεις μαζί
της. Οι
στίχοι 16-17 μάς λεν
ότι ο Κάιν 1)
έφυγε «από το
πρόσωπο του
Θεού», δηλαδή
την Εδέμ, 2)
έπειτα πήγε στη
γη Ναίδ 3) και
μετά είχε
σεξουαλικές
σχέσεις με τη
γυναίκα του.
Άλλο πράγμα
αυτό που λέει η
ΓΕΝΕΣΗ («ο Κάιν
άρχισε να έχει
σεξουαλικές
σχέσεις με τη
σύζυγό του,
αφού κατοίκησε
την Ναίδ») κι
άλλο αυτό που
οι
αρχαιολάτρες
ισχυρίζονται
πως η ΓΕΝΕΣΗ
λέει (διαστρεβλώνοντάς
την), ότι δήθεν «ο
Κάιν βρήκε τη
γυναίκα του στη
Ναίδ» («άρα
υπήρχαν
άνθρωποι μη
πλασμένοι από
το Θεό της Π.Δ.»).
Μπορεί
φεύγοντας ή
λίγο πριν φύγει
από την Εδέμ να
πήρε κάποια για
γυναίκα του, κι
αφού έφτασαν
στη Ναιδ (η
οποία ήταν «κατέναντι»,
δηλαδή πολύ
κοντά στην Εδέμ)
τότε να είχαν
σεξουαλικές
σχέσεις.
Επιπλέον
πουθενά δεν
αναφέρει ούτε
υπονοεί η
Γένεση ότι
ανάμεσα στο
διάστημα της
γέννησης των
Κάιν και Άβελ
και της
γέννησης του
Σήθ, δεν
γεννήθηκε
κάποια γυναίκα.
Όσο για τους
Έλληνες,
τουλάχιστον
σύμφωνα με το
ΓΕΝΕΣΙΣ Ε’ και Ι’,
2-4, οι Έλληνες
είναι απόγονοι
του Ιάφεθ (Ιάπετου),
γιου του Νώε,
γιού του Λάμεχ,
γιου του
Μαθουσάλα, γιου
του Ενώχ, γιου
του Ιάρεδ, γιου
του Μαλελεήλ,
γιου του Καϊνάν,
γιου του Ενώς,
γιου του Σηθ,
γιου του Αδάμ
και της Εύας,
πλασμάτων του
Θεού της Π.Δ. κι
όχι του Δία και
των λοιπών
ψευδοθεϊκών
οντοτήτων (στις
οποίες δόθηκαν
τα ονόματα Γαία,
Κρόνος, Ουρανός
κ.λπ.), οι οποίες
άλλωστε –
σύμφωνα με την
ίδια την
ελληνική
μυθολογία του
Ησίοδου – δεν
έπλασαν το
πέμπτο γένος,
των σημερινών
ανθρώπων.
Συνεπώς
η Αγία Γραφή
δεν αντιφάσκει
με τον εαυτό
της. Το ερώτημα «πώς
γίνεται να
μιλάμε για
ανθρώπινο
είδος ηλικίας
μόνο 7500 ετών» δεν
είναι σωστό,
διότι τα 7500 έτη
υπολογίζονται
βάσει της
γενεαλογίας˙
αλλά αυτή θα
μπορούσε να
είναι
λανθασμένη, με
την έννοια ότι
μπορεί να της
λείπουν
ορισμένοι
κρίκοι. Ο
Μωυσής μπορεί
να μην
συμπεριέλαβε
όλους τους
προγόνους,
διότι μπορεί να
μην διασώθηκαν
στην εποχή του
όλες οι γραπτές
γενεαλογίες (αν
ήταν όλες
γραπτές – που δε
γίνεται να ήταν)
ενώ οι
προφορικές
γενεαλογίες
σταδιακά (από
γεροντότερο σε
νεότερο)
ελάττωναν τον
αριθμό των
ενδιάμεσων
κρίκων στο
ΓΕΝΕΣΙΣ
Ε’ από Σηθ έως
Νώε. Το πράγμα
αυτό δεν είναι
απίθανο, αν
δούμε ότι
μεταξύ Σηθ και
Νώε οι
διαδοχικοί
πρόγονοι
κατονομάζονται
μηχανικά, δίχως
να αναφέρονται
οι πράξεις τους,
ενώ ο Νώε
αναφέρεται να
φτιάχνει την
κιβωτό.
Mια
μελέτη των
βιολόγων,
οπαδών της
θεωρίας της
Εξέλιξης, του Robert
Dorit (Yale), του Hiroshi Akashi (University of Chicago)
και του Walter Gilbert (Harvard)
είναι σχετική
με το θέμα μας.
Σε μια
προσπάθεια να
ανακαλύψουν τα
ίχνη της
καταγωγής των
ανθρώπων, οι
παραπάνω
ερευνητές
έψαξαν για
γενετικές
διαφορές στο
χρωμόσωμα Y
τριάντα οκτώ
ανδρών που
ζούσαν σε
διαφορετικά
μέρη του κόσμου
και είχαν
διαφορετική
φυλετική
καταγωγή (Robert
L.
Dorit,
Hiroshi
Akashi
and
Walter
Gilbert,
"Absence
of
Polymorphism
at
the
ZFY
Locus
on
the
Human
Y
Chromosome,"
Science,
268(1995), pp.
1183-1185). Ο Dorit
και οι βοηθοί
του δεν βρήκαν
διαφορές/εναλλαγές
στα
νουκλεοτιδία
σε κανένα από
τα μόνιμα
τμήματα του Υ
χρωμοσώματος
των 38 ανδρών.
Αυτή η έλλειψη
διαφοροποίησης
οδηγεί στο
συμπέρασμα ότι
δεν συνέβη
εξέλιξη στην
καταγωγή των
ανδρών. Βάσει
αυτής της
ανάλυσης,
συμπέραναν ότι
ο προπάτορας
των ανδρών – ένα
άτομο, όχι μια
ομάδα ατόμων –
έζησε όχι
περισσότερο
από 270 χιλιάδες
χρόνια πριν.
Περισσότερο
πρόσφατες
μελέτες έχουν
συρρικνώσει
τον αριθμό αυτό
σημαντικά και
φανερώνουν
πόσο
μικρότερος
μπορεί να ‘ναι.
Η
πιθανή
αντίρρηση, για
τα εργαλεία που
κατασκεύαζαν
διάφορα
πρωτεύοντα, δεν
λέει τίποτε.
Σήμερα, ακόμη
και πουλιά,
ακόμη και
γορίλλες
χρησιμοποιούν
υποτυπώδη
εργαλεία. Αυτό
δε σημαίνει ότι...
εξανθρωπίζονται
τα πουλιά!
Επίσης η εύρεση
κρανίων άλλων
ανθρωποειδών
δεν σημαίνει
απαραίτητα ότι
αυτοί είναι οι
πρόγονοι του Homo
Sapiens
(υπάρχουν
πολλά είδη
άλλωστε) ή ότι
έχει
αποδειχτεί (π.χ.
με την εύρεση
όλων των
ενδιάμεσων
εξελικτικών
κρίκων) η
εξέλιξη.
Αυτή η πιο πρόσφατη ημερομηνία για τον προπάτορα του άντρα βρίσκεται σχετικά κοντά στη βιβλική χρονολογία για τον Αδάμ, συγκριτικά με τα εκατομμύρια έτη που έδιναν άλλοι για τα ανθρωποειδή απ’ τα οποία υποτίθεται ότι εξελίχθηκε ο άνθρωπος. Αν οι γενεαλογίες της Γενέσεως δεν είναι πλήρεις – αν για κάποιους πολύ πιθανούς λόγους (π.χ. χάθηκαν οι γραπτές γενεαλογίες ή οι προφορικές οδήγησαν στην ελάττωση του αριθμού των προγόνων) δεν συμπεριλήφθηκαν διάφοροι από τους πρόγονους στο τελικό κείμενο του Μωυσή, τότε δεν είναι καθόλου απίθανο όσο αρχικά φαίνεται, ο Αδάμ και η Εύα να έζησαν μεταξύ 7.500 και 60.000 ετών. Αλλά και πάλι, εάν από τα 51-411 χιλιάδες έτη υπήρξε μετακίνηση προς τα 37-49 χιλιάδες έτη, δεν είναι απίθανο, στο μέλλον, οι νεότερες έρευνες να «χαμηλώσουν» κι άλλο το χρονολογικό εύρος, μεταξύ του οποίου έζησαν ο πρώτος άντρας κι η πρώτη γυναίκα, φτάνοντάς το πολύ κοντά σε αυτό που δίνει η ΓΕΝΕΣΗ.
Αυτά
όσον αφορά την
επιστημονική
πλευρά του
ζητήματος. Οι
αρχαιολάτρες
όμως, που
χλευάζουν το
Χριστιανισμό
για την πίστη
του ότι από ένα
μόνο ζευγάρι
ξεκίνησε η
ανθρωπότητα,
και που
ισχυρίζονται
ότι οι
ειδωλολατρικοί
μύθοι είναι
συμβατοί με την
επιστήμη, τι
έχουν να πουν
για τα παρακάτω;
Σύμφωνα με τους
μύθους των
αρχαίων
Αργείων, πρώτος
άνθρωπος επί
γης ήταν ο
Φορωνεύς.
Σύμφωνα με τους
μύθους των
αρχαίων
Βοιωτών πρώτος
άνθρωπος επί
γης ήταν ο
Ώγυγος. Σύμφωνα
με τους
αρχαίους
μύθους των
Αθηναίων
πρώτος
άνθρωπος ήταν ο
Κέκροπας.
Σύμφωνα με
άλλους
αρχαίους
μύθους, κοινούς
στη Βοιωτία και
την Αττική,
πρώτος
άνθρωπος ήταν ο
Αλαλκομενέας,
που βγήκε απ’ τα
νερά του
ποταμού
Κηφισού. Ας μας
εξηγήσουν οι
αρχαιολάτρες 1.
γιατί υπάρχουν
τόσες πολλές
διαφορετικές
εκδοχές; Δεν
έχει μία άποψη
η υποτιθέμενη
ενιαία
μυθολογία; 2. Πώς
γίνεται να
ξεπηδάν απ’ το
ποτάμι
άνθρωποι; 3. Πώς
πιστεύουν οι
αρχαιολάτρες
στην ύπαρξη
ενός αρχικού
ζευγαριού
ανθρώπων, του
πρώτου άνδρα
και της
γυναίκας του,
αφού χλευάζουν
την αντίστοιχη
εκδοχή της
Γένεσης; 4. Πώς τα
καταφέρνουν οι
αρχαιολάτρες
να χλευάζουν
την εκδοχή της
Γένεσης, να
ισχυρίζονται
ότι οι μύθοι
είναι
επιστημονικές
εξηγήσεις και
ταυτόχρονα να
ισχυρίζονται
ότι δέχονται
την εξέλιξη,
ενώ οι μύθοι
αυτοί αλλά και
άλλοι (π.χ.
Ησίοδου) όχι
μόνο για
Εξέλιξη δεν
μιλάνε, αλλά
κάνουν λόγο για
άμεση
δημιουργία των
ανθρώπων από
τους «θεούς»;
θ')
«Η
Παλαιά Διαθήκη
μιλά για «γίγαντες»
(Γένεσις Στ’4).
Δεν είναι αυτό
απόδειξη ότι η
Π.Δ. είναι
αντιγραφή
παγανιστικών
μύθων, των
αρχαιοελληνικών
που μιλούν για
γίγαντες;»
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Η φυλή τού Κάιν
ήταν ασεβής και
έκφυλης. Η φυλή
τού Σηθ ήταν
ευσεβής και
καθαρή. Γι’ αυτό
η φυλή τού Κάιν
λέγονταν απλώς
«άνθρωποι», ενώ η
τού Σηθ «παιδιά
τού Θεού», «υιοί
τού Θεού».
Κατόπιν έγινε η
επιμιξία τους
και προέκυψε η
γενιά τών «γιγάντων».
Δες
ΓΕΝΕΣΙΣ ΣΤ’, 2-4. Οι «υιοί
του Θεού» δεν
είναι άγγελοι,
όπως
φαντάζονται
ορισμένοι,
κατηγορώντας
την Παλαιά
Διαθήκη ότι μας
λέει πως (είναι
δυνατόν να)
έχουν άγγελοι
και γυναίκες
σεξουαλική
επαφή, ως
απόδειξη ότι η
Παλαιά Διαθήκη
έχει επιρροές
από
παγανιστικές
μυθολογίες. Να
τι λέει ο άγιος
Ιωάννης ο
Χρυσόστομος «Διότι
ισχυρίζονται,
ότι δεν έχει
λεχθή αυτό [σημ.:
το «υιοί του
Θεού»] δια τους
ανθρώπους, αλλά
δια τους
αγγέλους˙
αυτούς λοιπόν
ωνόμασεν υιούς
του Θεού. Κατά
πρώτον μεν ας
μας δείξουν,
εις ποία χωρία
οι άγγελοι
ωνομάσθησαν
υιοί του Θεού˙
αλλά δεν θα
ημπορέσουν
πουθενάνα
δείξουν αυτό.
Διότι άνθρωποι
μεν
ωνομάσθησαν
υιοί του Θεού,
άγγελοι δε
καθόλου» (Ομιλία
κβ’ εις την
Γένεσιν, 2) και «Προηγουμένως
σας διδάξαμεν,
ότι η Αγία
Γραφή
συνηθίζει να
ονομάζη και
τους ανθρώπους
υιούς του Θεού.
Επειδή λοιπόν
αυτοί
κατήγοντο από
την γενεάν του
Σηθ, και από τον
υιόν του, που
ωνομάσθη Ενώς˙
"διότι αυτός,
λέγει, ήλπισεν
ότι θα
προσεύχεται
εις το όνομα
Κυρίου του Θεού"
[σημ. Γέν. Δ’, 26]˙
όσοι λοιπόν
εγεννώντο εις
το εξής από
εκείνον
ωνομάσθησαν
από την Αγίαν
Γραφή υιοί του
Θεού, επειδή
εμιμούντο την
αρετήν των
προγόνων τους
μέχρις εκείνον˙
υιούς δε των
ανθρώπων
ωνόμασε τους
γεννηθέντας
πριν από τον
Σηθ, τους
γεννηθέντας
από τον Κάιν
και τους
ανήκοντες εις
την γενεάν του.
(...) Και δια να
μάθωμεν ότι δεν
έκαμαν τούτο [σημ.:
οι «υιοί του
Θεού»] ούτε με
νόμιμον γάμον,
ούτε ένεκα της
επιθυμίας να
αποκτήσουν
παιδιά, δια
τούτο λέγει˙ "όταν
είδαν ότι είναι
ωραίαι, έλαβαν
δια τον εαυτόν
τους τας
γυναίκας από
εκείνας, που
εξεχώρισαν" [σημ:.
Γέν. ΣΤ’, 2]» (Ομιλία
κβ’ εις την
Γένεσιν, 3). Με
άλλα λόγια, οι –
έως τότε –
ενάρετοι «υιοί
του Θεού»,
άρπαξαν δια της
βίας τις
γυναίκες άλλης
φυλής
εξοργίζοντας
το Θεό, που
διαπιστώνει
ότι είναι «σαρκικοί»
στο φρόνημα. Πάντως, ούτε ο
Χρυσόστομος
θεωρεί
πανύψηλους
ανθρώπους τους
«γίγαντες»: «Νομίζω
ότι η Αγία
Γραφή ονομάζει
εδώ γίγαντας
τους ισχυρούς
κατά το σώμα» (Ομιλία
κβ’ εις την
Γένεσιν, 4). Η Γραφή όταν
γράφει για «γίγαντες»,
δεν εννοεί τούς
τελευταίους ως
γιγαντιαίους
και
κολοσσιαίους
ανθρώπους, αφού
στα χρόνια που
η Παλαιά
Διαθήκη
μεταφράστηκε
στα ελληνικά, η
λέξης «γίγας»
σήμαινε ένα από
τα όπλα τού
στρατού. Όπως
δηλ. ο στρατός
σήμερα έχει
πέντε όπλα (πεζικό,
τεθωρακισμένα,
πυροβολικό,
μηχανικό,
διαβιβάσεις)
έτσι και στα
παλαιά χρόνια
υπήρχαν
οπλίτες (πεζικό),
τοξότες,
πελαστές,
ιππικό, κλπ. Οι
οπλίτες, δηλ.
αυτοί που είχαν
κράνος, θώρακα,
περικνημίδες,
ασπίδα, δόρυ,
ξίφος, ακόντιο
λέγονταν – στα
αλεξανδρινά
χρόνια – και «γίγαντες»,
χωρίς η λέξη να
έχει την έννοια
του
μεγαλόσωμου
ανθρώπου.
Επειδή, όμως,
στα χρόνια πριν
από τον
Κατακλυσμό,
όταν
πρωτοεμφανίστηκαν
ένοπλοι,
ασφαλώς δεν
υπήρχε η
διάκριση σε
πολλά είδη
όπλων, στο
συγκεκριμένο
εδάφιο της Π.Δ. η
λέξη «γίγας»
σημαίνει
απλούστερα «πολεμιστής»
ή ακόμη πιο
απλά «ένοπλος
άνθρωπος». Τότε
δηλ. που
αναμίχθηκαν οι
δύο φυλές, τότε
εμφανίσθηκαν
και οι πρώτοι
ένοπλοι
άνθρωποι, οι
οποίοι αντί να
οποιανδήποτε
δουλειά (γεωργία,
κτηνοτροφία,
οικοδομική
μεταλλουργία)
ασχολούνταν με
το να
επιβάλλουν την
θέλησή τους
στους άλλους –
με την χρήση
τών όπλων – και
να τούς
εκμεταλεύονται.
Κι έτσι έγιναν
επίκεντρα
συσπείρωσης
φατριών,
αρχηγοί κρατών,
κλπ. Γι’ αυτόν
τον λόγο
αναφέρονται ως
«οι άνθρωποι οι
ονομαστοί», κι
όχι επειδή ήταν
γιγαντόσωμοι.
Στο ανάστημα
δεν διέφεραν
καθόλου από
τούς άλλους.
Αντίστοιχες
απαντήσεις
δίνονται και
για άλλες
λέξεις ή
φράσεις που
φαινομενικά
δίνουν την
εντύπωση ότι
έχουμε
επιρροές από
παγανιστικούς
μύθους. Σ’ αυτές
τις
περιπτώσεις,
προτού
συμπεράνουμε
ότι η Π.Δ. λέει ό,τι
να ‘ναι,
χρειάζεται να
κοιτάμε το
αντίστοιχο
εβραϊκό
κείμενο καθώς
και να έχουμε
υπόψη τις
συνθήκες και
τις
χρησιμοποιούμενες
ορολογίες της
εποχής κατά την
οποία
μεταφράστηκε
στα ελληνικά η
Π.Δ. Για
παράδειγμα, η
λέξη «μονόκερος»
στον Ιώβ ΛΘ’, 9
είναι η
μετάφραση του
εβραϊκού רים
(ρεμ)
η οποία στη
λεξικογραφική
της μορφή είναι
ראם
(ρεέμ).
Η λέξη τούτη
εταφράζεται
από το Brown-Driver-Briggs Hebrew & English Lexicon
(έκδοση 1906) ως “wild ox” (άγριο
βόδι).
ι')
"Πώς
γίνεται ο Αδάμ
να έζησε 930
χρόνια, ο
Μααλαλεήλ 855, ο
Νώε 950 χρόνια, ο
Σαλάχ 333 χρόνια;
Είναι δυνατόν
έπειτα απ’
αυτές τις
ηλικίες, να
πιστέψουμε ότι
έζησαν τέτοιοι
άνθρωποι;"
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
υπάρχουν δύο
εκδοχές. Ποια
είναι η σωστή
δεν μπορούμε να
γνωρίζουμε. Η
πρώτη είναι ότι,
επειδή με τον
καιρό
ξεχάστηκαν
διάφοροι
πρόγονοι-κρίκοι
στη γενεαλογία,
είχαν
καταρτιστεί
γραπτές
πινακίδες με
γενεαλογίες˙
και αφού ήδη
είχαν ξεχαστεί
διάφοροι
κρίκοι, οι
συγγραφείς των
γενεαλογικών
θεώρησαν ότι
έπρεπε οι
εναπομείναντες
κρίκοι να «φορτωθούν»
με τα έτη ζωής
των
λησμονημένων
κρίκων. Τις
γραπτές αυτές «γενεαλογίες»,
που
περιγράφονται
στην Γένεση,
τις
χρησιμοποίησε
ο Μωυσής
παίρνοντάς τες
ως είχαν.
Για την άλλη
εκδοχή, πρέπει,
τουλάχιστον να
αναφέρουμε
τρία πράγματα.
Πρώτον ότι οι
αριθμοί που η
Γένεση δίνει
είναι πολύ
μετριοπαθείς
συγκριτικά με
τις δεκάδες
χιλιάδων ετών,
που αναφέρουν
οι
βαβυλωνιακοί
μύθοι πως
έζησαν οι
προκατακλυσμιαίοι
βασιλείς της
Μεσοποταμίας.
Για παράδειγμα,
οι βασιλείς των
πόλεων Εριντού,
Λαράκ, Σιππάρ
και Σουρουπάκ,
σύμφωνα με
βαβυλωνιακές
πινακίδες,
βασίλευσαν για
διάστημα 30.000
μέχρι 40.000 χρόνων.
Ο Εν-μεν-λου-άννα
βασίλευσε –
πάλι σύμφωνα με
τις
βαβυλωνιακές
πινακίδες – 43.200
χρόνια και ο
Ουμπαρατούτου
18.600 χρόνια. Ο
Ντουμούζι
διετηρήθη στο
θρόνο για 18.000
χρόνια. Μετά
τον κατακλυσμό
και πριν τον
Γιλγκαμές, η
πιο μακρόχρονη
βασιλεία ήταν
αυτή του Ετάνα,
βασιλιά της Κις,
που βασίλευσε 1560
χρόνια, και η
πιο μικρή αυτή
του βασιλιά της
Ουρούκ,
Ντουμούζι, που
βασίλευσε
εκατό χρόνια.
Αντιλαμβάνεται
κανείς τη
διαφορά
μεγέθους
ανάμεσα σε 969
χρόνια ζωής (Μαθουσάλας)
και 43.000 χρόνια
βασιλείας.
Δεύτερον,
παρόλη την
μυθική
διάρκεια
βασιλείας των
παραπάνω
βασιλέων, έχει
αποδειχθεί ότι
αυτή δεν
επηρεάζει το
ζήτημα της
ύπαρξης ή
ανυπαρξίας
τους. Για
παράδειγμα, «ημπορεί
ν’ απορρίψωμεν
ως μύθον το ότι
ο
Ενμεμπαραγκίσι,
βασιλιάς της
πόλεως Κις,
εβασίλευσε 900
χρόνια, όμως
παραμένει
σταθερόν και
αδιάσειστον το
γεγονός, ότι ο
βασιλιάς
εκείνος υπήρξε
πραγματικά˙
ότι μας αφήκε
τις πρώτες
επιγραφές εις
την γραφήν των
Σουμερίων.
Επομένως ο
βασιλιάς
εκείνος είναι
ιστορικόν
πρόσωπον,
ανεξάρτητα του
πώς θα
υπολογίση ή πώς
θα εκλάβη
κανείς τον
αριθμόν 900, ο
οποίος
αναφέρεται εις
τον κατάλογον
των Σουμερίων
Βασιλέων» (Ν. Π.
Βασιλειάδη, Αρχαιολογία
και Αγία Γραφή,
εκδ.
Αδελφότητος
θεολόγων «Ο
Σωτήρ», σ. 50). Άρα
και για τα
πρόσωπα της
Γένεσης θα
μπορούσε
κανείς να
ισχυριστεί το
ίδιο.
Τρίτον, ενώ στους Σουμέριους η διάρκεια βασιλείας (άρα και ζωής) πέφτει απότομα, από 30.000 έτη προ Κατακλυσμού σε 1500 μετά τον κατακλυσμό, στην Αγία Γραφή υπάρχει μια πολύ πιο ομαλή μετάβαση από μεγάλες ηλικίες σε φυσιολογικές: Προ κατακλυσμού: Αδάμ 930, Σηθ 912, Ενώς 905, Καινάν 910, Μααλαλεήλ 855, Ιάρεδ 962, Μαθουσάλα 969, Λάμεχ 777, Ενώχ 365, Νώε 950. Μετά τον Κατακλυσμό: Σημ 600, Αρφαξάδ 438, Σαλάχ 433, Εβέρ 464, Πελέγ 239, Ρεού 239, Σερούγ 230, Ναχώρ 148, Θάρα 205, Αβραάμ 175, Ισαάκ 180, Ιωσήφ 110 κ.ο.κ. Συνεπώς, υπάρχει και σ’ αυτήν την περίπτωση (έστω, παρά τις μεγάλες ηλικίες) διαφορά μεταξύ σουμεριακής και βιβλικής παράδοσης.
Τουλάχιστον
από τους
αρχαιολάτρες
θα περίμενε
κανείς
περισσότερη
μετριοπάθεια.
Αλλιώς, πώς
μπορούν να
εξηγήσουν τη
μακροβιότητα
των ανθρώπων
του «χρυσού
γένους» ή ότι ο
Φορωνέας ήταν
ταυτόχρονα ο
πρώτος
άνθρωπος και ο
πρώτος
βασιλιάς;
ια')
"Ο
μύθος της Βαβέλ
είναι
αντιεπιστημονικός.
Αντίθετα
υπάρχει το έπος
της Φορωνίδας.
Σύμφωνα μ’ αυτό,
όταν βασιλιάς
του Άργους ήταν
ο Φορωνέας, η
επικράτειά του
ήταν μεγάλη,
και οι κάτοικοί
του ζούσαν
διασκορπισμένοι
στα διάφορα
μέρη της. Όταν
μάλωσαν η Ήρα
κι ο Ποσειδών
για την
κηδεμονία του
Άργους,
επικράτησε η
πρώτη κι ο
δεύτερος
οργισμένος
έστειλε
ξηρασία στο
Άργος. Τότε ο
Φορωνεύς
συγκέντρωσε
όλους τους
κατοίκους στον
τόπο όπου
υπήρχαν
αποθέματα
νερού. Εκεί
όμως «γίνονται
μια σειρά από
πρωτοφανείς
διαπιστώσεις
και πρώτ’ απ’
όλα ότι η
πολυθρύλητη
ομογλωσσία των
απογόνων του
Φορωνέα δεν
υπάρχει πιά» (Μ.
Καλόπουλου, Βιβλική
θρησκεία. Το
μεγάλο ψέμα, σ. 57).
Έτσι, αρχίζουν
προστριβές. Ο
Δίας στέλνει
τον Ερμή, ο
οποίος
προτείνει τη
διάλυση της
πόλης και τη
διασπορά των
κατοίκων,
ανάλογα με τη
γλώσσα τους, σε
διαφορετικές
περιοχές όπου
υπήρχαν
αποθέματα
νερού.
Ο ελληνικός
μύθος του
Φορωνέα είναι
πολύ
επιστημονικότερος,
διότι δεν
ισχυρίζεται
τον
παραλογισμό
ότι η
δημιουργία των
διαφορετικών
γλωσσών
οφείλεται σε
θαυματουργική
επέμβαση των
θεών (όπως στην
Π.Δ.), αλλά,
σύμφωνα με την
επιστήμη, ότι
προέκυψαν
φυσιολογικά οι
διαφορετικές
γλώσσες (Βλ. Μ.
Καλόπουλου, Βιβλική
θρησκεία. Το
μεγάλο ψέμα, σ.
56-58)".
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Εδώ
ο
αυτοσυστηνόμενος
ως «απομυθοποιητής
της Βίβλου» και «ορθολογιστής»,
Μ. Καλόπουλος,
μας λέει ότι ο
ειδωλολατρικός
μύθος είναι
ανώτερος της
διήγησης της
Παλαιάς
Διαθήκης,
επειδή σ’ αυτήν
οι
διαφορετικές
γλώσσες
εμφανίζονται
έπειτα από
θεϊκή
παρέμβαση (θαύμα),
ενώ στον μύθο
τάχα δεν
υπάρχει θεϊκή
παρέμβαση, αλλά
οι γλώσσες
εμφανίζονται «φυσιολογικά»,
όπως λέει η
επιστήμη. Κατά
πόσο αυτό
αληθεύει, δείτε
το, διαβάζοντας
τον πραγματικό
μύθο του
Φορωνέα, όπως
μας τον δίνει η Ελληνική
Μυθολογία,
τόμος 3 – Οι
ήρωες, της
Εκδοτικής
Αθηνών (επιμέλεια
Ι. Κακριδή), σελ.
165-166:
«Σύμφωνα
με την αργεία
παράδοση ο
Φορωνέας, ο
γιος του
ποταμού Ίναχου
και της νύμφης
Μελίας, ήταν ο
πρώτος
άνθρωπος πάνω
στη γη αυτή. Ως
γυναίκα του
αναφέρεται η
Τελεσιδίκη (ή
Πειθώ). Το
ζευγάρι των
πρωτόπλαστων
πρέπει να
απόκτησε
πλήθος
απογόνους. Για
χάρη τους ο
Φορωνέας
κατεβάζει τη
φωτιά από τον
ουρανό, το
δίχως άλλο με
τη συγκατάθεση
του Δία, και
τους μαθαίνει
να τη
χρησιμοποιούν,
για να μπορούν
να πορεύονται
στη ζωή.
Αναφέρεται
ακόμα από άλλες
πηγές πως, όταν
η Ήρα και ο
Ποσειδώνας
μάλωναν ποιος
θα γίνει κύριος
του Άργους,
ήταν ο Φορωνέας
και όχι ο
Ίναχος που
ορίστηκε
κριτής με τον
Κηφισό και τον
Αστερίωνα –
ονόματα
θεοποιημένων
ποταμών – και
έδωσε τη νίκη
στη θεά˙ έπειτα,
πρώτος αυτός,
ίδρυσε τη
λατρεία της στο
Άργος. Η
κατακύρωση του
Άργους στην Ήρα
προκαλεί την
οργή του
Ποσειδώνα, που
για τιμωρία
στρεύει τα
ποτάμια της
αργείας γης.
Από τότε το
Άργος γίνεται
πολυδίψιον.
Στα παλιά
εκείνα χρόνια
δεν είχαν ακόμα
χτιστεί
πολιτείες˙ οι
άνθρωποι
περνούσαν τη
ζωή τους στα
δάση και στις
ερημιές,
καθένας για τον
εαυτό του,
μιλούσαν όμως
όλοι την ίδια
γλώσσα και ήταν
ο Δίας που τους
κυβερνούσε από
τον Όλυμπο. Το
κακό ήταν πως,
έτσι
σκορπισμένοι
και
απομονωμένοι
που ζούσαν,
κινδύνευαν να
αφανιστούν από
τα άγρια θηρία,
γι’ αυτό ο
Φορωνέας
αποφασίζει να
τους
συγκεντρώσει
στο Άργος˙
επειδή όμως
έχουν στο
μεταξύ
πληθύνει και
δεν χωρούν πια
σ’ ένα μόνο
συνοικισμό, ο
Ερμής τούς
σκορπίζει πάνω
στη γη, ώστε να
σχηματιστούν
πολλές
πολιτείες˙
αποφασίζει
ακόμα, από
λόγους που δεν
ξέρουμε, να
δώσει σε κάθε
πολιτεία και
άλλη γλώσσα.
Τώρα όμως οι
άνθρωποι
αρχίζουν τα
μαλώματα
μεταξύ τους,
πρώτα πρώτα
μέσα στην ίδια
πολιτεία, ο
ένας γείτονας
με τον άλλον.
Είναι και
ανάμεσα στις
πολιτείες που
γεννιούνται
τώρα διχόνοιες
για τις βοσκές,
για τα χωράφια,
για τα σύνορα.
Το κακό
μεγαλώνει με
την
πολυγλωσσία,
που οδηγεί στην
ασυνεννοησία.
1.
(Το
σημαντικότερο:)
Ο Μ. Καλόπουλος
παραποιεί (συνειδητά;)
την αφήγηση του
μύθου στο
κρίσιμο σημείο
της
δημιουργίας
των πολλών
διαλέκτων. Ο Μ.
Καλόπουλος
λέει ότι ο
διαχωρισμός
των γλωσσών, η
δημιουργία
νέων διαλέκτων
δεν οφείλεται
στους «θεούς»,
αλλά έγινε «φυσιολογικά»
και απλώς, όταν
συνοικίστηκαν
στο Άργος όλοι
οι άνθρωποι, «διαπιστώθηκε
ότι δεν υπήρχε
πλέον
ομογλωσσία».
Αντίθετα η Ελληνική
Μυθολογία μας
πληροφορεί ότι
ο «θεός» Ερμής
δημιούργησε
και έδωσε τις
διαφορετικές
γλώσσες στους
ανθρώπους, αφού
είχαν
συνοικιστεί.
2.
Ο συνοικισμός
στο Άργος δεν
οφείλεται στην
λειψυδρία, όπως
ισχυρίζεται ο Μ.
Καλόπουλος,
αλλά στο φόβο
μην φαγωθούν απ’
τα θηρία οι
άνθρωποι.
3.
Οι προστριβές
δεν οφείλονται
στην ύπαρξη
πολλών
διαλέκτων, όπως
ισχυρίζεται ο Μ.
Καλόπουλος,
αλλά στο
συνωστισμό,
όπως λέει η Ελληνική
Μυθολογία˙ η
πολυγλωσσία
επέτεινε τις
προστριβές,
αλλά δεν ήταν
αυτή που τις
δημιούργησε.
Ώστε
ο Ερμής, ένας «θεός»,
είναι που δίνει
σε κάθε
πολιτεία και
στις
διαφορετικές
ομάδες
ανθρώπων από
μια γλώσσα.
Καμμιά σχέση με
τον
ψευδοεπιστημονισμό
του
αρχαιογνώστη, Μ.
Καλόπουλου, ο
οποίος θέλει να
πείσει ότι ο
μύθος συμφωνεί
με τα
επιστημονικά
δεδομένα (που
σιγά μην
συμφωνούσε, λες
και έχουν
καταλήξει οι
επιστήμονες
πώς, πού και
πότε
διαχωρίστηκαν
οι γλώσσες).
Είναι
ενδιαφέρον, ως
διαφορά, ότι
στην Π.Δ. η
σύγχυση των
γλωσσών έχει
μια κάποια
αιτία, μια «ύβρη»
προς τον Θεό.
Στο μύθο του
Φορωνέα
αντίθετα, δεν
υπάρχει κανείς
λόγος,
αντίστοιχος ή
έστω
διαφορετικός
απ’ αυτόν της
διήγησης της
Βαβέλ. Γιατί π.χ.
να μην τους
άφηνε ο Ερμής
να συνεχίσουν
να έχουν την
ίδια γλώσσα,
όπως την είχαν
πριν πριν τους
συνοικίσει ο
Φορωνέας στο
Άργος;
Όχι
απλώς – ενάντια
στους ψευδείς
ισχυρισμούς
του Μ.
Καλόπουλου – ο
ειδωλολατρικός
μύθος
παραδέχεται
ότι οι «θεοί»
έδωσαν τις
γλώσσες (άρα
πάει στράφι ο «αθεϊστικός
ορθολογισμός»,
τον οποίο
γελοιοποιεί ο Μ.
Καλόπουλος
κάνοντάς τον «σημαία»
του αγώνα του
υπέρ των
πολυθεϊστικών
μύθων) κι ότι
αυτές δεν
δημιουργήθηκαν
μόνες τους (π.χ.
απ’ τις φυσικές
συνθήκες ή το
γεωγραφικό
διαχωρισμό),
αλλά επιπλέον ο
μύθος δεν δίνει
καν μια (έστω
παράλογη)
εξήγηση για τη
δημιουργία
πολλών
διαλέκτων απ’
τους «θεούς», σε
αντίθεση με την
Παλαιά Διαθήκη,
η οποία δίνει
μια θεολογικώς
πολύ κατανοητή
εξήγηση (ύβρη
προς τον Θεό).
Για δυο λόγους,
λοιπόν,
υπερτερεί η
αφήγηση της
Παλαιάς
Διαθήκης απ’ το
παραμύθι του
Φορωνέα, και
συνεπώς είναι
αδύνατο να
αντιγράφει
αυτή τον
ειδωλολατρικό
μύθο.
Υπάρχει η
αντίρρηση για
ένα άλλο μύθο,
του Ώτου και
του Εφιάλτη,
των Αλωάδων,
γιων του
Ποσειδώνα και
της Ιφιμέδειας.
Αυτοί, «όταν
έγιναν εννιά
χρονώ κι είχαν
πάχος εννιά
πήχες και ύψος
εννιά οργυιές,
τους μπήκε η
ιδέα ν’
ανοίξουν
πόλεμο με τους
θεούς. Σηκώνουν,
λοιπόν, την
Όσσα και τη
στήνουν πάνω
στον Όλυμπο,
πάνω στην Όσσα
σκαλώνουν το
Πήλιο και με τα
βουνά αυτά
φοβέριζαν ν’
ανεβούνε στον
Ουρανό. Κι
έλεγαν, ότι θα
χώσουν τη
θάλασσα με τα
βουνά και θα
την κάνουν
στεριά και τη
στεριά θάλασσα.
Και ζητούσαν
γυναίκες ο
Εφιάλτης την
Ήρα κι ο Ώτος
την Αρτέμιδα.
Έδεσαν μάλιστα
και τον Άρη.
Αλλά κατάφερε
να τον
απελευθερώσει
κρυφά ο Ερμής
και τους
Αλωάδες του
σκότωσε η
Άρτεμις με
τέχνασμα στη
Νάξο» (Απολλοδώρου
Βιβλιοθήκη, Α’, VII,
4). Παρατηρούμε
τις εξής
διαφορές
μεταξύ μύθου
των Αλωάδων και
βιβλικής
αφήγησης:
πρώτον, στη
βιβλική
αφήγηση
χτίζεται
πύργος (οικοδόμημα),
ενώ στο μύθο
στήνεται βουνό
πάνω σε βουνό (!)˙
δεύτερον, στη
βιβλική
αφήγηση όλοι οι
άνθρωποι
συμμετέχουν
στο εγχείρημα
της
οικοδόμησης
του πύργου, ενώ
στο μύθο μόνο
δύο αδέλφια˙
τρίτον, σκοπός
των ανθρώπων
που έχτιζαν τον
πύργο της Βαβέλ
ήταν «να γίνουν
ονομαστοί»
πριν
διασπαρούν, ενώ
στο μύθο ο
σκοπός των
Αλωάδων ήταν...
να παντρευτούν
δυο θεές˙
τέταρτο, ούτε
και σ’ αυτόν τον
μύθο υπάρχει
αιτιολόγηση
για την
ποικιλία των
διαλέκτων, αλλά
ούτε και
αναφορά σε
γλωσσικές
διαλέκτους˙
πέμπτον, είναι
ολοφάνερο ότι ο
μύθος περιέχει
πολλά εντελώς
παράλογα
στοιχεία (στήσιμο
βουνού πάνω σε
βουνό) που
δείχνουν την
αναληθοφάνειά
του, ενώ η
βιβλική
διήγηση είναι
ορθολογική (δεν
θα ήταν
παράξενο αν
κάποιοι
αποφάσιζαν να
χτίσουν έναν
πύργο, από
ματαιοδοξία,
που να έφτανε
ώς τον ουρανό).
Καμμία σχέση
λοιπόν.
Η ύπαρξη
υψηλών πύργων-ναών
στην
Μεσοποταμία
είναι γεγονός
αδιαμφισβήτητο.
Ο Ηρόδοτος (1, 181 κ.ε.)
αναφέρει
τέτοιους
οκταόροφους
πύργους˙ οι
Άραβες τους
ονομάζουν birs
nimrud.
Ένας σωζόμενος
πύργος έχει
ύψος 210 μέτρων.
Είναι τα γνωστά
ziggurat,
όπως πολλοί
γνωρίζουν.
Είναι
αξιοσημείωτο
ότι η λέξη
ζιγκουράτ
σημαίνει «λόφος
του ουρανού» (Robert
T.
Boyd,
Tells,
Tombs
and
Treasure,
Bonanza
Books
- New
York
1969, p.
75), πράγμα που μας
θυμίζει την
πρόθεση των
επίδοξων
οικοδόμων της
Βαβέλ να
χτίσουν πύργο,
του οποίου η
κορυφή «να
φτάνει στους
ουρανούς». Η
λέξη Βαβέλ
προέρχεται από
την ακκαδική Bab-ilu,
η πύλη του θεού.
Στους Εβραίους
όμως η λέξη
σημαίνει την
Βαβυλώνα και
είναι ομόηχη
της λέξης «σύγχυση».
Μόνο φαντασία,
λοιπόν, δεν
είναι το
περιεχόμενο
της διήγησης
της Γένεσης για
τον πύργο της
Βαβέλ. Το
ζήτημα της
δυνατότητας να
υπήρχε μία
αρχική κοινή
γλώσσα είναι
συδεδεμένο με
το ενδεχόμενο
της ύπαρξης
ενός μοναδικού
ζευγαριού
ανθρώπων –
αναφερθήκαμε σ’
αυτό παραπάνω.
Αν υπήρξε
τέτοια κοινή
γλώσσα – είναι η
λεγόμενη
Νοστρατική
υπόθεση (Nostratic
hypothesis)
–, είναι
επιστημονικά
αμφιλεγόμενο,
αλλά όχι και
αποκλειόμενο.
Στο Nostratic:
Sifting
the
Evidence
(John
Benjamins,
1998), των Brian
Joseph
(καθηγητή
γλωσσολογίας
στο Ohio
State)
και Josheph Salmons (καθηγητή
Γερμανικών στο University
of
Wisconsin),
αφού οι δύο
επιστήμονες
παραθέσουν τα
επιχειρήματα
υπέρ και κατά
της υπόθεσης
αυτής, ο Joseph
λέει: «Η
απόδειξη για
την Νοστρατική
υπόθεση δεν
είναι αρκετά
ισχυρή, ώστε να
την κάνει
πιθανή, αλλά
υπάρχει αρκετή
αξία σ’ αυτήν,
για να κάνει
την υπόθεση
ενδεχόμενη».
Όσο για το πώς ο
Θεός επέφερε τη
σύγχυση των
γλωσσών,
προκαλώντας
πανικό ή τρόμο
στους
οικοδόμους, δεν
είναι εύκολο να
εξηγηθεί, καθώς
δεν εξηγείται
ούτε στα
κείμενα των
λαών της
Μεσοποταμίας.
ιβ')
"Τι
αποδείξεις
υπάρχουν για
την ύπαρξη του
Αβράαμ; Μπορεί
απλώς να
εφευρέθηκε το
πρόσωπο αυτό,
ώστε οι
απόγονοί του να
ισχυρίζονται
ότι
κληρονόμησαν
τα δικαιώματα
που ο Θεός της Π.Δ.
υποτίθεται ότι
έδωσε σ’ αυτόν".
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Φυσικά, ο
Αβραάμ δεν ήταν
κάποιος
βασιλιάς ενός
ισχυρού έθνους˙
θα ήταν μάταιο
να αρνηθούμε
την ύπαρξη ενός
μη σημαντικού
προσώπου,
επειδή δεν τον
αναφέρουν
εξωβιβλικές
πηγές. Τότε θα
έπρεπε να
αρνηθούμε την
ύπαρξη όλων των
ανθρώπων της
εποχής εκείνης,
εκτός από τους
επιφανείς.
Μπορούμε όμως
να μάθουμε κατά
πόσο οι
πληροφορίες
της Γένεσης για
τον καιρό του
Αβραάμ
επαληθεύονται
από την
Αρχαιολογία.
Κατά
πρώτον,
συγκρίνοντας
τα ονόματα που
βρέθηκαν σε
κείμενα της
Μέσης Ανατολής
του 20ου και 18ου
π.Χ. αιώνα με τα
ονόματα των
Πατριαρχών της
Π.Δ., βλέπουμε
ορισμένες
ομοιότητες. «Έτσι
ημπορούμε να
συγκρίνωμεν το
όνομα Άβραμ με
το Αβα(μ)ράμα,
που ευρέθη εις
πινακίδες εις
το Ντιλμπάτ˙ το
όνομα Αβραάμ με
το Αμπουραχάνα,
που ευρέθη εις
τα "κείμενα με
τους
εξορκισμούς"˙
το όνομα Ιακώβ
με το Γιακούμπ-ιλ,
το όνομα
Ζαβουλών με το
Ζαβιλάνου, που
ευρέθη εις
πηγές
Αιγυπτιακές
και παλαιο-Βαβυλωνιακές˙
το όνομα Ασήρ
με το Άσρα κλπ.
Το όνομα (Μαρί-)
Γιαμίνα, που
ευρέθη εις τα
κείμενα της
Μάρι, θεωρείται
παράλληλον με
το Εβραϊκόν
όνομα Βενιαμίν.
Όλα αυτά τα
παράλληλα
ονόματα
συναντώνται
μεταξύ του 19ου
και 17ου
αιώνος π.Χ. (K.
A.
Kitchen,
Ancient
Orient
and
Old
Testament,
The
Tyndale
Press,
London
1966, σσ. 48-49)» (Ν.
Π. Βασιλειάδη, Αρχαιολογία
και Αγία Γραφή,
εκδ.
Αδελφότητος
θεολόγων «Ο
Σωτήρ», σ. 60).
Το
ζήτημα των
καμήλων που
απέκτησε ο
Αβραάμ στην
Αίγυπτο (ΓΕΝΕΣΙΣ
ΙΒ’, 16)
χρησιμοποιήθηκε,
από όσους
τόνιζαν ότι δεν
είχαν
εξημερωθει οι
καμήλες την
εποχή εκείνη,
για να
αποδειχθεί ότι
η Π.Δ. γράφει
ανακρίβειες. «Κατά
τον αρχαιολόγο
Φρη, μεταξύ των
στοιχείων που
κατέχει η
Αρχαιολογία,
των σχετικών με
την παρουσίαν
και χρήσιν των
ζώων αυτών εις
την Αίγυπτον,
περιλαμβάνονται
αγαλματίδια
και γλυπτά με
καμήλες, πλάκες
με παραστάσεις
των ζώων αυτών,
γλυπτά εις
βράχους και
τοιχογραφίες,
οστά καμήλας,
ένα κρανίο
καμήλας και ένα
σκοινί από
μαλλί καμήλας.
Τα αντικείμενα
αυτά, που
πλησιάζουν τα
είκοσι,
χρονολογούνται
από το 3000 περίπου
π.Χ. μέχρι τον 7ον
π.Χ. αιώνα (J.P
Free,
Abraham’s
Camels,
Journal
of
Near
Eastern
Studies,
University
of
Chicago,
July
1944, σσ. 187-193)» (Ν. Π.
Βασιλειάδη, Αρχαιολογία
και Αγία Γραφή,
εκδ.
Αδελφότητος
θεολόγων «Ο
Σωτήρ», σ. 73).
Το συμπέρασμα
είναι ότι όλα
τα έθιμα της
εποχής του
Αβραάμ
περιγράφονται
με μεγάλη
ακρίβεια στην
Παλαιά Διαθήκη˙
αυτό είναι
σημαντικό
στοιχείο, για
να αποδεχτούμε
και την
μαρτυρία της
για την ύπαρξη
των προσώπων
που αναφέρει,
αλλά και την
αλήθεια της
άποψης ότι
συγγραφέας
ήταν ο Μωυσής.
ιγ')
«Ο
Αβραάμ είναι ο
νταβατζής της
ίδιας του της
γυναίκας, αφού
την έδωσε στον
Φαραώ, όπως
λέει η Παλαιά
Διαθήκη».
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
«Νταβατζής»
είναι κάποιος
που παραδίδει
στην πορνεία
γυναίκες,
προκειμένου να
βγάλει χρήματα.
Εάν οι
επικριτές της Π.Δ.
διάβαζαν ποτέ
τους το επίμαχο
εδάφιο ΓΕΝΕΣΙΣ
ΙΒ’ 10-20, αντί να
βρίζουν, θα
έβλεπαν ότι ο
Αβραάμ ούτε
είχε σκοπό να
βγάλει χρήματα
εκδίδοντας την
Σάρα ούτε την
έκανε πόρνη:
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΙΒ’
Δεν
είναι
προαγωγός ο
Αβραάμ, όπως
ψεύδονται οι
κατήγοροί του,
διότι δεν είχε
καμμία τέτοια
πρόθεση. Ήξερε
ο Αβραάμ ότι
κινδύνευε, εάν
έλεγε πως η
Σάρα είναι
γυναίκα του.
Βλέποντάς τον
να είναι μόνος,
οι Αιγύπτιοι θα
τον σκότωναν,
για να του
πάρουν τη
γυναίκα, να τη
βιάσουν ή να
την πουλήσουν
δούλα. Από φόβο
λοιπόν, είπε κι
έκανε όλα αυτά
ο Αβραάμ, κι όχι
από πονηρούς
υπολογισμούς.
Μπορεί να
κατηγορηθεί ως
δειλός, αν και
ούτε αυτό
ισχύει, διότι,
όταν είσαι
ολομόναχος σε
ξένη χώρα και
γνωρίζεις τα «έθιμα»
των λαών αυτών,
μόνο για δειλία
δεν μπορείς να
κατηγορηθείς.
i)«Ναι,
αλλά δεν
υπολόγισε ότι η
τιμή της
γυναίκας του θα
σπιλωνόταν;»
Απάντηση:
Φυσικά, αλλά
ήξερε ότι θα
τον βοηθούσε ο
Θεός.
ii)
«Μα αφού στο ΙΒ’ 19
ο Φαραώ λέει
ότι έλαβε τη
Σάρα για
γυναίκα του,
πώς λέτε ότι
δεν σπιλώθηκε η
τιμή της;» Η
απάντηση
βρίσκεται στο
ΙΒ’ 17-20:
17
Αλλά
ο Κύριος
χτύπησε με
μεγάλες
συμφορές τον
Φαραώ και τους
αυλικούς του
εξαιτίας της
Σάρας, της
γυναίκας του
Άβραμ.
Δεν είναι
σίγουρο
πρόλαβε να
διαπράξει τη
μοιχεία ο Φαραώ.
Εάν είχε
προλάβει να τη
διαπράξει, τότε
το 17 θα έλεγε ότι
ο Θεός τον
τιμώρησε για
τις ασεβείς
πράξεις. Δηλαδή
επενέβη όταν
έπρεπε. Το ίδιο
συνέβη και στο
ΓΕΝΕΣΙΣ Κ’ 2-7. «6. Τότε
ο Θεός τού [Αβιμέλεχ]
είπε, στο
όνειρό του
πάντα: «Το ξέρω
κι εγώ ότι το
έκανες με καλή
πρόθεση: γι’
αυτό και σε
προφύλαξα από
του να
αμαρτήσεις
ενώπιόν μου,
και δε σε άφησα
να την αγγίξεις».
Το σχετικό με
τον Φαραώ
κείμενο δεν
προσδιορίζει
το διάστημα
μεταξύ της
γαμήλιας
τελετής Φαραώ-Σάρας
και της
τιμωρίας του
Φαραώ. Δεν
είναι
υποχρεωτικό να
υποθέσουμε ότι
τα δύο γεγονότα
συνέβηκαν
μακριά το ένα
από το άλλο,
ούτε καν
παραπάνω από
την ίδια ημέρα.
Αντίθετα, η
αρχική (όχι
κατά το διώξιμο
απ’ την Αίγυπτο)
παροχή δώρων
στον Αβραάμ
μπορεί
κάλλιστα να
έγινε πριν την
γαμήλια τελετή
ή αμέσως μετά,
την ίδια μέρα.
iii)
«Και γιατί δεν
το βοήθησε εξ
αρχής ο Θεός,
αλλά τον άφησε
να μπλέξει;»
Απάντηση: διότι
οι πρόγονοί μας
έλεγαν «συν
Αθηνά και χείρα
κίνει»˙ έπρεπε
πρώτα ο Αβραάμ
να εξαντλήσει
τα ανθρωπίνως
δυνατά μέσα και
μετά θα
αναλάμβανε
δράση ο Θεός,
όταν οι
άνθρωποι δεν θα
μπορούσαν να
κάνουν τίποτε
άλλο. Εκτός κι
αν έχουν κατά
νου τους οι
Νεοπαγανιστές
κανέναν θεό
προστάτη της
τεμπελιάς και
της αδράνειας.
Καθόλου
παράξενο.
iv)
«Και γιατί να
πει ψέμματα ότι
είναι η αδελφή
του;» Απάντηση:
Δεν είπε
ψέμματα, ήταν
ξάδερφή του και
γυναίκα του.
v)
«Ωραία. Εκτός
από νταβατζής
είναι και
αιμομίκτης ο..
Πατριάρχης σας».
Απάντηση: Στους
λαούς της
Μεσοποταμίας
και της
Αιγύπτου δεν
θεωρείτο
αιμομιξία να
διαλέγεις
γυναίκα μέλος
της
οικογένειάς
σου, αλλά
αντίθετα,
θεωρείτο
ασέβεια να
πάρεις γυναίκα
από άλλη φυλή.
Ακολουθούσε τα
έθιμα, τα
θεωρούμενα
σωστά ο Αβραάμ.
Δεν τα
παραβίαζε.
vi)
«Κι εξάλλου,
βλέπουμε στο ΙΒ’
να γράφει ότι
αφού οδήγησαν
την Σάρα στα
ανάκτορα του
Φαραώ: «16
Χάριν αυτής
υποδέχτηκαν με
ευμένεια και
περιποιήθηκαν
τον Άβραμ, ώστε
αυτός να
αποκτήσει
πρόβατα και
μοσχάρια και
ημιόνους και
δούλους και
δούλες και
καμήλες.»
Δηλαδή ο Αβραάμ
όντως
επωφελήθηκε
από το γεγονός
αυτό! Πώς λέτε
ότι δεν είναι
νταβατζής;»
Απάντηση:
δεν είναι,
γιατί δεν
σκόπευε να
αποκτήσει τα
αγαθά αυτά
εκδίδοντας τη
Σάρα. Μετά
ήρθαν αυτά,
δίχως να τα
ζητήσει. Γι’
αυτό άλλωστε
λέει στη Σάρα,
αρχικά, να πει
ότι είναι
αδερφή του, όχι
για να κερδίσει
ο ίδιος χρήματα,
αλλά για να
σωθεί η ζωή του.
Ο
Καλόπουλος,
θεωρεί ότι ο
Αβραάμ, όντας «Χαλδαίος
μάγος»
εξαπατούσε με
χαλδαϊκά
φίλτρα και
δηλητήρια
διάφορους (μεταξύ
αυτών και το
Φαραώ)
προκαλώντας σ’
αυτούς πληγές (ΓΕΝΕΣΗ
ΙΒ’, 17), ώστε μετά
να τους
τρομάξει
παριστάνοντας
σ’ αυτούς τον
άνθρωπο του
Θεού κι έτσι
πείθοντάς τους
να του δώσουν
πλούτη ώστε να
προσευχηθεί
για να
απαλλαγούν από
την θεϊκή
τιμωρία: «Η
Χαλδαία,
γνωστός τόπος
παραγωγής
δυνατών
φίλτρων,
βοτάνων, καθώς
και μάγων-μαγγανευτών,
έχει εξοπλίσει
με ικανότατα
εφόδια (τον
Αβραάμ). (...)
Άλλωστε ο
Αβραάμ δεν έχει
λιγότερες ίσως
ελευθερίες
μέσα στο θεϊκό
στόχο, την
οικεία του
Φαραώ. Οι
πληγές λοιπόν
μπορούν να
συντηρηθούν με
αξιοθαύμαστη
δράση. Ο Φαραώ
μάταια θα
εφαρμόσει τις
δικές του
θεραπευτικές
μεθόδους
προσπαθώντας
να απαλλαγεί
από τις μεγάλες
πληγές που
ξαφνικά
γέμισαν τον
οίκο του. (...) Γι’
αυτό το σκοπό,
τα αραιωμένα
δηλητήρια-ναρκωτικά
είναι η ιδανική
λύση, γιατί ζώα
και άνθρωποι "θεραπεύονται"
αμέσως μόλις
αποσύρει απ’ τη
διατροφή των
θυμάτων του τα
πληγηρά αυτά
μαγγανο-χαλδαιικά
μυστικά "όπλα"!»
(Μ.
Καλόπουλου, Βιβλική
θρησκεία. Το
μεγάλο ψέμα, σ. 72
και 149). Εδώ ο
Καλόπουλος μας
παρουσιάζει
τον Αβραάμ (πάντα
δίχως
αποδείξεις:
ένας
συνωμοσιολόγος
«κριτικός» ποτέ
δεν θα πράξει
κάτι τέτοιο) ως
τον Κυρίαρχο
της Κουζίνας (ε,
είναι
κουνιάδος του
Φαραώ, βλέπετε)
ή σαν χαρακτήρα
σε ταινίες,
στις οποίες
ρίχνει σκονάκι
στα ποτήρια με
το ποτό κι
αποκοιμίζει τα
θύματά του.
Μαζί με το
δισάκι του, ο
Αβραάμ – ακόμη
κι όταν
κατεβαίνει
φτωχός και
πεινασμένος
στην Αίγυπτο –
κουβαλά πάντα
τα μαγικά
χαλδαϊκά
φίλτρα, φυσικά,
που είναι τόσο
απαραίτητα. Και
οι μάγειρες του
Φαραώ τον
αφήνουν να
αλωνίζει στα
μαγειρεία, να
προσθέτει ό,τι
θέλει στα
φαγητά, και –
όπως στις
ταινίες – να μη
τον παίρνει
χαμπάρι κανείς
μάγειρας,
κανείς «δοκιμαστής»
να μην
διαβλέπει
αλλαγή στη
γεύση των ποτών
και των φαγητών
κι έτσι ο Φαραώ
να υποφέρει και
το πανάρχαιο
Αιγυπτιακό
ιερατείο να μην
μπορεί να
διαγνώσει την
αιτία ούτε τη
θεραπεία, παρά
ο «χαλδαίος
μάγος»...πολύ
χολυγουντιανά
όλα αυτά.
Μπορεί
άραγε οι
Αιγύπτιοι να
ήταν τόσο
αδαείς και
ηλίθιοι, και οι
Χαλδαίοι τόσο
πονηροί και
υπέρτεροι
γνώστες των
φίλτρων-δηλητηρίων,
όπως
σκηνοθετεί ο
Καλόπουλος την
ιστορία για τις
ανάγκες της
συνωμοσιολογίας
του; Από όσο μας
λεν οι Αρχαίοι,
με τίποτε! Οι
Χαλδαίοι ήταν
μαθητές των
Αιγυπτίων
ιερέων: «Ο
Αιγύπτιος
Βήλος, αφού
εγκαταστάθηκε
στον Ευφράτη
ποταμό, διόρισε
ιερείς, που οι
Βαβυλώνιοι
τους ονομάζουν
Χαλδαίους (...)
κατά το
παράδειγμα του
ιερατείου της
Αιγύπτου, που
κάνουνε [οι
Χαλδαίοι]
αστρονομικές
παρατηρήσεις,
μιμούμενοι
τους
Αιγύπτιους
ιερείς,
φυσικούς και
αστρολόγους» (Διόδωρος
Σικελιώτης, 1, 28, 1).
Το αντίθετο,
λοιπόν
συνέβαινε,
πράγμα που
αναιρεί την
υπόθεση των «σατανικών,
ακατανίκητων
χαλδαϊκών
φίλτρων»: «Λένε
επίσης πως οι
Χαλδαίοι της
Βαβυλώνας,
όντας άποικοι
των Αιγυπτίων,
απέκτησαν τη
φήμη που έχουν
επειδή έμαθαν
την αστρολογία
από τους
Αιγύπτιους
ιερείς» (Διόδωρος
Σικελιώτης, 1, 81).
Αν όμως οι
Χαλδαίοι μάγοι
ήταν οι μαθητές
και οι
Αιγύπτιοι
ιερείς οι
δάσκαλοι, τότε
όλα τα σενάρια
περί Χαλδαίου
Αβραάμ που
εξαπατά τους
ηλίθιους κι
αδαείς
Αιγυπτίους (μάγειρες,
παλατιανούς,
Φαραώ κι
ιερατείο, τους
πάντες)
αποδεικνύονται
αβάσιμα. Εκατό
χρονώ η αλεπού
και εκατόν ένα
το αλεπουδάκι,
δεν γίνεται.
ιδ')
"Η εμφάνιση των
τριών αγγέλων
στον Αβραάμ και
η βοήθειά τους
στη θεραπεία
της
στειρότητας
της Σάρρας
είναι
αντιγραφή του
ελληνικού
μύθου του Υριέα.
Αυτόν τον
επισκέφτηκαν
τρεις ολύμπιοι
θεοί, και
επειδή αυτός
ήταν άτεκνος,
του έδωσαν
παιδί:
γονιμοποίησαν
το δέρμα του
βοδιού το οποίο
ο Υριέας είχε
θυσιάσει σ’
αυτούς και τον
διέταξαν να το
χώσει στη γη,
στον τάφο της
γυναίκας του,
και να το
βγάλει ύστερα
από εννιά μήνες.
Έτσι γεννήθηκε
ο γιος του".
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: αυτά ισχυρίζεται ο Καλόπουλος (Μ. Καλόπουλου, Βιβλική θρησκεία. Το μεγάλο ψέμα, σ. 113-114), για να πείσει ότι ο συγγραφέας της Π.Δ. αντέγραψε τον ελληνικό μύθο. Είναι προφανές, ωστόσο, ότι 1) Η γυναίκα του Αβραάμ ζούσε – η γυναίκα του Υριέα ήταν νεκρή. 2) Οι τρεις άγγελοι (ο Θεός) απλώς με ένα λόγο τους έλυσαν την στειρότητα της Σάρρας – οι ψευτοθεοί του παραμυθιού όντας αδύναμοι έπρεπε να ακολουθήσουν ολόκληρο μαγικό τυπικό πασαλείφοντας στο δέρμα ενός βοδιού το σπέρμα τους (αν αυτό σημαίνει η γονιμοποίηση του δέρματος, εκτός κι αυνανίστηκε ο ίδιος ο Υριέας και έρριξε το δικό του σπέρμα στο δέρμα του ψόφιου βοδιού) κι ύστερα να το θάψουν για εννιά ολόκληρους μήνες. 3) Ο Ισαάκ εξέρχεται φυσιολογικά από τη μήτρα γυναίκας – ο γιος του Υριέα μήπως βγήκε από τη γη όπου ήταν θαμμένος επί εννιά μήνες και πασσαλειμένος στο σπέρμα (φαίνεται υπήρχε ομφάλιος λώρος μεταξύ δέρματος και εμβρύου); Ποια ιστορία είναι πιο ορθολογική κι αληθινή και ποια είναι πλήρης ανοησιών, σε ποια ιστορία ο ένας Θεός είναι αξιόπιστος και σε ποια οι τρεις θεοί είναι για κλάμματα (αλήθεια, δεν μπορούσαν οι θεοί να συστήσουν στον Υριέα απλώς να υιοθετήσει ένα παιδί ή να παντρευτεί μιαν άλλην κάνοντας μαζί της παιδί;) είναι εύκολο να εννοηθεί απ’ όλους εκτός από ελληνοκεντρικούς «κριτικούς της Βίβλου».
ιε')
«Η
επαγγελία της
θαυμαστής
γέννησης του
Ισαάκ
αναγγέλλεται [σημ.:
από τους τρεις
αγγέλους στον
Αβραάμ] με
μεγαλύτερη απ’
τη γνωστή σε
όλους κανονική
διάρκεια! αντί (sic)
των 9
φυσιολογικών
μηνών το παιδί
θα έρθει σε 12
ακριβώς μήνες!» (Μ.
Καλόπουλου, Βιβλική
θρησκεία. Το
μεγάλο ψέμα, σ. 135).
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
ως «επιχείρημα»
παρατίθεται το
ΓΕΝΕΣΙΣ ΙΗ’, 10.
Τίποτε τέτοιο
δεν συνάγεται
από το εδάφιο
αυτό. Ο Θεός
είπε στον
Αβραάμ ότι «του
χρόνου τέτοια
εποχή η Σάρρα
θα έχει γιο». Δεν
είπε στον
Αβραάμ «του
χρόνου τέτοια
εποχή, τη
στιγμή που θα
έρθω, η Σάρρα θα
γεννήσει γιο».
Άλλο το ένα
άλλο το άλλο.
Πράγμα που
σημαίνει,
αντίθετα από ό,τι
λέει ο
Καλόπουλος, ότι
ο γιος της
Σάρρας σε ένα
χρόνο θα ήταν
τριών μηνών, θα
ήταν δηλαδή ήδη
γεννημένος, κι
όχι «γεννημένος
μόλις εκείνη τη
στιγμή».
ιστ')
"Η
καταστροφή των
Σοδόμων-Γομόρρων
δεν έγινε από
τον «Θεό», αλλά
από τον Αβραάμ,
ο οποίος
κατασκεύασε τη
θεότητα της Π.Δ.,
ώστε να
δικαιολογήσει
την θέλησή του
ν’ αρπάξει τη γη
των Σοδόμων. Να
πώς: «Η
πυκνοκατοικημένη
πόλη με τις
πολλές
πλινθόχτιστες
οικίες, άφθονα
αποθηκευμένα
εύφλεκτα υλικά...αρκούσαν
για να κάνουν
παρανάλωμα του
πυρός τις
πόλεις αυτές,
αν η φωτιά
ξεκινούσε σε
λίγα σωστά
επιλεγμένα
μέρη. Αν
ταυτόχρονα
κάποια φρεάτια
ασφάλτου
υπήρχαν
καταμεσής της
περιοχής τους
και κάποιος
φρόντιζε να
πιάσουν κι’
αυτά φωτιά,
τότε
καταλαβαίνουμε
ότι η πυρκαγιά
αυτή θα
εξελισσόταν σε
καταστροφή
πολλών
εβδομάδων (...) το
πολύ-πολύ
τινάζοντας τον
παρακείμενο
λόφο θείου στον
αέρα πάνω απ’
την πόλη, να
έχανε [σημ.: ο «ύπουλος
Αβραάμ»] έναν
αφελή δούλο,
που έλαβε τη
θεϊκή εντολή να
θυσιάσει στον "Κύριο"
εκείνο το πρωί
πλάι...στις
εύφλεκτες
εξόδους αερίων»
(Μ. Καλόπουλου, Βιβλική
θρησκεία. Το
μεγάλο ψέμα, σ.
112-113). «Ο "πιστός",
είναι τόσο
ιδιόμορφα
αφελής, που ενώ
εύκολα δέχεται
το "θεό" να
ανατινάξει
έναν ολόκληρο
λόφο θειάφι
πάνω στους "ασεβείς"
Σοδομίτες... δεν
του περνά
καθόλου απ’ το
μυαλό του πως
και ο "ευσεβής"
προφήτης του...
θα ήταν εξίσου
πρόθυμος να
κάνει το ίδιο» (Μ.
Καλόπουλου, Βιβλική
θρησκεία. Το
μεγάλο ψέμα, σ.
113)".
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Οι κριτικοί της
Αγίας Γραφής
είναι τόσο
ιδιόμορφα
αφελείς, ώστε
ενώ εύκολα
αποδέχονται ως
γεγονός την
καταστροφή των
Σοδόμων (είναι
γνωστό ότι
αποδέχονται
από την Π.Δ. μόνο
ό,τι τους
βολεύει), δεν
σκέφτονται πως
δεν ήταν
δυνατόν να
ανατιναχτεί
ολόκληρη πόλη...στα
κρυφά από έναν
άνθρωπο, όπως
επίσης δεν
περνά καθόλου
απ’ το μυαλό
τους να
διαβάσουν (αυτοί,
οι γνώστες-κριτικοί
της Π.Δ.) το
κεφάλαιο
ΓΕΝΕΣΙΣ ΙΗ’ 23-32,
όπου ο Αβραάμ –
που υποτίθεται
ότι σκέφτεται
μόνο την
καταστροφή των
Σοδόμων, ώστε
να ιδιοποιηθεί
τη γη τους – ζητά
από τον Θεό (τον
οποίο
υποτίθεται ότι
«κατασκεύασε»,
μόνο και μόνο
για να
δικαιολογήσει
την
αρπακτικότητά
του λέγοντας: «δεν
ζήτησα εγώ τη
Χαναάν. Ο Θεός
μου την έδωσε!»)
να συγχωρέσει
τους Σοδομίτες
και να μην τους
καταστρέψει!
Ούτε περνά
καθόλου απ’ το
μυαλό των
κριτικών της
Βίβλου ότι ο
Θεός που δήθεν «εφευρέθηκε
ως άλλοθι από
τον Αβραάμ
εξαιτίας της
υλικής
απληστίας του
ίδιου»
υποσχέθηκε (ΓΕΝΕΣΙΣ
ΙΕ’, 16) να δώσει τη
γη όχι στον
ίδιο τον Αβραάμ
αλλά στους
απογόνους του
έπειτα από 480
χρόνια, οπότε
δε θα είχε
απολύτως
κανένα νόημα –
ούτε και άδεια
του Θεού υπήρχε
– ο Αβραάμ να
καταστρέψει τα
Σόδομα (λέγοντας
ότι το έκανε ο
Θεός) ώστε να
εκπληρωθεί μια
ώρα αρχύτερα η
υπόσχεση της
δωρεάς της
Χαναάν! Η ίδια η
υπόθεση του
Καλόπουλου
βρίθει
αναπόδεικτων
υποθέσεων: 1) ΑΝ έβαζε
κάποιος φωτιά
σε πολλά σημεία
της πόλης. 2) ΑΝ
το έκανε αυτό
και στην άλλη
πόλη, και δεν
πιανόταν (ένας
άνθρωπος να
κάψει μια πόλη!!).
3) ΑΝ κάποια
φρεάτια ήταν
κοντά εκεί. 4) ΑΝ
κάποιος
φρόντιζε να τα
ανάψει, στα
κρυφά. 5) ΑΝ ο
Αβραάμ ήθελε να
καταστρέψει
στα Σόδομα για
να λάβει τη
χώρα τους
εκείνη τη
στιγμή κι όχι
μετά από 480
χρόνια και
κυρίως 6) ΑΝ ο
Θεός της Π.Δ.
είναι επινόηση
του Αβραάμ. Ο
Καλόπουλος, ως...
σκεπτικιστής
που είναι,
πιστεύει ότι
όλα αυτά τα «αν»
έγιναν, διότι
προφανώς ήταν
εκεί και τα
είδε. Τα
επιχειρήματα
του Καλόπουλου
είναι κυκλικά: «επειδή
δεν υπάρχει
τέτοιος θεός, ο
Αβραάμ τον
κατασκεύασε
για να
δικαιολογήσει
σε όλον τον
κόσμο την
απληστία του»,
ενώ αντίστροφα
«πώς το ξέρουμε
ότι ο Αβραάμ
πράγματι ήθελε
να
δικαιολογήσει
την απληστία
του και γι’ αυτό
πράγματι
κατασκεύασε
έναν τέτοιο θεό
για άλλοθι; –Μα
επειδή είναι
προφανές ότι
δεν υπάρχει
εξαντικειμένου
τέτοιος θεός!»
και ξανά: «και
πώς το ξέρουμε
ότι δεν υπάρχει
τέτοιος θεός; –Επειδή
είναι
ολοφάνερο ότι ο
Αβραάμ τον
κατασκεύασε
προκειμένου να
κ.λπ.» κ.ο.κ. Δεν
είναι κακό
πράγμα κάποιος να έχει
κυκλική λογική,
αρκεί να το
ξέρει κι έτσι
να μην
παριστάνει
τον «κριτικό»,
τον «διαφωτιστή»,
τον «αδογμάτιστο»,
ενώ δεν είναι
τίποτε άλλο
παρά ένας
πιστός απ’ την
ανάποδη. Το
παράδοξο είναι
ότι κάτι
τέτοιου είδους
«κριτικοί» όχι
απλώς
αρνούνται αλλά
και δεν
κατανοούν ότι
αυτό που
υποστηρίζουν
είναι
δογματισμός. Η
λογική
αποδεικνύει
τον
ανορθολογισμό
αυτού του
είδους ψευδο-«σκεπτικισμού».
Η ιστορία
αναφέρει τα
εξής για τα
Σόδομα: «Ένας
ιερέας των
Φοινίκων, ο
Σαγχουνιάθων,
εις την "Παλαιά
ιστορία" του
γράφει: "...Η
κοιλάδα
Σιντίμους (=Σιδδίμ)
βυθίστηκε κι
έγινε λίμνη που
πάντοτε
αχνίζει κι
είναι χωρίς ζωή,
μια εικόνα
τιμωρίας και
θανάτου των
αμαρτωλών» (Ν.
Π. Βασιλειάδη, Αρχαιολογία
και Αγία Γραφή,
εκδ.
Αδελφότητος
θεολόγων «Ο
Σωτήρ», σ. 84). Την
ιστορία του
Φοίνικα ιερέα
την μετέφερε ο
Διόδωρος
Σικελιώτης.
Ώστε και οι
γύρω λαοί
πίστευαν τα
ίδια, αυτά που
λέει η Παλαιά
Διαθήκη για τα
Σόδομα.
ιζ')
«Ο... Δίκαιος
Αβραάμ αφού
κάνει παιδί με
την δούλη του
Άγαρ, όταν
κάνει παιδί με
την Σάρα,
διώχνει τη
δούλα του με το
παιδί του να
πεθάνουν στην
έρημο.»
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
i)
Δεν ήταν δική
του
πρωτοβουλία
ούτε ήθελε ο
Αβραάμ να
διώξει τη Σάρα
και τον γιο του
Ισμαήλ. Η Σάρα
τού το ζήτησε˙
κι όταν του το
ζήτησε
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΚΑ’ 11
ii)
«άρα
μεταθέτετε την
κακία από τον
Αβραάμ στη Σάρα,
ώστε
τουλάχιστον να
τη γλιτώσει ο
πρώτος. Όμως
και οι δυο
τιμώνται ως
άγιοι.»
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Η
Σάρα μίλησε
όπως κάθε
γυναίκα. Ήταν
στείρα για
δεκαετίες,
ταπεινώθηκε
τόσο, ώστε να
προτείνει η
ίδια στον άντρα
της να κοιμηθεί
με τη δούλη
τους, για να
αποκτήσει
αυτός γιο (ΓΕΝΕΣΙΣ
ΙΣΤ’, 2). Είχε «προηγούμενα»
με την Άγαρ:
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΙΣΤ’, 4 Ο
Άβραμ, λοιπόν,
συνευρέθηκε με
την Άγαρ κι
εκείνη έμεινε
έγκυος. Όταν η
Άγαρ είδε ότι
ήταν έγκυος,
άρχισε να
φέρεται στην
κυρά της με
περιφρόνηση.
Δηλαδή,
μίλησε ο
εγωισμός της.
Κι όταν είδε (ΚΑ’,
8) το παιδί της,
τον Ισαάκ να
παίζει με το
γιο της Άγαρ,
θυμήθηκε τα
παλιά. Όπως και
να ‘χει, «άγιος»
δε σημαίνει «τέλειος».
Και ο πιο άγιος
είναι ατελής,
έχει διαπράξει
σφάλματα. Και η
Σάρα διέπραξε.
Δεν υπάρχει
καμμιά
αντίφαση στη
διδασκαλία της
Εκκλησίας.
iii)
«Όπως και να ‘χει,
τελικά ο Αβραάμ
έδιωξε το παιδί
του στην έρημο,
για να πεθάνει».
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Όχι, δεν το
έδιωξε για να
πεθάνει. Πριν
πάρει την
απόφαση να το
διώξει, του
μίλησε ο Θεός
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΚΑ’, 13 Ως
προς το γιο της
δούλης σου, θα
φροντίσω εγώ.
Θα τον αναδείξω
γενάρχη
μεγάλου λαού,
γιατί είναι κι
αυτός δικό σου
τέκνο.
Μόνο
μετά τη
διαβεβαίωση
του Θεού, ότι το
παιδί και η
Άγαρ δεν θα
πεθάνουν στην
ερημιά, αλλά θα
καταστεί
μεγάλος λαός,
δέχτηκε ο
Αβραάμ και το
έδιωξε. Δεν
έκανε κάτι
απάνθρωπο,
λοιπόν, ο
Αβραάμ. Κι όταν
η Άγαρ
περιπλανιόταν
στην ερημιά και
είχαν
εξαντληθεί τα
τρόφιμα και το
νερό
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΚΑ’
17
Ο Θεός όμως
άκουσε τις
φωνές του
παιδιού, κι
ένας άγγελος
Θεού φώναξε
στην Άγαρ από
τον ουρανό και
της είπε: Τι σου
συμβαίνει Άγαρ;
Μη φοβάσαι! Ο
Θεός άκουσε το
παιδί σου που
φωνάζει πέρα ‘κει.
18
Σήκω,
πάρε το παιδί
σου και κράτησέ
το στην αγκαλιά
σου, γιατί απ’
αυτό θα κάνω
ένα μεγάλο λαό». 19 Τότε
ο Θεός τής
άνοιξε τα μάτια
και είδε ένα
πηγάδι με νερό.
Πήγε και γέμισε
το ασκί της
νερό, και έδωσε
στο παιδί να
πιεί. 20
Ο Θεός
ήταν μαζί με το
παιδί.
Ούτε
ο Αβραάμ έκανε
κάτι απάνθρωπο
ούτε ο Θεός
αδιαφόρησε για
τον «άχρηστο» –
αφού είχε
γεννηθεί ο
Ισαάκ – γενάρχη
των Αράβων,
Ισμαήλ.
Να
μερικές
πράξεις του «κακού»,
ατελή Αβραάμ:
ΓΕΝΕΣΙΣ ΙΓ’, 8-12,
όπου ο Αβραάμ
δίνει στον
ανεψιό του Λωτ
το πιο εύφορο
κομμάτι γης.
ΓΕΝΕΣΙΣ ΙΔ’ 22-24,
όπου ο Αβραάμ
δεν δέχεται να
πάρει τίποτα
από τον βασιλιά
των Σοδόμων.
ΓΕΝΕΣΙΣ, ΙΕ’, 2-3,
όπου ο Αβραάμ,
όντας άτεκνος,
θέλησε να
αφήσει τα
υπάρχοντά του
στον υπηρέτη
του. ΓΕΝΕΣΙΣ ΙΗ’,
23-32, όπου ο Αβράαμ
μεσιτεύει για
να μην
καταστραφούν
τα Σόδομα.
ΓΕΝΕΣΙΣ, Κ’, 17,
όπου ο Αβραάμ
προσευχήθηκε
στον Κύριο για
να γίνει καλά ο
βασιλιάς των
Γερράρων
Αβιμέλεχ και οι
δούλες του. Εξ
αιτίας του
έγινε το θαύμα.
ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΑ’, 24-27,
όπου ο Αβραάμ
είναι
γενναιόδωρος
και θέλει
ειρήνη. ΓΕΝΕΣΙΣ
ΚΓ’, 16, όπου ο
Αβραάμ πλήρωσε
τον αγρό, παρ'
όλο που εκείνος
που του το
έδωσε δεν ήθελε
πληρωμή.
Είναι
αξιοσημείωτη η
υποκρισία των
αρχαιολατρών
κατήγορων της Π.Δ..
Φαίνεται
πως δεν άνοιξαν
ποτέ τους
καμμιά αρχαία
μυθολογία, να
εμφανιστεί
ενώπιόν τους το
πορνείο του
Ολύμπου με τις
μοιχίες του,
τους βιασμούς,
με θεούς που
μεταμορφώνονταν
σε ταύρους και
σε χρυσάφι
ακόμα(!), επειδή
είχαν όρεξη για
σεξ. Αυτοί, που
λατρεύουν το
Δία, που δεν
άφησε
κοριτσάκι για
κοριτσάκι,
αγοράκι για
αγοράκι, που
κρεμούσε
ανάποδα τη
γυναίκα του (βλ.
Ιλιάδα), έχουν
πρόβλημα με
έναν άνθρωπο,
ένα ατελές ον.
Αυτοί, των
οποίων οι θεοί
είναι ΜΙΑ
οικογένεια και
συνεπώς όλοι
τους είναι
προϊόντα
αιμομιξίας,
μιλούν για τον
Λωτ – που στο
κάτω κάτω ούτε
θεός, δηλαδή
τέλειος είναι,
αλλά ούτε και
είχε τις
αισθήσεις του ή
το θέλησε. Αντί
να κοιτάξουν
τα χάλια τους,
αυτοί που
λατρεύουν
αιμομίκτες,
παιδεραστές
και
νταβατζήδες
θεούς,
ψεύδονται κι
από πάνω
αποκαλώντας
προαγωγό τον
Αβραάμ.
Ισοσταθμίζουν,
από τη μια τις
πράξεις ενός
ανθρώπου – οι
Χριστιανοί δεν
λατρεύουν
ανθρώπους – με
τις πράξεις «θεών».
Δηλαδή,
συγκρίνουν θεό
και άνθρωπο,
και κατηγορούν,
ψευδώς μάλιστα,
τον άνθρωπο για
κάτι που οι
θεοί τους
έκαναν σε
τακτική βάση.
ιη')
"Ο Αβιμέλεχ,
που
εξαπατήθηκε
στο ΓΕΝΕΣΙΣ Κ’,
αποκαλεί ψεύτη
τον Αβραάμ: «μόνο
ένα πράγμα
φοβάται ο
Αβιμέλεχ, τα
μοναδικά και
ανεπανάληπτα
ψέματα αυτού
του ανθρώπου.
Ξέρει ότι είναι
τρόπος ζωής για
τον προφήτη (...).
Ένας
διορατικός
βασιλιάς με
απόλυτη
ευθύτητα
αποκαλεί τον
Αβραάμ
επαγγελματία
και ψεύτη» (Μ.
Καλόπουλου, Βιβλική
θρησκεία. Το
μεγάλο ψέμα, σ.
146)".
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
κάτι τέτοιοι
ισχυρισμοί
οδηγούν το
συμπέρασμα ότι
η άγνοια και η
συνειδητή
παραποίηση της
Π.Δ. είναι ο
χειρότερος
τρόπος για να
ασκηθεί
επιστημονική
κριτική στην
Αγία Γραφή. Ο
Καλόπουλος
χρησιμοποιεί
μια παλιά
μετάφραση του
Βέλλα, στην
οποία
διαβάζουμε ότι
ο Αβιμέλεχ ζητά
απ’ τον Αβραάμ
να του ορκιστεί
στο Θεό ότι δεν
θα πει ψέμματα
ποτέ, ούτε στον
Αβιμέλεχ ούτε
στους
απογόνους του (ΓΕΝΕΣΙΣ
ΚΑ’, 23). Στην
σύγχρονη
μετάφραση της
Βιβλικής
Εταιρίας
διαβάζουμε (ΓΕΝΕΣΙΣ
ΚΑ’, 22-23): «22 Εκείνη
την εποχή ο
Αβιμέλεχ κι ο
αρχιστράτηγός
του ο Φιχόλ
είπαν στον
Αβραάμ: «Ο Θεός
είναι μαζί σου
ό,τι κι αν
επιχειρείς. 23
Τώρα, λοιπόν,
ορκίσου μου στο
Θεό ότι δε θα
εξαπατήσεις
ποτέ ούτε εμένα
ούτε τα παιδιά
μου ούτε τους
απογόνους μου.
τη φιλία που
σου έδειξα εγώ,
την ίδια θα
δείξεις κι εσύ
σ’ εμένα και σ’
αυτή τη χώρα,
όπου έχεις
εγκατασταθεί
ως ξένος». Το
επίσημο
εκκλησιαστικό
κείμενο των Ο’
κάνει λόγο για «αδικία»
κι όχι για «ψευδολογία»:
«22 ᾿Εγένετο
δὲ ἐν τῷ καιρῷ
ἐκείνῳ καὶ
εἶπεν
᾿Αβιμέλεχ καὶ
῾Οχοζὰθ ὁ
νυμφαγωγὸς
αὐτοῦ καὶ
Φιχὸλ ὁ
ἀρχιστράτηγος
τῆς δυνάμεως
αὐτοῦ πρὸς
῾Αβραὰμ
λέγων· ὁ Θεὸς
μετὰ σοῦ ἐν
πᾶσιν, οἷς ἐὰν
ποιῇς·
23 νῦν
οὖν ὄμοσόν μοι
τὸν Θεόν, μὴ
ἀδικήσειν με
μηδὲ τὸ σπέρμα
μου, μηδὲ τὸ
ὄνομά μου·
ἀλλὰ κατὰ τὴν
δικαιοσύνην,
ἣν ἐποίησα
μετὰ σοῦ,
ποιήσεις μετ᾿
ἐμοῦ, καὶ τῇ γῇ,
ᾗ σὺ παρῴκησας
ἐν αὐτῇ.»
Είναι
αξιοσημείωτο
όχι μόνο ότι ο
Αβιμέλεχ δεν
αποκαλεί ψεύτη
ή απατεώνα τον
Αβραάμ, αλλά κι
ότι του ζητάει
κάτι για το
μέλλον δίχως να
υπονοεί ότι στο
παρελθόν ο
Αβραάμ τον
εξαπάτησε/του
είπε ψέμματα.
Δεν είπε,
δηλαδή, ο
Αβιμέλεχ «μην
με εξαπατήσεις ξανά
/ μη μου πεις
ψέμματα ποτέ
ξανά, ούτε σ’
εμένα κ.λπ.», το
οποίο θα
σήμαινε ότι
πίστευε – ο
Αβιμέλεχ – ότι
στο παρελθόν
είχε
εξαπατηθεί από
τον Αβραάμ,
αλλά «μη με
αδικήσεις». Κι
αυτό το λέει
επειδή – ο Μ.
Καλόπουλος
σιωπά εδώ –
πιστεύει ότι ο
Αβραάμ είναι
άνθρωπος του
Θεού.
Ενδεχόμενη
αντίρρηση ότι
το αρχικό
κείμενο υπέστη
διορθώσεις,
ώστε να βγαίνει
το μόνο λογικό
συμπέρασμα –
που παραθέσαμε
– το ενάντιο στο
συμπέρασμα του
Καλόπουλου, θα
ακύρωνε την
ίδια την αρχική
αντίρρηση.
Διότι, πώς
μπορεί κανείς
να συζητά βάσει
ενός κειμένου,
το οποίο θεωρεί
παραποιημένο (με
καμμία
απόδειξη,
φυσικά);
ιθ')
«O Μωϋσής ήταν ο
τελευταίος
θρησκευτικός
αρχηγός των
μονοθεϊστών
Αιγυπτίων με
μοναδικό θεό
τον Ήλιο, ΟΝ στα
αρχαία
αιγυπτιακά (τα
οποία έχουν
πολλές
ομοιότητες με
τα αρχαία
εβραϊκά), που
σημαίνει ήλιος
και που με το
όνομα αυτό
αναφέρεται στη
Παλιά Διαθήκη
με την φράση «εγώ
ειμί ο ΟΝ». Οι
μονοθεϊστές
μετά από ένα
μακροχρόνιο
εμφύλιο πόλεμο
με τους
πολυθεϊστές
γύρω στο -1350, στα
χρόνια του
Φαραώ Ακενατόν
Δ΄, ηττήθηκαν
και
αυτοεξορίζονται
στην έρημο του
Σινά».
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Ο αιγυπτιακός
θεός Ήλιος «ΟΝ» (σωστότερα
«Άτων») μπορεί
μεν να μοιάζει
με το ελληνικό «Ων»,
αλλά η Παλαιά
Διαθήκη δεν
γράφτηκε στα
Ελληνικά!
Γράφτηκε στα
Εβραϊκά, και σε
αυτά
αναφέρεται ο «Γιαχβέ».
Καμμία
φωνητική
ομοιότητα δεν
υπάρχει μεταξύ
εβραϊκού «Γιαχβέ»
και
αιγυπτιακού «Ατών»,
και συνεπώς δεν
είναι ο Γιαχβέ
ένα εβραϊκό
αντίγραφο του
αιγυπτιακού
Ατών.
Ούτε
λοιπόν και
αντιγραφή του
αιγυπτιακού
μονοθεϊσμού
υπάρχει.
Άλλωστε, στην
Γένεση είναι ο
Γιαχβέ που
κατασκευάζει
τον ήλιο˙ δεν
ταυτίζεται
μαζί του. Ο Θεός
είναι άκτιστος,
ενώ κάθε άλλος «θεός»
είναι κτιστός,
δηλαδή
θεοποιηθέν
τμήμα της φύσης˙
πράγμα που
αποδεικνύει
την άπειρη
διαφορά μεταξύ
των δύο
υποτιθέμενων
κοινών
μονοθεϊσμών. Ο
αιγύπτιος θεός-ήλιος
λεγόταν Ρα ή
αλλιώς Ρε.
Κι
άλλωστε ο Φαραώ
που εισήγαγε
τον «μονοθεϊσμό»
ήθελε να τον
λατρεύουν ως
ενσάρκωση του
μόνου θεού
Ήλιου –δεν
έλεγε (αντίθετα
απ’ το Μωυσή) ότι
ο Θεός είναι
πνεύμα. Τα περί
αυτοεξορίας
είναι
αναπόδεικτα.
Άλλωστε,
το βιβλίο της
Εξόδου
περιγράφει ένα
θαύμα που
αποδεικνύει
πως δεν μπορεί
ο Μωυσής να
ήταν Αιγύπτιος
μονοθεϊστής. Ο
Μωυσής έριξε τη
ράβδο του
μπροστά στον
Φαραώ κι αυτή
έγινε μεγάλο
φίδι. Ο Φαραώ
κάλεσε τους
μάγους των
Αιγυπτίων, οι
οποίοι
μετέτρεψαν κι
αυτοί μπροστά
στον Φαραώ και
τον Μωυσή τις
ράβδους τους σε
μεγάλα φίδια˙
όμως, η ράβδος
του Μωυσή
κατάπιε τις τα
φίδια των μάγων
(ΕΞΟΔΟΣ Ζ’, 10-12).
Επίσης
όταν ο Μωυσής
έβγαλε σκνίπες
από τη γη, οι
αιγύπτιοι
μάγοι δεν
μπόρεσαν να
κάνουν το ίδιο
και μάλιστα
είπαν στο Φαραώ
«δάκτυλος Θεού
είναι αυτό» (ΕΞΟΔΟΣ
Η’ 12-15). Επίσης ο
Μωυσής
προκάλεσε
πληγές στους
Αιγύπτιους,
αλλά οι μάγοι
του Φαραώ δεν
μπορούσαν να
σταθούν
εξαιτίας αυτών
μπροστά στον
Μωυσή – ούτε
μπόρεσαν να του
προκαλέσουν
πληγές (ΕΞΟΔΟΣ
Θ’10-11) – ο Μ.
Καλόπουλος,
σιωπά εδώ, για
ευνόητους
λόγους. Αν ο
Μωυσής ήταν
Αιγύπτιος, τότε
τα μαγικά του
κόλπα θα ήταν
τα ίδια με
αυτά των
Αιγυπτίων κι
όχι ανώτερα,
ώστε να
καταβροχθίσει
η δική του
ράβδος τις
δικές τους.
Επιπλέον
μιλώντας
γενικότερα για
τη σύγκριση της
εξιστόρησης
της
δημιουργίας
του ανθρώπου
και του
κατακλυσμού σε
αιγυπτιακή
μυθολογία και
στην Π.Δ.
βλέπουμε ότι
υπάρχουν
σημαντικές
διαφορές. «Η
δημιουργία του
ανθρώπου στην
αιγυπτιακή
μυθολογία δεν
καταλαμβάνει
ειδικό μέρος» (Samuel
Henry
Hook,
Μυθολογία της
Μέσης Ανατολής,
εκδ. Αρίων, σ. 74)
και της δίνεται
«μικρή έμφαση». Ο
θεός Χνούμ
φτιάχνει τον
άνθρωπο με πηλό
σε τροχό˙ ο
τροχός
υποδηλώνει ότι
η διήγηση είναι
μεταγενέστερη.
Επίσης στην
αιγυπτιακή
μυθολογία δεν
υπάρχει
κανένας μύθος
για κατακλυσμό.
«Ο Ρα έφτασε σε
μεγάλη ηλικία
και κατάλαβε
ότι έχασε το
κύρος του στους
θεούς και τους
ανθρώπους» (Samuel
Henry
Hook,
Μυθολογία της
Μέσης Ανατολής,
εκδ. Αρίων, σ. 74). Γι’
αυτό στέλνει
την θεά Άθωρ
στη γη να
σφάξει τους
ανθρώπους. Το
μετανοιώνει
όμως και για να
γλιτώσει τους
ανθρώπους
κάνει την Άθωρ
να μεθύσει με
κριθαρένιες
μπύρες.
Αντίθετα από
την Γένεση δεν
υπάρχει ούτε
κατακλυσμός
ούτε πλοίο ούτε
Νώε ή άλλος
αντίστοιχος
ήρωας και
επιπλέον ο Ρα
χάνει το κύρος
του όχι μόνο
στους
ανθρώπους αλλά
και στους θεούς.
Αν ο Μωυσής
ήταν Αιγύπτιος,
θα είχε
συμπεριλάβει
στοιχεία της
αιγυπτιακής
μυθολογίας για
την δημιουργία
του ανθρώπου
και δεν θα είχε
καταγράφει την
διήγηση του
Κατακλυσμού.
κ') "Ο Μωυσής βάζει τον Θεό να τον δασκαλεύει, διατάζοντάς τον να πει στον Φαραώ ότι θέλουν απλώς να φ