ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑ
ΣΤ' ΜΕΡΟΣ
ΔΙΩΞΕΙΣ II
14. - δεύτερο μέρος "Οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες κατεδίωξαν τον ελληνισμό και την ελληνική θρησκεία, και έκαναν τα μύρια όργια κατά των Ελλήνων, με τη συμπαράστατη της εκκλησίας. Έκαψαν και γκρέμισαν ιερά, κατέστρεψαν αγάλματα, σκότωσαν φιλοσόφους και ήταν ενάντια σε κάθε τι ελληνικό. Οι Έλληνες εκχριστιανίστηκάν με το ζόρι από τους βυζαντινούς".
Αλήθεια,
τι έχουν να
πουν οι
Νεοπαγανιστές
για τις διώξεις
Αρχαίων
Ελλήνων
Φιλοσόφων από
τους
Ειδωλολάτρες;
-«Εξαιτίας
της δήλωσης του
Πρωταγόρα στο
βιβλίο του Περί
θεών ότι δεν
ξέρει αν
υπάρχουν θεοί,
οι Αθηναίοι τον
έδιωξαν από την
πόλη και έκαψαν
τα βιβλία του
στην Αγορά,
αφού πρώτα
έβγαλαν κήρυκα
και τα
μάζεψαν ένα-ένα
από όσους είχαν
αντίτυπα» («"περὶ
μὲν θεῶν οὐκ
ἔχω εἰδέναι
οὔθ' ὡς εἰσίν,
οὔθ' ὡς οὐκ
εἰσίν· πολλὰ
γὰρ τὰ
κωλύοντα
εἰδέναι, ἥ τ'
ἀδηλότης καὶ
βραχὺς ὢν ὁ
βίος τοῦ
ἀνθρώπου."διὰ
ταύτην δὲ τὴν
ἀρχὴν τοῦ
συγγράμματος
ἐξεβλήθη πρὸς
Ἀθηναίων· καὶ
τὰ βιβλία
αὐτοῦ
κατέκαυσαν ἐν
τῇ ἀγορᾷ, ὑπὸ
κήρυκι
ἀναλεξάμενοι
παρ' ἑκάστου
τῶν
κεκτημένων»,
Διογένης
Λαέρτιος, IX,
52). «Κι ο
Πρωταγόρας ως
γνωστόν
εξορίστηκε» (Πλούταρχου,
Νικίας, 23). Το
ίδιο λένε και
οι: Φιλόστρατος,
Βίοι Σοφιστών,
I 10, 3˙ Ησύχιος, Ονοματολόγος˙
Σέξτος
Εμπειρικός, Προς
μαθηματικούς, IX
55. Φυσικά, είναι
άξιο απορίας
πώς
αμφισβητείται
το γεγονός της
δίωξης του από
τους Αθηναίους,
λες και ήταν ο
μόνος
φιλόσοφος που
αναφέρεται ότι
δίωξαν οι
Αθηναίοι (ώστε
να λέγανε
κάποιοι «δεν
συναντάμε
παρόμοια
συμπεριφορά»).
Ωστόσο, επειδή
υπάρχουν οι
αντιρρήσεις,
τις
παραθέτουμε
και απαντάμε σ’
αυτές. Έτσι
υπάρχει η άποψη
ότι οι
ειδήσεις για
δίκη και
καταδίκη του
Πρωταγόρα
συγκρούονται
με τη μαρτυρία
του Πλάτωνα και
αποτελούν,
μάλλον,
επινόηση
μεταγενέστερων
συγγραφέων.
Επιπλέον,
ισχυρίζονται
ορισμένοι, ο
Πλάτων είναι
ιδεολογικός
αντίπαλος των
Σοφιστών κι
έχει κάθε
συμφέρον να
κατηγορήσει
τον αρχηγό των
σοφιστών για
αθεΐα και να
επισημάνει πως
διώχτηκε από
την πόλη. Ακόμα
όμως κι ο
ορκισμένος
εχθρός των
Σοφιστών,
Πλάτων, δεν
αναφέρει
πουθενά κάτι
τέτοιο. Γιατί
άραγε; Και
τέλος ξενίζει
η πληροφορία
του Διογένη
Λαέρτιου ότι
πρώτο από τα
έργα του ο
Πρωταγόρας
διάβασε στην
Αθήνα το «Περί
θεών». Όπως
σωστά
παρατηρεί ο C.W.Muller,
"Protagoras uber die Gotter", σ. 331, σημ. 64,
στην περίπτωση
που αυτό
αληθεύει, και
με την
προϋπόθεση,
πάντα, ότι
πραγματικά
έλαβε χώρα δίκη
του Πρωταγόρα,
θα πρέπει να
δεχτούμε ότι οι
Αθηναίοι
έσυραν στα
δικαστήρια τον
σοφιστή, στα
τέλη της ζωής
του, για μια
επίδειξη που
είχε γίνει πριν
από αρκετά
χρόνια, στη
διάρκεια της
πρώτης
παραμονής του
στην πόλη τους.
Εμείς απαντάμε
ως εξής:
α’)
Ο Πλάτωνας δεν
αναφέρει
πουθενά ότι ο
Πρωταγόρας δεν
δικάστηκε για
ασέβεια. Απλώς
τον
παρουσιάζει να
έχει πεθάνει σε
μεγάλη ηλικία.
Όμως ο
Πλάτωνας λέει
πολλές
ανακρίβειες.
Για παράδειγμα
1) επειδή είναι
φιλοσπαρτιάτης,
εξωραΐζει την
σπαρτιατική
Κρυπτεία
λέγοντας πως
αυτή ήταν απλώς
στρατιωτικές
ασκήσεις των
Λακεδαιμόνιων,
ενώ ακόμη και ο
φιλοσπαρτιάτης
Πλούταρχος (Λυκούργος, 28),
μαζί με τους
Αριστοτέλη και
Θουκιδίδη λεν
την αλήθεια,
ότι η Κρυπτεία
ήταν περιοδική
(κάθε χρόνο)
εξόντωση, δια
νόμου, των
άοπλων
ετοιμοπόλεμων
Ειλώτων από
τους
Λακεδαιμόνιους
στρατιώτες. 2)
Κατά την δίκη
και καταδίκη
του Σωκράτη
αυτός το έσκασε
από την Αθήνα (σύμφωνα
με άλλη
παράδοση απλώς
κρύφτηκε) και
προσπαθεί στον Φαίδωνα
59b
να τα μπαλώσει,
βάζοντας τον
Φαίδωνα να λέει
ότι ο Πλάτων
δεν
παρευρίσκονταν
στη φυλακή κατά
τις τελευταίες
στιγμές του
Σωκράτη γιατί «θαρρώ
πως ήταν
άρρωστος»,
λέγοντάς τα
μασημένα και
μέσω τρίτων. 3)
Λέει ψέμματα
για τον λόγο
της απουσίας
των Σπαρτιατών
στη μάχη κατά
των Περσών στον
Μαραθώνα, διότι
ενώ ο Ηρόδοτος
είχε αναφερθεί
στους
πραγματικούς
λόγους (Ηρόδοτος,
6, 106, 2-3), ο Πλάτωνας
προσπαθώντας
άτεχνα να
αντικρούσει
τον Ηρόδοτο
αναφέρει (Νόμοι,
698e)
ότι «δεν ξέρει
ακριβώς» γιατί
δεν κατάφεραν
να βοηθήσουν οι
Σπαρτιάτες
τους Αθηναίους.
Φυσικά ως
Αθηναίος ήξερε
πολύ καλά τον
λόγο, αλλά ως
φιλοσπαρτιάτης
κάνει πως δεν
τον ξέρει (άλλωστε
ήταν πολύ
μεταγενέστερος,
όπως κι ο
Πλούταρχος, του
Ηροδότου). 4)
Φυσικά
υπάρχουν ένα
σωρό άλλες
δικές του
μυθοπλασίες (Ατλαντίδα
κ.λπ.) τις οποίες
εφευρίσκει και
χρησιμοποιεί
για
ηθικοδιδακτικούς
σκοπούς. Δεν
είναι και τόσο
τρομερό λοιπόν
να γράφει
ανακρίβειες
στους
διαλόγους του,
ειδικά για
ιστορικά
συμβάντα.
Φιλόσοφος και
όχι
ιστοριογράφος
ήταν.
β’)
Επί της ουσίας,
το ότι ο
Πλάτωνας δεν
λέει κάτι, δεν
σημαίνει ότι
αυτό δεν συνέβη.
Ο Πλάτωνας δεν
αναφέρει τη
δίωξη του
Αναξαγόρα, και
του Διαγόρα,
τις οποίες
αναφέρουν
πολλοί
σύγχρονοί τους.
Λοιπόν; Δε
συνέβησαν; Ο
Πλάτων δεν
αναφέρει
πουθενά τον
Δημόκριτο· δεν
υπήρξε ο
Δημόκριτος; Τι
είναι ο Πλάτων, ο
μόνος
συγγραφέας της
εποχής εκείνης;
γ’)
Υπάρχει το
επιχείρημα ότι
ότι ο Πλάτων, ως
ολιγαρχικός,
φιλοσπαρτιάτης
και εχθρός των
σοφιστών, θα
είχε συμφέρον
να κατηγορήσει
τον Πρωταγόρα,
αλλά αφού δεν
το κάνει και
δεν αναφέρει
τίποτα,
σημαίνει ότι
τίποτα δεν
έγινε. Δεν
είναι όμως ο
Πλάτων ο μόνος
φιλοσπαρτιάτης
και ολιγαρχικός.
Την πληροφορία
για τη δίκη και
την εξορία του
Πρωταγόρα μας
την δίνει ο
Αθηναίος χρονικογράφος
Φιλόχορος (ο Mueller
το λέει αυτό), ο
οποίος ήταν
επίσης θρησκόληπτος,
επίσης
ολιγαρχικός,
και είχε
συγγράψει
Ιστορία των
Αθηνών, από
τους
διασημότερους
χρονικογράφους
της εποχής του.
Αστήριχτο
είναι λοιπόν το
επιχειρήμα «οι
ολιγαρχικοί
εχθροί των
σοφιστών δεν
αναφέρουν τη
δίωξη του
Πρωταγόρα, άρα
αυτή δεν συνέβη
ποτέ».
δ’)
Ο Πλούταρχος
όμως, που είναι
εξίσου
φιλοσπαρτιάτης
και
ολιγαρχικός-φιλομοναρχικός,
αναφέρει τη
δίωξη το
Πρωταγόρα. Δύο
λοιπόν εχθροί
της
δημοκρατίας
αναφέρουν το
συμβάν.
ε’)
Αλλά υπάρχει κι
αυτό: «Είναι
τολμηρό να
υποθέσουμε πως
δεν έγιναν
άλλες διώξεις
πέρα από τις
περιπτώσεις
που συνέβηκε να
ακούσουμε οι
ίδιοι. Οι
μελετητές δεν
έχουν προσέξει
αρκετά αυτό που
ο Πλάτωνας
βάζει τον
Πρωταγόρα να
λέει (Πρωταγόρας,
316C-317B), δηλ. για τους
κινδύνους που
συνοδεύουν το
επάγγελμα των
σοφιστών, που
τους εκθέτει "σε
μεγάλες
αντιζηλίες και
έχθρες και κάθε
λογής διωγμούς,
έτσι που οι
περισσότεροι
θεώρησαν
αναγκαίο να
δουλεύουν
χρησιμοποιώντας
προπέτασμα". Ο
ίδιος έχει την
προσωπική του
ασφάλεια (τη
φιλία του
Περικλή;), που
τον έχει
διαφυλάξει
μέχρι τώρα » (E.R. Doods, Οι
Έλληνες και το
παράλογο, εκδ.
Καρδαμίτσα, σ. 276,
σημ. 68). Όταν
πέθανε ο
Περικής, η
προστασία
έπαψε κι ο
Πρωταγόρας
διώχτηκε. Είναι
ολοφάνερο ότι ο
Πλάτων μιλά
εμμέσως για τη
δίωξη του
Πρωταγόρα.
Βάζει τον ίδιο
τον Πρωταγόρα
να μιλήσει
εμμέσως γι’
αυτήν. Είναι
ψευδές λοιπόν
ότι δεν
αναφέρεται ο
Πλάτων στη
δίωξη του
Πρωταγόρα.
Προκύπτει το
ερώτημα όμως,
γιατί ο Πλάτων
να μιλήσει τόσο
συγκεχυμένα
για τη δίωξη
αυτήν και όχι
να την αναφέρει
ρητώς; Ίσως ο
Πλάτων
αποφεύγει να
αναφέρει τη
δίωξη του
Πρωταγόρα,
επειδή όχι μόνο
ο Πρωταγόρας
αλλά και ο
δικός του
δάσκαλος,
Σωκράτης
διώχτηκαν από
την Αθήνα. Κι
αυτό, διότι
στον Πλάτωνα θα
φάνηκε
παράξενο που η
Αθήνα δίωξε όχι
μόνο τον «κακό» (κακό,
σύμφωνα με τον
Πλάτωνα)
Πρωταγόρα, αλλά
και τον «καλό», «στην
πραγματικότητα
ευσεβή» (που,
πάλι κατά
Πλάτωνα, «άδικα
τον σκοτώσανε»)
Σωκράτη.
Εξάλλου ο
Πλάτων όντας
εχθρός της
Δημοκρατίας,
εάν ανέφερε στα
γραπτά του μόνο
την δίωξη κατά
του Σωκράτη (όπως
και κάνει) θα
μπορούσε να πει
(και το λέει)
εμμέσως: «ορίστε,
η Δημοκρατία
είναι ένα τόσο
άθλιο
πολίτευμα, ώστε
θανατώνει τους
άριστους
πολίτες, σαν το
Σωκράτη» (κι ο
Ξενοφώντας το
ίδιο λέει). Ενώ,
επειδή ο
Πρωταγόρας
ήταν σοφιστής
και προφανώς
δημοκρατικός, η
ενδεχόμενη
αναφορά του
Πλάτωνα στη
δίωξή του θα
χάλαγε το
ερμηνευτικό
μοντέλο (του
Πλάτωνα) περί «κακού
δήμου που
θανατώνει τους
καλούς (=ολιγαρχικούς)
αντιφρονούντες».
στ’)
Πού βασίζονται
όμως
αναφέροντας
τον Πλάτωνα
όσοι αρνούνται
την
ιστορικότητα
της
πληροφορίας
για δίκη; Στο
έργο του
Πλάτωνα Μένων,
91e.
Να τι γράφει
εκεί: «..και τον
Πρωταγόρα, κατά
τα λεγόμενά σου,
δεν τον πήρε
είδηση όλη η
Ελλάδα, που,
περισσότερο
από σαράντα
χρόνια,
διέφθειρε
όσους πήγαιναν
κοντά του και
τους έστελνε
πίσω
χειρότερους
από όσο τους
δεχόταν· γιατί
νομίζω ότι
πέθανε σε
ηλικία 70
περίπου χρονών
και ήταν στην
τέχνη σαράντα
χρόνια. Σε όλα
τούτα τα χρόνια,
ώς τούτη την
ημέρα ακόμη, η
καλή του φήμη
δεν έχει πάψει».
Φυσικά εδώ ο
Πλάτωνας δεν
μας λέει πώς
πέθανε ο
Πρωταγόρας
ούτε λέει τι
είχε προηγηθεί
του θανάτου του.
Δεν υπάρχει
κάποια
πληροφορία για
τον τρόπο
θανάτου και ό,τι
συνέβη πιο πριν,
η οποία να
αναιρεί την
πληροφορία του
Διογένη
Λαέρτιου. Το
όλο επιχείρημα
των
αμφισβητιών
βρίσκεται στην
τελευταία
φράση: «Σε όλα
τούτα τα χρόνια,
ώς τούτη την
ημέρα ακόμη, η
καλή του φήμη
δεν έχει πάψει».
Αυτό για τους
αμφισβητίες
σημαίνει ότι,
αφού είχε ώς
τώρα (=ώς τη
στιγμή της
συγγραφής του Μένωνα από
τον Πλάτωνα)
καλή φήμη ο
Πρωταγόρας, δεν
γίνεται να
καταδιώχτηκε.
Αν
καταδιωκόταν,
υποστηρίζουν
αυτοί, ο Πλάτων
θα έλεγε ότι ο
Πρωταγόρας
είχε κακή φήμη.
Ο Doods
(Οι Έλληνες και
το παράλογο, εκδ.
Καρδαμίτσα, σ. 275,
σημ. 66)
αντικρούει το
επιχείρημα
αυτό: «Ο Burnet
(Thales
to
Plato,
112), και άλλοι μετά
από αυτόν,
απορρίπτει την
πλατιά
επιβεβαιωμένη
παράδοση της
δίκης του
Πρωταγόρα ως μη
ιστορική,
στηριζόμενος
στον Πλάτωνα, Μένων 91E.
Ο Πλάτωνας όμως
μιλεί εδώ για
τον Πρωταγόρα
όσον αφορά τη
διεθνή φήμη του
ως
δασκάλου,
πράγμα που δεν
μειώνεται από
έναν Αθηναίο
διώκτη
αιρέσεων· ο
Πρωταγόρας δεν
κατηγορείται
για διαφθορά
της νεολαίας
αλλά για
αθεϊσμό. Η δίκη
δεν μπορεί να
έγινε τόσο αργά
όσο το 411, αλλά η
και η παράδοση
δεν λέει ότι
έγινε». Η «καλή
φήμη», λοιπόν, «ώς
και τούτη την
ημέρα» (=μετά το
θάνατο του
Πρωταγόρα)
αφορά την
διεθνή φήμη του
σοφιστή μεταξύ
των μαθητών του
και όσων τον
θεωρούσαν
μεγάλο δάσκαλο.
Η καλή αυτή
φήμη δεν
αναιρεί διόλου
την κακή γνώμη
του Πλάτωνα ή
αυτών οι οποίοι
καταδίωξαν τον
Πρωταγόρα, κι
αυτό φαίνεται
από το ίδιο το
κείμενο του Μένωνα, όπου
ο Πλάτων, ενώ
αναφέρεται
στην «καλή φήμη»
που έχει ο
Πρωταγόρας,
όταν είναι να
εκφέρει ο ίδιος
άποψη,
κατακρίνει τον
Πρωταγόρα. Άρα
η «καλή φήμη» δεν
ήταν αποδεκτή
από όλους.
Επαναλαμβάνουμε,
ο Πλάτωνας δεν
μας λέει κάτι
το οποίο να
αναιρεί
αναγκαστικά
την ιστορία της
καταδίωξης του
Πρωταγόρα,
διότι δεν μας
λέει τα
γεγονότα προ
του θανάτο του.
Παραθέτουμε
και μια άλλη
μια γνώμη (W.K.C.
Guthrie,
Οι
Σοφιστές, ΜΙΕΤ,
σ. 320) για τα λόγια
αυτά (ειδικά
την τελευταία
φράση του
πλατωνικού Μένωνα): «δεν
βρίσκεται σε
αντίφαση με την
δίκη και την
καταδίκη· τα
ίδια θα έλεγε [ο
Πλάτων] και για
τον Σωκράτη».
Άλλο δηλαδη η
φήμη (καλή ή
κακή, η
αντικειμενική
ή υποκειμενική
άποψη) και άλλο
η δίκη και
καταδίκη.
ζ’)
Ο λάθος
υπολογισμένος
χρόνος καύσης
του
συγγράμματος
δεν συνιστά
εμπόδιο στο να
είναι αποδεκτή
η είδηση. Ίσως ο
Διογένης
Λαέρτιος κάνει
λάθος ότι ήταν
το πρώτο
σύγγραμμα του
Πρωταγόρα·
ίσως και ο
Φιλόχορος,
επειδή δε
γινόταν να
ξέρει όλα τα
βιβλία του κάθε
σοφιστή, να
έκανε λάθος (μπορεί
κι από
υπερβάλλοντα
ζήλο, αφού ήταν
θρήσκος και θα
ήθελε να δείξει
ότι οι Αθηναίοι
ευθύς εξαρχής
έδιωξαν τον
Πρωταγόρα). Το
πότε γράφτηκε
το σύγγραμμα
είναι άγνωστο.
Επίσης δεν
πρέπει να
ξεχνάμε ότι
υπήρχε νόμος
εναντίον όσων
αμφισβητούσαν
την κρατική
αρχαία
θρησκεία. Δεν
ήταν κάτι το «εξαιρετικά
απίθανο»
λοιπόν να
συνέβη η δίωξη.
Εξάλλου η
αντίδραση κατά
των δημοκρατών
και των
σοφιστών δεν
άρχισε μια μέρα,
αλλά φούντωνε
σταδιακά.
Μπορεί λοιπόν ό,τι
στα 430 π.Χ. ήταν
ανεκτό (ή οι
αντιδράσεις να
ήταν λιγοστές),
στα 410 (οι
ημερομηνίες
είναι τυχαίες)
να μην ήταν
πλέον. Για
παράδειγμα, ο
Αναξαγόρας
αρχικώς ήταν
ανεκτός στην
Αθήνα, όπως κι ο
Διαγόρας, όπως
και άλλοι·
ωστόσο
αργότερα
καταδικάστηκαν
για ασέβεια.
Έτσι, μπορεί το
σύγγραμμα αυτό
ενώ αρχικά, στο
στάδιο της
φιλελευθεροποίησης
της Αθήνας, να
μην προκαλούσε
αγανάκτηση,
ωστόσο στο
στάδιο της
ολιγαρχικής
αντίδρασης
κάθε τι, και
αυτό,
προκαλούσε την
αγανάκτηση.
Μπορεί τέλος
απλούστατα το
σύγγραμμα να
εγράφη στο
τέλος της ζωής
του Πρωταγόρα.
Ούτε η ηλικία
παίζει ρόλο
στην καταδίωξη
του Πρωταγόρα:
ο Σωκράτης
θανατώθηκε,
όταν ήταν
εβδομηντάρης.
Υπάρχουν τόσες
πολλές δυνατές
εκδοχές του
γεγονότος, που
δεν τίθεται
ζήτημα να
απορρίψουμε
την είδηση,
επειδή δεν την
λέει ο Πλάτων ή
επειδή ο
Διογένης
Λαέρτιος
σφάλλει σ’ ένα
σημείο.
η’)
Στο σημείο αυτό
βέβαια πρέπει
να εξετάσουμε
την
αντικειμενικότητα
του Φιλόχορου,
αφού από αυτήν
εξαρτάται η
είδηση του
Διογένη
Λαέρτιου. Διότι,
αν ο Φιλόχορος
ήταν κάποιος
φανατισμένος,
αν κανείς στην
Αρχαιότητα δεν
έπαιρνε στα
σοβαρά τα
γραπτά του,
τότε είναι
προφανές ότι η
πληροφορία του
είναι ψευδής.
Ας δούμε τι
λένε οι εξής
εγκυκλοπαίδειες
για τον
Φιλόχορο.
Εγκ. Πάπυρος
λάρους
μπριτάννικα: «Ιεροσκόπος
και μάντης στο
επάγγελμα (...) Το
κυριότερο και
εκτενέστερο (δεκαεπτά
βιβλία) έργο
του, Ατθίς,
κάλυπτε την
ιστορία της
Αθήνας από τους
μυθικούς
χρόνους ώς την
εποχή του
Αντίοχου Β’ (261 π.Χ.)
Ο Φιλόχορος διακρινόταν
για την
ευσυνειδησία
και την
επιμέλειά του,
γι' αυτό και το
έργο του
αποτέλεσε
έγκυρη πηγή
πληροφόρησης
για πολλούς
μεταγενέστερους
συγγραφείς (....)».
Εγκυκλοπαίδεια
Υδρία: «Αθηναίος
ατθιδογράφος, από
τους
καλύτερους του
είδους του.
Γεννήθηκε το 340 π.Χ.
από
επιφανή
οικογένεια
(...) Το 306 π.Χ. ο Φ.
άσκησε τα
λειτουργήματα
του μάντη και
του ιεροσκόπου.
(...) Ο κατάλογος
των έργων του
περιλαμβάνει είκοσι επτά
τίτλους. Το
σπουδαιότερο
απ' όλα ήταν η "Ατθίς",
σε δεκαεπτά
βιβλία, που
περιλάμβανε
την ιστορία της
Αθήνας από τους
μυθικούς
χρόνους ώς το 261/260
π.Χ., δηλ. μέχρι
την εποχή του
Αντίοχου Β'. Σ'
αυτό
ακολούθησε ο
συγγραφέας τη
χρονολογική
κατάταξη κατά
βασιλιάδες και
άρχοντες, ενώ εξέθετε
διεξοδικά τα
ιστορικά
γεγονότα.
Φαίνεται ότι ο
Φ. έκανε
επιτομή της "Ατθίδος",
ενώ αργότερα ο
Ασίνιος Πολίων
διασκεύασε και
επεξεργάστηκε
την πρώτη ή
έκαμε δεύτερη
επιτομή,
προορισμένη,
μάλλον, για
τους Ρωμαίους.
Κατ’ αναφορά
του λ. Σουίδα ο
κατάλογος των
έργων του
περιλαμβάνει
τους τίτλους: Περί
μαντικής, σε
τέσσερα βιβλία,
Περί θυσιών,
σε ένα βιβλίο,
Περί της
Τετραπόλεως, Σαλαμίνος
κτίσις, Περί
των Αθήνησιν
αγώνων, σε
δεκαεπτά
βιβλία, Περί
των Αθήνησιν
αρξάντων από
Σωκρατίδου και
μέχρις Απολλοδώρου,
Ολυμπιάδες,
Προς την
Δήμωνος Ατθίδα,
Επιτομή της
Διονυσίου
πραγματείας
περί ιερών,
Περί Αλκμάνος,
Περί μυστηρίων
των Αθήνησι, Δηλιακά,
σε δύο βιβλία, Περί
Ευρημάτων, Περί
καθαρμών, Περί
συμβόλων. Τα
έργα του Φ.
αποτέλεσαν
πηγή για
πολλούς
μεταγενέστερους
ιστορικούς και
γραμματικούς».
Μεγάλη
Ελληνική
Εγκυκλοπαίδεια:
«Ο Φιλόχορος
ανεδείχθη ο
επιφανέστερος
των
ατθιδογράφων.
Η Ατθίς του, εις 17
βιβλία (...) ήτο πολύ
διεξοδική,
διότι ο ίδιος
ηναγκάσθη να
ποιήση
επιτομήν της
(...) Εις την Ατθίδα,
ήτις
εξετιμάτο πολύ
υπό των αρχαίων
δια την
ευσυνειδησίαν
και ακρίβειάν
της (...) εξέθετε
τα ιστορικά και
ιδίως
τα πλησιέστερα
γεγονότα
διεξοδικώτερον
των
προϊστορικών
και
μυθολογικών. (...)
Τα πολυπληθή
άλλα ιστορικά
έργα του
Φιλοχόρου
ανεφέροντο πάλιν
εις ειδικά
ζητήματα της
ιστορίας,
τοπογραφίας
και γεωγραφίας
των Αθηνών και
της Αττικής, τα
οποία
διεπραγματεύετο
κατόπιν
ειδικών
ερευνών (...)
εκ των οποίων πλείστας
πληροφορίας
ηρύσθησαν οι
μεταγενέστεροι
ιστορικοί και
γραμματικοί.
Την σπουδαιότητα
και την σημασία
του έργου του
Φιλοχόρου
υπεμφαίνουν
ημίν αι κρίσεις
του Διονύσιου
Αλικαρνασσέως
και άλλων,
προς δε τα
ποικίλα χωρία,
τα οποία
εύρηνται
παρεμβεβλημένα
εις άλλους
συγγραφείς (...)».
Το συμπέρασμα
είναι προφανές.
Ο Φιλόχορος δεν
ήταν κανένας
δευτεροκλασάτος,
ασήμαντος
ιστοριογράφος,
ήξερε τι έγραφε
και μάλιστα
είχε ασχοληθεί
σχεδόν
αποκλειστικά
με την ιστορία
της Αθήνας, της
πατρίδας του.
Όντας μάλιστα
μάντης και
ιεροφάντης,
δηλαδή όντας
θρήσκος, δεν θα
του διέφευγε η
είδηση για την
καταδίκη των
γραπτών του
Πρωταγόρα
εξαιτίας
ασέβειας. Το
ότι όλοι οι
άλλοι Αρχαίοι
τον σέβονταν
και εκτιμούσαν
το έργο του
είναι επαρκής
απόδειξη.
-«Ο
Αναξαγόρας
μηνύθηκε για
ασέβεια επειδή
διακήρυσσε ότι
ο ήλιος είναι
μια διάπυρη
μεταλλική μάζα,
και
καταδικάστηκε
σε πρόστιμο 5
ταλάντων και
εξορία. Κατά
άλλους
καταδικάστηκε
ερήμην σε
θάνατο» («Σωτίων
μὲν γάρ φησιν
ἐν τῇ Διαδοχῇ
τῶν φιλοσόφων
ὑπὸ Κλέωνος
αὐτὸν
ἀσεβείας
κριθῆναι,
διότι τὸν
ἥλιον μύδρον
ἔλεγε
διάπυρον·
ἀπολογησαμένου
δὲ ὑπὲρ αὐτοῦ
Περικλέους
τοῦ μαθητοῦ, πέντε
ταλάντοις
ζημιωθῆναι
καὶ
φυγαδευθῆναι.
Σάτυρος δ' ἐν
τοῖς Βίοις (FHG
iii. 163) ὑπὸ
Θουκυδίδου
φησὶν
εἰσαχθῆναι
τὴν δίκην,
ἀντιπολιτευομένου
τῷ Περικλεῖ·
καὶ οὐ μόνον
ἀσεβείας ἀλλὰ
καὶ μηδισμοῦ·
καὶ ἀπόντα
καταδικασθῆναι
θανάτῳ.
Ἕρμιππος δ' ἐν
τοῖς Βίοις (FHG iii. 43)
φησὶν ὅτι
καθείρχθη ἐν
τῷ δεσμωτηρίῳ
τεθνηξόμενος.»,
Διογένης
Λαέρτιος, II, 12-13).
-Φυσικά
ο Σωκράτης,
εξοντώθηκε με
κώνειο επειδή,
κατά τους
Ειδωλολάτρες,
δεν πίστευε
στους θεούς της
πόλης (Με
οποιαδήποτε
έννοια κι αν
εννοήσουμε το «νομίζειν»,
πάλι το ίδιο
συμπέρασμα
βγαίνει: ο
Σωκράτης
καταδικάστηκε
διότι δεν
δεχόταν/πίστευε
ως θεούς αυτούς
που δεχόταν/πίστευε
η πόλη της
Αθήνας). Είναι
λάθος να
αποσιωπάται η
θρησκευτική
αιτία της
δίωξης του
Σωκράτη, κι
αυτό μας το
δείχνει ο
Αριστοφάνης,
παραθέτοντας
στις Νεφέλες
την άποψη του
πολύ κόσμου για
τον Σωκράτη.
Δεν ήταν μόνο
οι πολιτικώς
αντιφρονούντες
(ολιγαρχικοί)
μαθητές του
Σωκράτη ούτε οι
προσωπικές
αντιπάθειες
που ο Σωκράτης
με τη «μαιευτική»
του θα
δημιουργούσε
σε πολλούς,
αλλά η διάχυτη
υποψία του
πολυθεϊστικού
όχλου ότι
ασεβούσε προς
τους «θεούς».
-Το
τι κυνήγι
φιλοσόφων
γινόταν εκείνη
την εποχή (τέλη 5ου
– αρχές 4ου αι.)
από τους
Ειδωλολάτρες,
μάς το αναφέρει
ο Αριστοφάνης
στις Νεφέλες του.
Η αντίρρηση ότι
οι Νεφέλες
είναι κωμωδία
δεν στέκει
καθόλου, διότι
ο Αριστοφάνης
παρέθετε
διάφορα
πραγματικά
συμβάντα με
χιουμοριστικό
τρόπο, και
μάλιστα οι
γνώμες που
παραθέτει
είναι ακριβώς η
γνώμη του απλού
Αθηναίου.
Γράφει ο
Αριστοφάνης (στ.
1506-1509) με το στόμα
του Στρεψιάδη ο
οποίος
απευθύνεται
προς τους
σοφιστές και
τους
φιλόσοφους: «Τι
σας έπιασε και
τόση στους
θεούς ασέβεια
δείχνετε, / του
φεγγαριού τον
πισινό ψάχνετε
να βρείτε; / Διώξ’
τους, ρίξ’ τους,
βάρα τους,
γιατί πολλά ‘χουνε
κάνει, / το πιο
πολύ, το ξέρω,
ζητούσαν τους
θεούς να
βλάψουν». Ο
όχλος των
Πολυθεϊστών
προφανώς θα
είχε τέτοιες
απόψεις για
τους μη
παραδοσιακούς
φιλοσόφους του
«Χρυσού Αιώνα»,
γι’ αυτό και
καταδίκασε
τόσους πολλούς
εξ’ αυτών.
-
«Ο Πρόδικος ο
Κείος,
φιλόσοφος και
σοφιστής,
σύγχρονος του
Δημοκρίτου,
μαθητής του
Πρωταγόρα,
πέθανε στην
Αθήνα, αφού του
έδωσαν να πιεί
κώνειο, με το
αιτιολογικό
ότι διέφθειρε
τους νέους» (Σούδα).
Σχετικά πρβ.
Αριστοφάνης, απ.
490: τοῦτον
τὸν ἄνδρ’ ἢ
βυβλίον
διέφθορεν ἢ
Πρόδικος ἢ τῶν
ἀδολεσχῶν εἷς
γέ τις.
-
Ο Θεόδωρος ο
Κυρηναίος, ο
επονομαζόμενος
Άθεος, που
έζησε στο α΄
μισό του 3ου π.Χ.
αι. κατά τον
Διογένη Λαέρτη
(II, 101-102) αφού
εξορίστηκε για
τη διδασκαλία
του από την
Αθήνα, κατέφυγε
στην αυλή του
Πτολεμαίου, και
έπειτα στην
Κυρήνη, ξανά
εξορίστηκε, για
να καταφύγει
ξανά στην
Ελλάδα: «Κάποτες
που ο Θεόδωρος
είχε καθίσει
πλάι στον
ιεροφάντη
Ερυκλείδη, τον
ρώτησε: "δε μου
λες, Ευρυκλείδη,
ποιοι είναι οι
ασεβείς προς τα
μυστήρια;". Και
αφού αυτός του
απάντησε "εκείνοι
που τα
αποκαλύπτουν
στους αμύητους",
"κι εσύ", του
είπε, "είσαι
ασεβής, αφού τα
εξηγείς στους
αμύητους". Παρά
λίγο να
προσαχθεί στον
Άρειο Πάγο, αν
δεν τον γλίτωνε
ο Δημήτριος ο
Φαληρεάς. Ο
Αμφικράτης
όμως, στο Περί
ενδόξων ανδρών
βιβλίο του (FHG iv. 300),
λέει ότι
καταδικάστηκε
να πιεί το
κώνειο. (...) "Δεν
μου λες,
Θεόδωρε", του
είπε, "εσύ δεν
είσαι που σ’
έδιωξαν από την
Αθήνα;". "Σωστά
είσαι
πληροφορημένος",
του είπε˙ "πράγματι
η πόλη των
Αθηναίων,
επειδή δεν
μπορούσε να με
υποφέρι, με
πέταξε, όπως η
Σέμελη τον
Διόνυσο". (...) Την
πρώτη φορά που
τον εξόρισαν
είπε τούτο: "καλά
κάνετε, άνδρες
Κυρηναίοι, που
με εξορίζετε
από τη Λιβύη
στην Ελλάδα"»
Έκανε ένα
αστειάκι με τον
ειδωλολάτρη
ιεροφάντη ο
φιλόσοφος
Θεόδωρος κι
αμέσως η Ιερά
Εξέταση της
Ειδωλολατρίας
τον εξόρισε (Διογένης
Λαέρτιος, II,
103). Άμεση
Δημοκρατία ή
άμεση
Ειδωλοκρατία;
-
Ένας μαθητής
του Θεόδωρου
του Άθεου, ο
Ηγησίας,
δίδασκε στην
Αλεξάνδρεια,
αλλά ο
Πτολεμαίος Β’
απαγόρευσε τις
διαλέξεις του (βλ.
Κικέρ., Tusc.,
I,
34, 83) (Γιάνη
Κορδάτου, Ιστορία
της Αρχαίας
Ελληνικής
Φιλοσοφίας,
εκδ.
Μπουκουμάνη, σ.
282).
-
Ο Διαγόρας ο
Μήλιος
εξορίστηκε από
τους Αθηναίους
επειδή έλεγε
πως οι θεότητες
του Ολύμπου
είναι
ανύπαρκτες και
επειδή
διακωμωδούσε
τα απόκρυφα των
μυστηρίων και «ασέβησε
με λόγια
απένταντι στις
τελετές και τις
γιορτές», και
τον
καταδίκασαν σε
θάνατο,
επικηρύσσοντας
το κεφάλι του
με ανταμοιβή
ένα τάλαντο (Λυσίας
6.17˙ Αριστοφάνης, Όρνιθες,
στ. 1071 κ.ε.˙Σούδα).
-
Ο Στίλπων ο
Μεγαρεύς
δικάστηκε και
καταδικάστηκε
για ασέβεια
προς τα μνημεία
των θεών, και η
ποινή ήταν
εξορία: «Αυτός,
λένε, ρώτησε
κάποτε έτσι για
το άγαλμα της
Αθηνάς που είχε
φτιάξει ο
Φειδίας: "Είναι
θεός η Αθηνά, η
κόρη του Δία;",
και σαν του
είπαν "ναι", "μα
αυτή δεν είναι
του Δία, είναι
του Φειδία",
αποκρίθηκε. Και
καθώς
συμφωνούσαν,
συμπέρανε: "άρα
δεν είναι θεός".
Αλλά για την
κουβέντα του
αυτή προσήχθη
ενώπιον του
Αρείου Πάγου,
όπου δεν
αρνήθηκε ότι τα
είπε, αλλά
υποστήριξε ότι
σωστά μίλησε: "γιατί
πράγματι δεν
είναι θεός,
αλλά θεά, αφού
μόνον οι
άρρενες είναι
θεοί". Πλην
όμως οι
Αρεοπαγίτες
τον διέταξαν να
φύγει αμέσως
από την πόλη.
Τότε και ο
Θεόδωρος τον
ρώτησε
κοροϊδευτικά: "Κι
από πού το
ξέρεις αυτό,
Στίλπωνα; Μήπως
της σήκωσες το
φουστάνι και
είδες;"» (Διογένης
Λαέρτιος, II,
116). Τόλμησε να
θίξει ένα ξόανο
ο φιλόσοφος
Στίλπωνας, κι
αμέσως τον
εξόρισαν οι
Ειδωλολάτρες.
-η
Ασπασία
κατηγορήθηκε (δικάστηκε)
επί ασέβεια
προς τον
Παγανισμό (Πλούταρχου
Περικλής, 32).
-ο
Ευριπίδης
κατηγορήθηκε
για ασέβεια
προς την
Ειδωλολατρία
από τον Κλέωνα (Σάτυρου,
Βίος
Ευριπίδου, απ. 39.
Πρβλ.
Bury, CAH V. 383κ.)
-ο
Αριστοτέλης. «Στην
αρχή του
Λαμιακού
πολέμου, βρήκαν
την ευκαιρία οι
θρησκόληπτοι
Αθηναίοι, που
δε χώνευαν τον
Αριστοτέλη για
τις
επιστημονικές
του έρευνες, να
τον
κατηγορήσουν
για άθεο. Έτσι, ο
Αριστοτέλης,
για να μην
αναγκαστεί να
πιεί το κώνειο,
αναγκάστηκε να
φύγει από την
Αττική» (Γιάνη
Κορδάτου, Ιστορία
της Αρχαίας
Ελληνικής
Φιλοσοφίας,
εκδ.
Μπουκουμάνη, σ.
340) «Το ιερατείο
εκπροσωπούμενοι
από τον
ιεροφάντη της
Ελευσίνιας
Δήμητρας
Ευρυμέδοντα
και η σχολή του
Ισοκράτους δια
του Δημοφίλου,
υιού του
ιστορικού
Εφόρου
υπέβαλον
καταγγελίαν
κατά του
Αριστοτέλους
επί ασεβεία. Η
κατηγορία
πιθανώς θα
ανεφέρετο και
εις
φιλοσοφικάς
δοξασίας
περιεχόμενας
εις το Περί
ευχής
σύγγραμμά του,
εν ώ εδιδάσκετο
ότι η προσευχή
ουδέν
αποτέλεσμα
δύναται να
αποφέρει» (Κων.
Δ. Γεωργούλη, Αριστοτέλης
ο Σταγειρίτης,
εκδ. Ιστορικής
και
λαογραφικής
εταιρίας
Χαλκιδικής,
σ. 47). «Ο
Αριστοτέλης
ήρθε στην Αθήνα
και ήταν
επικεφαλής της
σχολής του για
δεκατρία
χρόνια και μετά
αποσύρθηκε στη
Χαλκίδα, επειδή
κατηγορήθηκε
από τον
Ευρυμέδοντα
τον ιεροφάντη
για ασέβεια, ή,
σύμφωνα με τον
Φαβωρίνω στην Παντοδαπή
ιστορία του,
από τον
Δημόφιλο» (Διογένης
Λαέρτιος, V,
5). Ο Αριστοτέλης
έφυγε, για να μη
δώσει, όπως
είπε, την
ευκαιρία στους
Αθηναίους να
χτυπήσουν τη
φιλοσοφία για
δεύτερη φορά (η
πρώτη ήταν με
το Σωκράτη).
-Ο
διάδοχος του
Αριστοτέλη στο Λύκειο,
ο Θεόφραστος,
επίσης
κατηγορήθηκε
για ασέβεια («Ἁγνωνίδης
τολμήσας
ἀσεβείας
αὐτὸν
γράψασθαι»
Διογένης
Λαέρτιος, V,
37).
-Ο
Αισχύλος
κατηγορήθηκε
για ασέβεια,
επειδή
αποκάλυψε
μερικά από τα
μυστικά των
Μυστηρίων σε
κάποιο από τα
έργα του. (Αριστ. Ηθικά
Νικομάχεια 1111a
9-10). «Ο Αισχύλος ο
τραγωδός
κρίθηκε ένοχος
για ασέβεια,
λόγω ενός
δράματός του.
Κι ενώ ήταν
έτοιμοι οι
Αθηναίοι να τον
λιθοβολήσουν, ο
Αμεινίας, ο
νεώτερος
αδερφός του,
τους έδειξε το
χέρι του, το
οποίο δεν είχε
καρπό. Είχε
αριστεύσει στη
ναυμαχία της
Σαλαμίνας ο
Αμεινίας
χάνοντας τον
καρπό του και
ήταν πρώτος των
Αθηναίων.
Επειδή είδαν οι
δικαστές το
πρόβλημά του,
θυμήθηκάν τα
κατορθώματά
του και άφησαν
τον Αισχύλο» (Αιλιανού
Ποικίλη Ιστορία,
5, 19: «Αἰσχύλος
ὁ τραγῳδὸς
ἐκρίνατο
ἀσεβείας ἐπί
τινι δράματι.
ἑτοίμων οὖν
ὄντων
Ἀθηναίων
βάλειν αὐτὸν
λίθοις,
Ἀμεινίας ὁ
νεώτερος
ἀδελφὸς
διακαλυψάμενος
τὸ ἱμάτιον
ἔδειξε τὸν
πῆχυν ἔρημον
τῆς χειρός.
ἔτυχε δὲ
ἀριστεύων ἐν
Σαλαμῖνι ὁ
Ἀμεινίας
ἀποβεβληκὼς
τὴν χεῖρα, καὶ
πρῶτος
Ἀθηναίων τῶν
ἀριστείων
ἔτυχεν. ἐπεὶ δὲ
εἶδον οἱ
δικασταὶ τοῦ
ἀνδρὸς τὸ
πάθος,
ὑπεμνήσθησαν
τῶν ἔργων
αὐτοῦ, καὶ
ἀφῆκαν τὸν
Αἰσχύλον»).
Δηλαδή, καθόλου
δεν αθωώθηκε ο
Αισχύλος –
απλώς του
χάρισαν τη
θανατική ποινή.
Επειδή ασέβησε
κατά των θεών
γράφοντας ένα
ακόμη
αριστούργημά
του, κρίθηκε
άξιος θανάτου.
Και γλίτωσε την
τελευταία
στιγμή, από τις
πέτρες των
πολυθεϊστών.
-
Σε πολλές
περιοχές, όπως
στη Λύκτο της
Κρήτης και στην
Αρκαδία, οι
Επικούρειοι,
όχι μόνο
καταδιώχτηκαν,
μα και πέρασαν
από
βασανιστήρια,
όπως μάς
πληροφορεί
κάποιο
απόσπασμα του
Αιλιανού (Γιάνη
Κορδάτου, Ιστορία
της Αρχαίας
Ελληνικής
Φιλοσοφίας,
εκδ.
Μπουκουμάνη, σ.
431). «Στην
Κρήτη, οι
Λύκτιοι
έδιωξαν
μερικούς από
τους
Επικουρείους
που ήταν εκεί,
και ψηφίστηκε
νόμος στην
τοπική
διάλεκτο για
αυτούς που
επινόησαν την
θηλυκή και
αγεννή και
αισχρή σοφία
και έχουν
κηρυχθεί
δημόσια εχθροί
των θεών της
Λύκτου. Και αν
κάποιος έφτανε
έχοντας
θράσσος και δεν
έδινε καμιά
σημασία σε όσα
έλεγε ο νόμος,
έπρεπε αυτός να
δεθεί στο ζυγό
κοντά στο
βουλευτήριο (διοικητήριο)
για είκοσι
ημέρες αφού
είχε αλειφθεί
γυμνός με γάλα
και μέλι,ώστε
να γίνει δείπνο
για τις
μέλισσες και
τις μύγες και
να τον
σκοτώσουν στο
χρόνο που
αναφέρθηκε. Κι
αν αφού είχε
περάσει αυτός ο
χρόνος ζούσε
ακόμα έπρεπε να
τον ρίξουν στον
γκρεμό αφού τον
έντυναν με
γυναικείο
ένδυμα» (Αιλιανού
Αποσπάσματα 39: «ὅτι
ἐν Κρήτῃ
Λύκτιοι τῶν
Ἐπικουρείων
τινὰς ἐκεῖ
παραβαλόντας
ἐξήλασαν. καὶ
νόμος ἐγράφη
τῇ ἐπιχωρίῳ
φωνῇ τοὺς τὴν
θήλειαν
σοφίαν καὶ
ἀγεννῆ καὶ
αἰσχρὰν
ἐπινοήσαντας
καὶ μέντοι καὶ
τοῖς θεοῖς
πολέμιους
ἐκκεκηρῦχθαι
τῆς Λύκτου. ἐὰν
δέ τις
ἀφίκηται
θρασυνόμενος,
καὶ τὰ ἐκ τοῦ
νόμου παρ’
οὐδὲν
ποιήσηται,
δεδέσθω ἐν
κύφωνι πρὸς τῷ
ἀρχείῳ ἡμερῷν
εἴκοσιν,
ἐπιρρεόμενος
μέλιτι γυμνὸς
καὶ γάλακτι,
ἵνα ᾖ
μελίτταις καὶ
μυίαις
δεῖπνον, καὶ
ἀναλώσωσι
χρόνῳ τῷ
προειρημένῳ
αὐτόν. τούτου
γε μὴν
διελθόντος
ἐὰν ἔτι περιῇ,
κατὰ κρημνοῦ
ὠθείσθω,
στολὴν
γυναικείαν
περιβληθείς»).
-Οι
Επικούρειοι
διώχτηκαν
κακήν κακώς από
τη
πολυθεϊστική
Ρώμη και από
τους
πολυθεϊστές
Μεσσήνιους. «Έδιωξαν
τους
Επικούρειους
από τη Ρώμη με
κοινή απόφαση
της βουλής. Και
οι Μεσσήνιοι
της ίδιας
φιλοσοφικής
σχολής τους
οπαδούς τούς
έδιωξαν,
αποκαλώντας
τους
διαφθορείς των
νέων και κηλίδα
της φιλοσοφίας
εξαιτίας της
αθεότητάς τους.
Και τους
πρόσταξαν να
φύγουν έξω από
τα όρια της
Μεσσηνίας πριν
δύσει ο ήλιος» (Αιλιανού
Αποσπάσματα 39: «Ἐξήλασαν
δὲ τοὺς
Ἐπικουρείους
τῆς Ρώμης
δόγματι τῆς
βουλῆς κοινῷ.
καὶ Μεσςήνιοι
δὲ ἐν Ἀρκαδίᾳ
τοὺς ἐκ τῆς
αὐτῆς οἱονεὶ
φάτνης
ἐδηδοκότας
ἐξήλασαν,
λυμεῶνας μὲν
εἶναι τῶν νέων
λέγοντες,
κηλῖδα δὲ
φιλοσοφίᾳ
προσβάλλοντας
διὰ τε
μαλακίαν καὶ
ἀθεότητα. καὶ
προςέταξάν γε
πρὸ τῶν τοῦ
ἡλίου δυσμῶν
ἔξω τῶν ὅρων
τῆς Μεσσηνίας
γῆς εἶναι
αὐτούς
(..)»).
-
Το 83 μ.Χ. ο
Πολυθεϊστής
αυτοκράτορας
Δομιτιανός
εξόρισε από τη
Ρώμη όλους τους
φιλοσόφους λ.χ.
τον Επίκτητο (Γιάνη
Κορδάτου, Ιστορία
της Αρχαίας
Ελληνικής
Φιλοσοφίας,
εκδ.
Μπουκουμάνη, σ.
469), καθώς και τους
μαθηματικούς
και τους
αστρολόγους.
-
Για την
εξαφάνιση του
έργου του
Δημόκριτου
αναφέρεται από
αρχαίους
συγγραφείς ότι
πρωτοστατούσε
ο ίδιος ο
Πλάτωνας.
Συγκέντρωσε τα
βιβλία του
Δημόκριτου και
θέλησε να τα
κάψει. «Μα
ο Αμύλκας και ο
Κλεινίας, δύο
Πυθαγόρειοι, το
εμπόδιζαν,
λέγοντάς του
ότι δεν έχει
τίποτα να
ωφεληθεί
επειδή πολλοί
τώρα πια έχουν
στα χέρια τους
βιβλία του
Δημόκριτου»
(Διογένης Λαέρτιος,
IX,
40).
-
Ο Πρόκλος ήθελε
να αποσύρει από
την κυκλοφορία
όλα τα βιβλία
εκτός από τα Τίμαιος
και Χαλδαϊκά
Λόγια, ώστε να
εμποδίσει να
βλάψουν τους
ανεκπαίδευτους
(Μαρίνου, Βίος
Πρόκλου, 38).
-
«Όταν βρήκε (ο
Αλέξανδρος) τις
Κύριες Δόξες
του Επίκουρου,
που (...) περιέχει
συνοπτικά τα
βασικά σημεία
της φιλοσοφίας
του, το πήγε στο
κέντρο της
αγοράς και το
έκαψε πάνω σε
ξύλα συκιάς
καίγοντας έτσι
δήθεν και τον
ίδιο. Μετά
έριξε τη στάχτη
στη θάλασσα
λέγοντας
μάλιστα το
χρησμό: ξορκίζω
τις αντιλήψεις
του τυφλού
γέροντα
πυρπολώντας
τες» (Λουκιανού,
Αλέξανδρος ή
ψευδομάντης, 47 ).
-
Ο Νέρων το 64 μ.Χ.
καίγοντας τη
Ρώμη έκαψε μαζί
και τις
βιβλιοθήκες
της, που
περιείχαν
πολλά ελληνικά
χειρόγραφα (Σουητώνιου,
Δομιτιανός, 20).
-Οι
Σπαρτιάτες,
σύμφωνα με τον
Βαλέριο Μάξιμο,
απαγόρευσαν τα
βιβλία του
Αρχίλοχου,
επειδή αυτός
σάρκαζε το
σπαρτιατικό
πνεύμα.
-«Είναι
τολμηρό να
υποθέσουμε πως
δεν έγιναν
άλλες διώξεις
πέρα από τις
περιπτώσεις
που συνέβηκε να
ακούσουμε οι
ίδιοι. Οι
μελετητές δεν
έχουν προσέξει
αρκετά αυτό που
ο Πλάτωνας
βάζει τον
Πρωταγόρα να
λέει (Πρωτ. 316C-317B),
δηλ. για τους
κινδύνους που
συνοδεύουν το
επάγγελμα των
σοφιστών, που
τους εκθέτει «σε
μεγάλες
αντιζηλίες και
έχθρες και κάθε
λογής διωγμούς».»
(E.R.
Doods,
Οι Έλληνες και
το παράλογο, εκδ.
Καρδαμίτσα, σ. 276).
-Στην
«ανεκτική»
Παγανιστική
Ρωμαϊκή
Αυτοκρατορία,
κατά τη
βασιλεία του
Κλαύδιου ο
Σένεκας
εξορίστηκε από
το 41 μέχρι το 49
στην Κορσική.
Την εποχή του
Νέρωνα ο
Σένεκας
αναγκάστηκε ν’
αυτοκτονήσει
το 65. Ο Μουσώνιος
εξορίστηκε τον
ίδιο χρόνο στη
Γυάρο. Υπό τον
Βεσπασιανό
εξορίζονται
Στωικοί και
Κυνικοί από το 71
μέχρι το 75 μ.Χ.,
ενώ ο Δίων
Χρυσόστομος
που τόλμησε να
επικρίνει τον
αυτοκράτορα
εξορίζεται από
την Ιταλία και
του
απαγορεύεται
να καταφύγει
στην ιδιαίτερη
πατρίδα του, τη
Βιθυνία. Την
εποχή του
Μάρκου
Αυρήλιου (που
διέταξε και
διωγμούς κατά
Χριστιανών)
εξορίζεται ο
φιλόσοφος
Φαβωρίνος, ο
οποίος
κατέφυγε στη
Χίο.
-Ο
φιλόσοφος
Ανάξαρχος
θανατώθηκε από
τον τύραννο
Νικοκρέοντα.
Αυτός τον έβαλε
σε ένα μεγάλο
γουδί και
διέταξε να τον
λειώσουν με
σιδερένιους
κόπανους (Διογένης
Λαέρτιος, IX,
59).
-Ο
φιλόσοφος
Ζήνων ο Ελεάτης
θανατώθηκε από
τον τύραννο
Νέαρχο (Διογένης
Λαέρτιος, IX,
26).
-Ο
φιλόσοφος
Ξενοφάνης
εξορίστηκε από
τους κατοίκους
της πατρίδας
του (Διογένης
Λαέρτιος, IX,
18).
-Οι
Πυθαγόρειοι
κυνηγήθηκαν
άγρια όπως κι ο
ίδιος ο
Πυθαγόρας
(βλ. Πορφύριου, Πυθαγόρου
βίος, 56-57). Αυτούς
τους «ελάχιστους»
και προφανώς «πολύ
ασήμαντους»
Έλληνες
φιλοσόφους
καταδίωξαν οι
Ειδωλολάτρες-Πολυθεϊστές
της Αρχαίας
Ελλάδας.
Πώς
θα
δικαιολογήσουν
οι «αρχαιολάτρες»
αυτούς τους
διωγμούς
εναντίον των
Ελλήνων
Φιλοσόφων;
Μήπως θα πουν
ότι ήταν προϊόν
πολιτικών
παιχνιδιών; Και
ίσως γίνει
δεκτό πως τον
φίλο του
Περικλή
Αναξαγόρα ή τον
Σωκράτη οι
Παγανιστές
τους δίωξαν
λόγω πολιτικών
συμφερόντων.
Ακόμα και σε
αυτές τις
περιπτώσεις, το
ότι η επίσημη
πρόφαση του
διωγμού ήταν η
θρησκεία, αυτό
σημαίνει πολλά
για την ύπαρξη
παγανιστικού
φανατισμού του
όχλου τον 5ο π.Χ.
αι., ο οποίος
χρησιμοποιήθηκε
για πολιτικά
παιχνίδια. Οι
υπόλοιποι
φιλόσοφοι όμως,
που (επίσης)
αντιτίθεντο
στις
παγανιστικές
αντιλήψεις;
Ήταν κι αυτοί
θύματα «πολιτικών
σκοπιμοτήτων»;
Ήταν, θα πουν οι
Νεοπαγανιστές.
Ώστε έτσι. Ενώ
οι διωγμοί κατά
των Παγανιστών
αξιωματούχων
τον 4ο μ.Χ.
αιώνα δεν
έγιναν λόγω «πολιτικών
σκοπιμοτήτων»,
αλλά λόγω «θρησκευτικού
φανατισμού»;
Δύο μέτρα και
δύο σταθμά
λοιπόν έχουν οι
Νεοπαγανιστές;
Όποτε
τους συμφέρει
οι διώξεις
είναι προϊόν
πολιτικών
σκοπιμοτήτων,
κι όποτε δεν
τους συμφέρει
είναι προϊόν
θρησκευτικού
φανατισμού;
Παρ’
όλο που είναι
άγνωστο στους
περισσότερους,
τον 5ο αι. π.Χ.
ψηφίστηκε (Ψήφισμα
του μάντη
Διοπείθη) από
τους
Παγανιστές
νόμος στην
Αρχαία Αθήνα
κατά εκείνων (=φιλοσόφων)
που «δεν
πίστευαν στα
θεία και
διέδιδαν
θεωρίες για τα
ουράνια
φαινόμενα» (Πλουτάρχου
Περικλής, 32) με
ποινές την
εξορία, το
θάνατο και το
κάψιμο των
συγγραμμάτων (Nauk,
Fragm. Trag. Gracc. 2η έκδοση,
σελ. 771).
Βάσει
αυτού του νόμου
(κι όχι
αυθαίρετα ή
παράνομα)
καταδικάστηκαν
οι παραπάνω
φιλόσοφοι και ο
Σωκράτης.
Τι
έχουν να πουν
οι Ν/Π για τα
παρακάτω:
Μερικοί
οχλοκρατικοί
βανδαλισμοί
Ελλήνων
ειδωλολατρών
κατά μνημείων,
που διασώθηκαν
επειδή
καταγράφηκαν, (μόνο
στους
Ελληνιστικούς
χρόνους), είναι
τουλάχιστον 60. (Dieter
Metzler, Bildersturme und Bilderfeindlichkeit in der Antike (στο
Martin Warnke, Bildersturm. Die Zesturung des Kunstwerks, Frankfurt 1988, σ.
15).
-Κατά
τον Φωκικό
πόλεμο (348 π.Χ.) οι
Φωκιείς μετά
την ήττα τους
από τους
Θηβαίους,
κατέφυγαν
ικέτες στον ναό
τού Αββαίου
Απόλλωνος. Αλλά
οι Θηβαίοι τους
έκαψαν μαζί με
το ιερό και τα
έργα τέχνης,
για δεύτερη
φορά μετά τους
Μήδους (Παυσανίας,
10, 35, 3).
-Τον
219 π.Χ. ο στρατηγός
των Αιτωλών
Δωρίμαχος,
πυρπόλησε το
ιερό της
Δωδώνης,
κατέστρεψε τα
αναθήματα, και «κατέσκαψε
την ιεράν
οικίαν». (Πολύβιου,
Ιστορίαι, 4, 67, 3). Με
τη σειρά τους
οι Μακεδόνες (υπό
τον Φίλιππο Ε΄),
εισβάλλουν στο
Θέρμον και
επιδίδονται σε
χειρότερες
βαρβαρότητες.
Μετά τη
λεηλασία της
περιοχής,
πυρπόλησαν τις
στοές των ναών
και
κατέστρεψαν τα
αφιερώματα, που
ήταν πολύτιμα
έργα
εξαιρετικής
τέχνης. «ὄντα
πολυτελῆ ταῖς
κατασκευαῖς
καὶ πολλῆς
ἐπιμελείας
ἔνια
τετευχότα καὶ
δαπάνης».
Ξεθεμελίωσαν
τα κτίρια,
γκρέμισαν τα
αγάλματα που
υπολογίζονταν
σε δύο χιλιάδες,
και προχώρησαν
στον
θρυμματισμό
τους, εκτός από
εκείνα που στο
βάθρο είχαν
εγχάρακτα τα
ονόματα των
θεών, από
ευλάβεια ή φόβο.
«Ἀνέτρεψαν
δὲ τοὺς
ἀνδριάντας
ὄντας οὐκ
ἐλάττους
δισχιλίων»
(Πολύβιου, Ιστορίαι,
5, 9). Όλα αυτά
έγιναν με
εντολή του
Φιλίππου και
των συνεργατών
του «τοὺς
περὶ αὐτὸν
φίλους»,
που πίστευαν
ότι ενεργούν «δικαίως
καὶ
καθηκόντως».
Κατά τον
Μεγαλοπολίτη
ιστορικό, οι
καταστροφές
αυτές, δεν
αποτελούν
βάρβαρες
πράξεις «αναγκάζουσιν
οι του πολέμου
νόμοι και τα
τούτου δίκαια». (Πολύβιου
Ιστορίαι, 5, 11, 3).
Ώστε δεν
αποτελούν
βαρβαρότητα,
σύμφωνα με τους
Παγανιστές οι
πράξεις αυτές.
Άμα όμως τις
κάνουν οι
Χριστιανοί,
τότε αποτελούν!
-To
219 π.Χ., οι
Αιτωλείς, με
επικεφαλής τον
Σκόπα,
εισβάλλουν στη
Μακεδονία,
κυριεύουν το
Δίον,
παραδίδουν στο
πυρ τις στοές
γύρω από τον
ναό, και
ανατρέπουν
όλους τους
ανδριάντες. «Ἐνέπρησε
τὰς στοὰς τὰς
περὶ τὸ
τέμενος καὶ τὰ
λοιπὰ
διέφθειρε τῶν
ἀναθημάτων,
ἔτρεψε δὲ τὰς
εἰκόνας τῶν
βασιλέων
ἁπάσας»
(Πολύβιου, Ιστορίαι,
4, 62, 2-3).
-Το
201 π.Χ., ο Φίλιππος
εισβάλλει στη Μ.
Ασία, κυριεύει
την Πέργαμο
όπου ηγεμόνευε
ο Άτταλος Α΄,
και με λυσσώδη
οργή «λυττῶντι
τῷ θυμῷ»,
(όπως γράφει ο
Πολύβιος),
καταστρέφει
μνημεία και
έργα τέχνης. «Εἰς
τὰ τῶν θεῶν
τεμένη
διετίθετο τὴν
ὀργήν».
Δεν αρκείται
όμως στον
εμπρησμό και
την
κατακρήμνιση
των ναών, των
βωμών και των
αγαλμάτων.
Κατασυντρίβει
και τους λίθους
για να μην
ξαναχτιστούν
τα
ξεθεμελιωμένα
ιερά: «πρὸς
τὸ μηδὲν
ἀνασταθῆναι
τῶν
κατεφθαρμένων».
Πελέκησε ακόμα
και τα ιερά
άλση. (Πολύβιου,
Ιστορίαι, 21, 1).
-Το
200 π.Χ., ο Φίλιππος
πάλι,
κατέστρεψε και
τα έργα τέχνης
της Αττικής
κατά την
εισβολή του.
Όπως
κατήγγειλαν οι
Αθηναίοι στο
συνέδριο των
Αιτωλών (στο
Θέρμον),
θρήνησαν για
τον χαλασμό του
τόπου τους, για
τον αφανισμό
της σοδειάς,
την κατεδάφιση
των σπιτιών και
τη λαφυραγωγία.
Αλλά εκείνο που
τους
συγκλόνισε και
τους εξαγρίωσε,
γράφει ο Λίβιος,
ήταν οι βέβηλες
και ανίερες
πράξεις του
Μακεδόνα
μονάρχη. Το
γκρέμισμα των
μνημείων, η
βεβήλωση των
ιερών, η
καταπάτηση
κάθε θείου και
ανθρώπινου
νόμου. «Κατέστρεψε
τα προγονικά
ιερά που
στόλιζαν και
τον μικρότερο
δήμο (της
Αττικής),
πυρπόλησε
όλους τους
ναούς,
ακρωτηρίασε τα
αγάλματα των
θεών που
κατάκεινται
σήμερα ανάμεσα
στις
γκρεμισμένες
πύλες των ναών» (Λίβιου
Τίτου Ρωμαϊκή
ιστορία ΧΧΧΙ, 30).
Η εικόνα που
εξεπίτηδες
δίνουν οι
εχθροί της
ελληνικής
Ρωμανίας είναι
ότι τα αρχαία
μνημεία ήταν
σχεδόν άθικτα
ώς την εποχή (380 μ.Χ.)
που
επικράτησαν οι
Χριστιανοί, και
τότε μόνον
καταστράφηκαν
ή λεηλατήθηκαν
αυτά. Αυτή η
εικόνα δεν
είναι απλώς
λανθασμένη
ούτε προϊόν
συγχωρήσιμης
άγνοιας˙ είναι
συνειδητή
παραχάραξη της
ιστορικής
πραγματικότητας.
Σκοπός της: να
κατηγορηθεί ο
Χριστιανισμός.
-Ο
Μαρκέλλος, το 212 π.Χ.,
αφάνισε τις
Συρακούσες
μεταφέροντας
όσα
καλλιτεχνήματα
δεν
καταστράφηκαν
στη Ρώμη (Πλούταρχου,
Μαρκέλλος).
-Μεταξύ
197-194 π.Χ. οι Ρωμαίοι
πολυθεϊστές με
τον Τίτο
Φλαμινίνο
λεηλάτησαν
τόσο πολύ τη
Βόρεια Ελλάδα,
ώστε οι
κάτοικοι της
Ρώμης
απαλλάχτηκαν
επί δεκαετίες
από κάθε
φορολογία.
-To
189 π.Χ. ο Marcus
Fulvus
Nobilior
μετέφερε από
την Αμβρακία
στη Ρώμη 785
χάλκινα και 230
μαρμάρινα
αγάλματα,
σύνολο 1015 (Τίτος
Λίβιος, XXXIX,
5).
-Το
171 π.Χ. ο Lucretius
Gallus
κατά την
εκστρατεία του
κατά της
Μακεδονίας
καταλεηλάτησαν
τα έργα τέχνης
των Αβδήρων,
της Εύβοιας και
της Βοιωτίας (Τίτος
Λίβιος, XLIII,
4-7).
-Το
168 π.Χ., όταν οι
Ρωμαίοι
πολυθεϊστές
κατέλυσαν το
Μακεδονικό
κράτος,
παρέλασαν στη
Ρώμη 250 άμαξες
φορτωμένες με
ανδριάντες,
γλυπτά,
ζωγραφικούς
πίνακες (Πλούταρχου,
Αιμίλιος
Παύλος). Όταν
κατεστάλη η
εξέγερση των
Μακεδόνων, στα 148
π.Χ., οι Λατίνοι
ξανά
λεηλάτησαν τη
Μακεδονία. Τότε
μεταφέρθηκαν
οι ανδριάντες
των εφίππων
εταίρων του
Αλεξάνδρου που
έπεσαν στον
Γρανικό.
-Το
146 π.Χ. η Κόρινθος
ξεθεμελιώνεται
και όσα
καλλιτεχνήματα
δεν
αφανίστηκαν
μεταφέρθηκαν
στην Ιταλία. Ο
Στράβων
αναφέρει ότι τα
πλείστα και
άριστα από τα
καλλιτεχνήματα
των
ειδωλολατρικών
ναών της Ρώμης
και των γύρω
πόλεων
προέρχονταν
από τη λεηλασία
αυτήν.
-O
Μόμμιος
αρπάζει τον
Έρωτα των
Θεσπιών,
δημιούργημα
του Πραξιτέλη.
-Το
132 π.Χ. αρχίζουν
στη Ρώμη οι
πλειστηριασμοί
των
καλλιτεχνημάτων
της Περγάμου (Πλίνιου,
Φυσική
Ιστορία, XXXIV,
48).
-Το
103 π.Χ. ο Λικίνιος
Κράσσος
μετέφερε από
την Αθήνα
μεγάλο αριθμό
αγαλμάτων και
κιώνων (Πλίνιος,
XVII,
6).
-Τον
1ο π.Χ. αι. η
Κιλικία και η
Κρήτη έγιναν
ορμητήρια
πειρατών. Αυτοί
κατέστρεψαν το
Ηραίον στη Σάμο,
λεηλάτησαν τα
ιερά της
Σαμοθράκης,
κατέστρεψαν το
μαντείο του
Απόλλωνα στην
Κλάρο, το ναό
των Βραγχιδών
στους Διδύμους
της Μιλήτου, το
ιερό της
Χθονίας
Δήμητρας στην
Ερμιόνη, του
Ασκληπιού στην
Επίδαυρο και
στο Ταίναρο,
της Ήρας στο
Άργος, του
Απόλλωνα στο
Άκτιο. Το 69 π.Χ.
πειρατές
κατέστρεψαν ό,τι
απέμεινε στη
Δήλο.
-Ο
Σύλλας άρπαξε
το εξ
ελεφαντοστού
άγαλμα της
Αθηνάς από τις
Κλαζομενές,
πίνακες του
Ζεύξιδος, το
κολοσσιαίο
άγαλμα του
Απόλλωνα από
την Απολλωνία
του Πόντου. Ο
Αύγουστος
μετέφερε από
την Τεγέα στη
Ρώμη το άγαλμα
της Αλέας
Αθηνάς (Παυσανίας,
8, 46, 1).
-Για
να εκδιώξουν
τους πειρατές,
οι Ρωμαίοι
κατέλαβαν και
ρήμαξαν την
Κρήτη, το 69 π.Χ.,
και, όπως
γράφουν ο
Στράβων (1, 477), ο
Κικέρων (Pro
Murena,
35, 74) και ο
Ευτρόπιος (6, 11)
ερημώθηκαν οι
πόλεις και τα
χωριά του
νησιού. Τα ίδια
έγιναν το 58 π.Χ.
στην Κύπρο.
-Το
87 π.Χ. οι Ρωμαίοι,
με τον Σύλλα
και τον
Λούκουλλο
εξεστράτευσαν
στην Ελλάδα,
για να
αντιμετωπίσουν
τον Μιθριδάτη.
Οι δύο
στρατηγοί
έχοντας ανάγκη
χρημάτων
άρπαξαν τα
χρυσά
αναθήματα που
βρίσκονταν
στην Επίδαυρο,
την Ολυμπία,
στους Δελφούς.,
όπου «πολὺν
ἄργυρον καὶ
χρυςὸν, ἔτι δὲ
καὶ τὴν ἄλλων
πολυτελῆ
κατασκευὴν
ἀναλαβὼν
ἤθροισε
χρημάτων
πλῆθος»
(Διόδωρος
Σικελιώτης, 38, 7).
Πυρπόλησαν
ιερά άλση στην
Αττική και
κατέστρεψαν
την Ακαδημία
και το Λύκειο. Ο
Μιθριδάτης
κατέστρεψε τη
Δήλο, που είχε
μείνει πιστή
στους Ρωμαίους.
Ο Σύλλας
κατέστρεψε τον
Πειραιά και
ισοπέδωσε
ολόκληρες
πόλεις (Πλούταρχου,
Σύλλας, 14 και 26).
Αφαίρεσε
κίονες και
κιονόκρανα απ’
το ναό του Δία
στην Αθήνα (Πλίνιος,
XXXVI,
45). Στο ιερό της
Αθηνάς στις
Αλκομενές της
Βοιωτίας
άρπαξε το
λατρευτικό
άγαλμα. Έκτοτε
το μεγάλο
βοιωτικό ιερό
έσβησε (Στράβων,
9, 413).
-Ο
Verres
σύμφωνα με
τον Κικέρωνα (Actiio
in
C.
Verrem
secunda)
έκλεψε από τον
Παρθενώνα
μεγάλο αριθμό
χρυσών
αναθημάτων. Στη
Χίο αρπάχτηκαν
αγάλματα. Από
την Τένεδο
κλέβεται το
λατρευτικό
άγαλμα του
Τένητος, που
εκτίθεται στο Forum
της Ρώμης.
Ακολουθεί
αρπαγή του
αγάλματος της
Ήρας από το ναό
της στη Σάμο.
-Κατά
τους β’ και γ’
Μιθριδατικούς
πολέμους η
Ελλάδα υπέστη
πολλές
καταστροφές.
Μόνο από τη
Ρόδο οι Ρωμαίοι
ειδωλολάτρες
άρπαξαν περί τα
5000 αγάλματα και
άλλα 500 από τους
Δελφούς.
-Κατά
τους εμφύλιους
πολέμους
μεταξύ Καίσαρα
και Πομπηίου,
το 48 π.Χ. οι
Ρωμαίοι
άρπαξαν 3000 έργα
τέχνης από τη
Ρόδο. Τα Μέγαρα
αφανίστηκαν
από τον στρατό
του Καίσαρα.
-Κατά
τον Σουετώνιο (Αύγουστος,
71), ο Αύγουστος
έλειωσε όλα τα
έργα τέχνης από
χρυσό και
άργυρο, τα
οποία βρήκε
στην
Αλεξάνδρεια.
Στον πόλεμο
Αντώνιου-Οκταβιανού,
αφού
επικράτησε ο
δεύτερος,
εκδικήθηκε
τους Αρκάδες
συμμάχτους του
πρώτου,
λεηλατώντας το
ιερό της Αλέας,
αρπάζοντας το
πανάρχαιο
άγαλμα της
Αθηνάς (6ος π.Χ.
αι.), έργο του
Ενδοίου καθώς
και τα δόντια
του μυθικού
καλυδώνιου
κάπρου (Παυσανίας,
8, 46, 1).
-Επί
Μάρκου
Αυρήλιου
βάρβαροι από τη
Βοημία και τη
Μοραβία
λεηλατούν τη
Θράκη και τη
Μακεδονία
προτού
νικηθούν στην
Ελάτεια, το 161 μ.Χ.
-Ο
Νέρωνας είχε
στείλει ειδικό
απεσταλμένο,
τον Σεκούνδο
Καρία, στην
Ελλάδα και την
ελληνική Μικρά
Ασία, για..
σαφάρι
καλλιτεχνημάτων
και αγαλμάτων,
το οποίο ήταν
εξαιρετικά
αποδοτικό. Από
την Ολυμπία
άρπαξε εκτός
άλλων τα
αγάλματα του
Οδυσσέα, του
Δία, του
Διόνυσου και
του Ορφέα (Παυσανίας,
5, 26, 3-4). Από τους
Δελφούς άρπαξε
άλλα 500 αγάλματα,
σύμφωνα με τον
Παυσανία.
Αυτά
τα λίγα για την
καταστροφή των
αρχαίων
καλλιτεχνημάτων,
από Έλληνες και
Ρωμαίους, πριν
την επικράτηση
του
Χριστιανισμού.
Αν
συνυπολογίσουμε
στα
κατεστραμένα 1)
τα λεηλατημένα
και τα
κατεστραμένα
κατά το δρόμο
προς τη Ρώμη (π.χ.
ναυάγια πλοίων
φορτωμένων με
αγάλματα,
πίνακες,
πολύτιμα
μέταλλα και
κίωνες), αν
συνυπολογίσουμε
2) τις
καταστροφές
αγαλμάτων που
διέπραξαν οι
Σταυροφόροι
στην
Κωνσταντινούπολη,
το 1204, οι Τούρκοι
και οι Άραβες
στη Μ. Ασία και
την Μέση
Ανατολή, οι
Δυτικοί «περιηγητές»
και
τυχοδιώκτες
επί
Τουρκοκρατίας (Έλγιν,
Μοροζίνης ο
οποίος
βομβάρδισε και
κατέστρεψε το 1687
τον Παρθενώνα)
που άρπαζαν
έργα τέχνης, αν,
τέλος,
συνυπολογίσουμε
3) τα έργα τέχνης (ναοί
και αγάλματα)
που
καταστράφηκαν
απλώς από τη
φθορά του
χρόνου (ερήμωση
περιοχών,
εισβολές
βαρβάρων στην Α.
Μεσόγειο,
σεισμοί) τότε
ασφαλώς
προκύπτει ότι
ήταν ελάχιστα
αυτά που
κατέστρεψαν οι
Χριστιανοί της
Ρωμανίας˙ κι
όσα
καταστράφηκαν
ήταν ελάχιστα
και η
καταστροφή
τους έγινε κατά
βάση από μη
ελληνικής
καταγωγής
Χριστιανούς
Ασιάτες˙
δηλαδή
πραγματική
αιτία ήταν οι
υπόγειες
εθνικές
συγκρούσεις κι
όχι ο
Χριστιανισμός.
Αλλά και ούτε
και για τις
λίγες
περιπτώσεις
των ελληνικής
καταγωγής
βανδάλων
ευθύνεται ο
Χριστιανισμός,
ο οποίος
καταδικάζει τη
βία.
Οι
Νεοπαγανιστές
τονίζουν με
έμφαση τις
καταστροφές
αρχαίων ναών
λόγω των
διατάξεων του
Θεοδοσίου Α’.
Όμως αυτές οι
κατά του
παγανισμού
απαγορευτικές
διατάξεις του
Θεοδόσιου Α’,
που
πρωτοεκδόθηκαν
το 391,
εφαρμόστηκαν
κυρίως στην
υπαρχία
Ανατολής (κυρίως
στην Αίγυπτο)
και ελάχιστα
στην Ελλάδα, η
οποία ήταν
τμήμα της
υπαρχίας
Ιλλυρικού.
Γράφει
χαρακτηριστικά
ο Γερμανός
ιστορικός F. Gregorovius
ότι από τα
έδικτα του
Θεοδόσιου Α’, η
Ελλάδα έπαθε τα
λιγώτερα
συγκριτικά με
όλη την υπόλοιπη
Ρωμαϊκή
Αυτοκρατορία,
κι ότι ο
Χριστιανισμός
επικράτησε
ειρηνικά στην
Αθήνα. Πολλοί
ονομαστοί
αρχαίοι ναοί
στον ελλαδικό
χώρο μάλιστα
έπεσαν πολύ
αργότερα, από
σεισμούς και
άλλες
θεομηνίες κι
όχι από
βανδαλισμούς: «Ἐκ
τοῦ τοιούτου
βανδηλισμοῦ
[που έγινε
βάσει των
εδίκτων του
Θεοδόσιου] ἥκιστα
παςῶν τῶν
χωρῶν ἔπαθεν ἡ
ἀρχαία Ἑλλάς.
Κυρίως δ’ αἱ
Ἀθῆναι
ἔμειναν
ἀπηλλαγμέναι
καταστροφῶν. Οὐδὲν
τῶν μεγάλων
ἱερῶν τῶν ἐν
Ἀθήναις
ὀνομαστῶν
κατέπεσε τότε.
(...) Ὁ
Χριστιανισμὸς
ἀνεδείχθη
ἴσως ἐν
Ἀθήναις
εὐλαβέστερος
πρὸς τὰ
μνημεῖα τῆς
ἀρχαίας
τέχνης ἢ
ἀλλαχοῦ ἐν
ταῖς πόλεσι
τῆς ῥωμαϊκῆς
αὐτοκρατορίας.
Ἐξαιρουμένων
ἐνίων
καταστροφῶν
καλλιτεχνημάτων
καὶ ἱερῶν, πρὸς
ἃ εἶχε μετ’
ἰδιαζούσης
ἐμμονῆς
συμφυῆ ἡ
ἀρχαία πίστις, ἡ
νικῶσα
θρησκεία
φαίνεται
λαβοῦσα
κατοχὴν τῶν
Ἀθηνῶν ἐν
εἰρήνῃ (...)
Οἱ
ἀρχαῖοι ναοὶ
τῶν Ἀθηνῶν οἱ
μεταβληθέντες
εἰς ἐκκληςίας,
ἐν οἷς
αὐτόχρημα οἱ
λαμπρότατοι,
δεικνύουσιν
ἀκόμη καὶ τὴν
σήμερον
ὁπόσον
μεγάλην
εὐλάβειαν
ἐπέδειξαν οἱ
Ἀθηναῖοι κατὰ
τὴν εἰς
ἐκκληςίας
μετασκευὴν
αὐτῶν (...)
Ἡ
καταστροφὴ
τοῦ
Ὀλυμπίειου
δὲν δύναται
νἀποδοθῇ εἰς
τὸν
βανδηλισμὸν
Βυζαντίνου
ἀνθυπάτου ἢ
εἰς τὸν εὐσεβῆ
ζῆλον
ἐπισκόπου
τινός. Τὸ
γιγάντειον
κτίριον τοῦ ἐκ
τῶν χρόνων τοῦ
Ἀδριανοῦ
Ὀλυμπιεῖον
μόνον ὑπὸ
θεομηνίας
εἶνε πιθανὸν
ὅτι
κατεθρυμματίσθη
(...) Πολλοὶ
δὲ ναοὶ
κατεστράφησαν
ὑπὸ σεισμῶν,
καὶ δὴ ἐν
ἐπιγενεστέρῳ
χρόνῳ
[ὁ τοῦ Διὸς ἐν
Ὁλυμπίᾳ τὸν
ἕκτον αἰῶνα
καὶ] ὁ
ὀνομαστὸς ἐν
Κυζίκῳ μετὰ
τὸν ἑνδέκατον
αἰῶνα
ὑπερμεσοῦντα»
(F.
Gregorovius, Ιστορία των
Αθηνών,
Βιβλιοθήκη
Μαρασλή, Αθήναι
1904, τ.
1, σ. 97, 128, 133).
Όσο
για τον Αλάριχο,
ο Gregorovius αναφέρει
ότι είναι
υπερβολή να
πιστεύουμε ότι
ο Αλάριχος είχε
σκοπό να
καταστρέψει τα
ιερά. Πράγμα
λογικό, αφού ο
Αλάριχος το
πλιάτσικο μόνο
είχε κατά νου: «Οὐδεὶς
ἱστορικὸς
μαρτυρεῖ, ὅτι ὁ
βασιλεὺς τῶν
βαρβάρων
ἐξηκόντισε
τὸν πυρςὸν τοῦ
ἐμπρησμοῦ εἰς
τὸ ἱερὸν τῆς
Δήμητρος.
(...) Ὑπερβάλλουσι
δεινῶς τὰ
πράγματα οἱ
θεωροῦντες
αὐτοὺς
προβάντας
ἐξεπίτηδες
εὶς σκόπιμον
καταστροφὴν
τῶν ἱερῶν,
ἀνάγοντες δ’
εἰς τὸν
Ἀλάριχον τὴν
ἐξολόθρευσιν
τῶν ἐθνικῶν
θεῶν τῶν
Ἑλλήνων»
(F. Gregorovius, Ιστορία
των Αθηνών,
Βιβλιοθήκη
Μαρασλή, Αθήναι
1904, τ.
1, σ. 101, 103).
Γράφει
ο Gregorovius:
«Αἱ
Ἀθῆναι ἔπαθον
κατὰ τὴν ὑπὸ
τῶν
Οὐσιγότθων
κατάκτησιν
προφανῶς
ὀλιγώτερα ἢ ἐν
τοῖς χρόνοις
τοῦ Δεξίππου.
Καὶ αὐτοὶ δ’
ἐκεῖνοι οἱ
ἱστορικοὶ οἱ
ποιούμενοι
λόγον περὶ τῆς
ἁλώσεως τῆς
πόλης οὐδὲν
λέγουσι περὶ
δῃώσεως αὐτῆς»
(F. Gregorovius, Ιστορία
των Αθηνών,
Βιβλιοθήκη
Μαρασλή, Αθήναι
1904, τ.
1, σ. 105).
Ο
Gregorovius
αμφισβητεί τις
ασυναρτησίες
των
Νεοπαγανιστών,
πως τάχα οι «Βυζαντινοί»
σκόπευαν στην
καταστροφή της
αρχαίας
Ελλάδας και γι’αυτό
συνέβη η
εκστρατεία του
Αλάριχου.
Τονίζει ακόμη ο
Γερμανός
ιστορικός, ότι
οι λόγοι που
άργησε να
αντιδράσει η
εξουσία κατά
του Αλάριχου
ήταν, πρώτον η
δολοφονία του
Ρουφίνου, η
οποία
αποδιοργάνωσε
τη διοίκηση του
κράτους, και
δεύτερον η
δυσπιστία του
Αυτοκράτορα
προς τον
Στηλίχωνα –
φοβόταν ότι κι
αυτός θα
συμμαχούσε με
τον ομοεθνή του
Αλάριχο, αντί
να τον
καταδιώξει: «Ὁ
Στελίχων εἶχε
σπεύσει μετὰ
τῆς
αὐτοκρατορικῆς
στρατιᾶς ἀπὸ
τῶν
Μεδιολάνων [Μιλάνο]
εἰς τὴν Ἑλλάδα
καὶ
ἀκολουθήσει
τοὺς Γότθους
διὰ τῆς Πίνδου,
ἀλλ’ ὁ
φιλύποπτος
Ἀρκάδιος
ἐκέλευσεν
αὐτὸν νὰ
ἐγκαταλίπῃ
τὰς χώρας τοῦ
ἀνατολικοῦ
ῥωμαϊκοῦ
κράτους.
(...) Ἡ
δὲ τεραστία
καταστροφὴ ἡ
ἐπακολουθήσασ’
ἀπ’ ἐναντίας
τότ’ ἐν Ἑλλάδι
δὲν ὑπῆρξε
τόσον
ἀποτέλεσμα
τῆς παρὰ
Ρουφίνου
προδοςίας, ὅσῳ
μᾶλλον τῆς
ἀνικανότητος
τῶν
Βυζαντίνων
περὶ τὸ
πολιτεύεσθαι
καὶ τοῦ ἀμάχου
αὐτῶν τῶν
Ἑλλήνων. Αὐτὸς
δ’ ο Ρουφίνος
ἔπεσεν ἐν
Κωνσταντινουπόλει
τῇ 27 Νοεμβρίου 395
ὑπὸ τοῦ ξίφους
τοῦ Γαϊνᾶ˙ ὁ
δὲ φόνος αὐτοῦ
παρέλυσε πρὸς
ὥραν τὴν
δύναμιν τῆς
κυβερνήσεως,
καθ’ ὂν χρόνον
ὁ Ἀλάριχος ἀπ’
ἐναντίας
διέβαινε τὰς
Θερμοπύλας»
(F.
Gregorovius, Ιστορία των
Αθηνών,
Βιβλιοθήκη
Μαρασλή, Αθήναι
1904, τ.
1, σ. 99).
«Οι
εν
Κωνσταντινουπόλει
φοβηθέντες
υπέδειξαν στον
Αλάριχο να
κάμει τας
επιδρομάς του
προς το
Ιλλυρικόν, το
οποίον έπρεπε
κατά τον
Στιλίχωνα να
ανήκει εις την
Δύσιν. Τούτο
ηνάγκασε τον
Στιλίχωνα να
έλθει εις το
Ιλλυρικό, χωρίς
όμως να προβεί
εις οριστικόν
αγώνα (...). Οι εν
Κωνσταντινουπόλει
ήσαν
απησχολημένοι
με τους Ούννους,
οι οποίοι είχαν
εισβάλει δια
του Καυκάσου
εις την Μικράν
Ασίαν, και δεν
έσπευσαν
εγκαίρως να
κτυπήσουν τον
Αλάριχον» (Κ.
Αμάντου, Ιστορία
του Βυζαντινού
Κράτους,
τύποις Αθ. Α.
Παπασπύρου,
Αθήνα 1939, σ. 74, 75).
Με
άλλα λόγια, οι
ισχυρισμοί των
Νεοπαγανιστών
ότι δήθεν οι
Βυζαντινοί
ήθελαν την
καταστροφή της
Ελλάδας κι ότι
αδιαφόρησαν
για την
λεηλασία του
Αλάριχου είναι
απολύτως
αβάσιμοι και
κακόβουλοι. Το
κράτος είχε
παραλύσει με τη
δολοφονία του «πρωθυπουργού»
Ρουφίνου κι ο
αυτοκράτορας
Αρκάδιος
απομάκρυνε τον
Γότθο
Στελίχωνα μόνο
επειδή
υποψιαζόταν
πως ο
τελευταίος θα
συμμαχούσε με
τον ομοεθνή του
Αλάριχο. Όταν
πείστηκε ότι
αυτό δε θα
γινόταν,
διέταξε τον
Στελίχωνα να
κυνηγήσει
και να διώξει
τον Αλάριχο.
Επίσης
βλέπουμε ότι η
κυβέρνηση
ουδόλως
αδιαφόρησε για
την επιδρομή
του Αλάριχου,
αλλά εξαιτίας
της
ταυτόχρονης
εισβολής των
Ούννων στην
Μικρασία, δεν
μπορούσε να
αντιδράσει
πολεμώντας σε
δύο μέτωπα. Γι’
αυτό, οι
ευφυέστατοι
διπλωμάτες
έπεισαν τον
Αλάριχο να πάει
προς το
Ιλλυρικό (Όχι
προς την «Ελλάδα»
όπως
ισχυρίζονται
οι
Νεοπαγανιστές,
διότι το «Ιλλυρικό»
περιελάμβανε
κι άλλες
περιοχές εκτός
από την Ελλάδα,
τουλάχιστον
ίσες σε έκταση
με αυτήν), ώστε
να προκληθεί
διαμάχη μεταξύ
Στιλίχωνα και
Αλάριχου για
την κατοχή του
και να
αλληλοεξουδετερωθούν.
Όμως, φαίνεται
πως ο
μεν Στιλίχωνας
φοβόταν να
εμπλακεί σε
σύγκρουση με
τον Αλάριχο, η
δε κυβέρνηση
της
Κωνσταντινούπολης,
αμέσως μετά
υποψιάστηκε
ότι οι δύο
Γότθοι ίσως
συμμαχούσαν.
Πάντως, παρόλη
την αδυναμία
του κράτους
εκείνη την
στιγμή, και
παρόλη την
παρουσία
Ούννων, Γότθων
του Αλάριχου
και Γότθων του
Στιλίχωνα στα
εδάφη της, η
Ρωμανία
κατόρθωνε κι
εξουδετέρωνε
ένα-έναν τους
ξένους. Είναι
ανόητος, λοιπόν,
ο ισχυρισμός,
ότι οι «Βυζαντινοί»
έστειλαν τον
Αλάριχο στην
Ελλάδα με
εντολή να την
καταστρέψει.
Τέλος,
ο Γρηγορόβιος
αναφέρει ότι
παρ’ όλη την
καταστροφή που
επέφερε ο
Αλάριχος,
πολλές ένδοξες
αρχαιότητες
στην
Πελοπόννησο
είχαν διασωθεί:
«Ἂν
δὲ μετὰ τὴν
γοτθικὴν
δῄωσιν ἤθελεν
ἐπισκεφθῇ τὰς
χώρας τῆς
ἀρχαίας
Ἑλλάδος
δεύτερός τις
Παυσανίας, θὰ
ἤθελε μὲν
εὕρει νέα
ἐρείπια πρὸς
ἀναγραφήν,
ἀλλὰ καὶ
παρατηρήσει
μετ’
εὐχαριστήσεως,
ὅτι πολλαὶ
ἔνδοξαι
ἀρχαιότητες,
καὶ ἐν αὐτῇ τῇ
Πελοποννήσῳ
εἶχον διασωθῇ.
Καὶ περὶ αὐτῆς
δὲ τῆς
Ὀλυμπίας
δύναται νὰ
λεχθῇ τοῦτο»
(F.
Gregorovius, Ιστορία των
Αθηνών,
Βιβλιοθήκη
Μαρασλή, Αθήναι
1904, τ.1,
σ. 107).
Φυσικά,
οι αναφορές των
ειδωλολατρών
ιστορικών σε «μοναχούς»
που συνόδευαν
τον Αλάριχο
αφορούν
τους
αρειανιστές κι
όχι τους
ορθόδοξους
καλόγερους.
Διότι, όχι μόνο
υπήρχε και
αιρετικός
μοναχισμός,
αλλά επιπλέον
δεν ήταν δυνατό,
να δέχεται για
συμμάχους, ο
Αλάριχος, τους
αντιπάλους του,
τους
Ορθόδοξους
μοναχούς.
Είναι
λάθος να
υπερτονίζεται
η χριστιανική (που
ούτε κι αυτό
ισχύει βέβαια˙
αιρετικοί ήταν,
αρειανοί)
ιδιότητα των
Γότθων του 4ου
μ.Χ. αιώνα, για να
ερμηνευθούν οι
καταστροφές
και οι
λεηλασίες που
διέπραξαν στην
Ελλάδα. Οι
Γότθοι
επέδραμαν κατά
της Ρωμαϊκής
Αυτοκρατορίας (και
της Ελλάδας
συγκεκριμένα)
όχι μόνο αφού
εκχριστιανίστηκαν,
αλλά και πολύ
πιο πριν, όταν
ήταν ακόμη
παγανιστές.
Στον 3ο αι. μ.Χ.
είχαν
επεδράμει
πολλές φορές
κατά της
Ελλάδας. Έτσι:
-Το
253 μ.Χ. οι Γότθοι
φτάνουν στην
Έφεσσο.
-Το
254 επέδραμαν
εναντίον της
Ελλάδας.
-Το
262 ερημώθηκε η
Ιωνία και οι
γειτονικές
περιοχές
-το
256 η Βιθυνία και η
βορειοδυτική
Μικρα Ασία
λεηλατήθηκαν.
-το
267 οι Γότθοι
λεηλατούν τη
Δυτική Μ. Ασία,
την Έφεσσο, την
Νικομήδεια, την
Τροία˙
κυριεύουν και
λαφυραγωγούν
το Άργος, το
Βυζάντιο, την
Κύζικο και την
Κόρινθο,
κυριεύουν τον
Πειραιά και τη
Αθήνα και καίνε
βιβλιοθήκες –οι
Παγανιστές
Γότθοι – καθώς
και τον
Παρθενώνα, του
οποίου η στέγη
καταρρέει.
Συμπέρασμα:
οι Γότθοι ήταν
βάρβαροι
επιδρομείς,
είτε ήταν
Παγανιστές
είτε
Χριστιανοί. Η
Ελλάδα τους
προσείλκυε,
λόγω του
πλούτου της,
ανεξαρτήτως
της θρησκείας
που αυτοί
ακολουθούσαν.
Δεν είναι
λογικό να
αποδωθεί η τάση
τους για
επιδρομές κατά
της Ελλάδας
στην (αιρετική)
χριστιανική
τους πίστη,
γιατί αν
αποδιδόταν,
τότε, με την
ίδια λογική,
για τις
επιδρομές του 3ου
αι. θα
ευθυνόταν η
παγανιστική
τους θρησκεία.
Κι άρα τα
επιχειρήματα
των
Νεοπαγανιστών
στρέφονται
εναντίον τους.
Ο
Μέγας
Κωνσταντίνος
έλεγε στους
υπηκόους του «πηγαίνετε
στους βωμούς
και στα δημόσια
ιερά και
τελέστε τις
τελετές κατά
τις συνήθειές
σας» (Θεοδ. Κώδ. IX, 16, 1
και 2, νόμοι του 319
και 320 μ.Χ.)
«Γινόταν
διάκριση
μεταξύ της
νόμιμης
μαγείας, που
έχει ως
αντικείμενο
την υγεία και
τις σοδειές,
και της
παράνομης, που
στοχεύει στο
θάνατο ή την
αποπλάνηση
κάποιου (Θεοδ.
Κώδ. IX, 16, 3,
του έτους 319 μ.Χ.).
Άλλωστε
τέτοιοι
περιορισμοί
απηχούν όντως
το δίκαιο της
Δωδεκαδέλτου
και τη
νομοθεσία της
πρώιμης
Αυτοκρατορίας»
(Pierre Chuvin, Οι
τελευταίοι
Εθνικοί, εκδ.
Θύραθεν, σ. 45).
Για
τα όσα λέει ο
Λιβάνιος
σχετικά με τους
νόμους του
Κωνστάντιου ο
Παπαρηγόπουλος
σχολιάζει: «Αλλά
ότι ο Λιβάνιος
λέει υπερβολές
και ότι ούτε
εκείνοι οι
ρητοί νόμοι (του
Κωνστάντιου)
εκτελέστηκαν,
συμπεραίνεται
από τη συνεχή
επανάληψή τους
και από πολλές
άλλες
αναμφισβήτητες
μαρτυρίες και
γεγονότα.
Επίσης ο
εθνικός
Σύμμαχος
βεβαιώνει ότι ο
ίδιος ο
Κωνστάντιος,
που το 353 εξέδωσε
το νόμο 4, όταν
επισκέφθηκε τη
Ρώμη μετά από 4
χρόνια (357),
διατήρησε
ευλαβικά τα
προνόμια των
Εστιάδων και
γενικά
επέτρεψε ο
ίδιος την
λατρεία» (Κ.
Παπαρηγόπουλου,
Ιστορία του
Ελληνικού
Έθνους, 1885,
επανέκδ. εκδ.
Κάκτος, 1992,
τ. 8,3).
«Η
πολιτική που
χάραξε ο
Αυτοκράτορας
Κωνστάντιος με
τους
αντιπαγανιστικούς
νόμους του τού 356-7
έμελλε να
μείνει νεκρό
γράμμα ώς τον
Θεοδόσιο» (Ιστορία
του Ελληνικού
Έθνους,
Εκδοτικής
Αθηνών Α.Ε., τ.
Ζ', σ. 54).
Τι
λέει ο Gibbon, από την «Ιστορία
της παρακμής
και πτώσης της
Ρωμαϊκής
αυτοκρατορίας»:
«..Υπάρχει
σοβαρός λόγος
να πιστεύουμε
ότι τό το
επίσημο έδικτο
[σημ. :των
Αυτοκρατόρων
Κωνστάντιου
και Κώνστα κατά
των Εθνικών]
είτε εγράφη
δίχως να
δημοσιευθεί,
είτε
εδημοσιεύθη
δίχως να
εκτελεστεί. Η
μαρτυρία των
γεγονότων και
τα μνημεία που
ακόμη είναι σε
ύπαρξη,
αποδεικνύουν
την δημόσια
εξάσκηση της
παγανιστικής
λατρείας καθ’
όλη τη βασιλεία
των γιών του
Κωνσταντίνου.
Στην Ανατολή
καθώς και στη
Δύση, στις
πόλεις καθώς
και στην
επαρχία,
μεγάλος
αριθμός ναών
παρέμεινε
σεβαστός, ή
τουλάχιστον
διασώθηκαν˙
και το ευσεβές
πλήθος ακόμα
απολάμβανε την
πολυτέλεια των
θυσιών, των
τελετών και των
πομπών, με την
άδεια ή την
συγκατάθεση
της δημόσιας
αρχής. Τέσσερα
περίπου χρόνια
μετά την
υποτιθέμενη
ημερομηνία του
φοβερού
έδικτού του, ο
Κωνστάντιος
επεσκέφθη τα
τεμένη της
Ρώμης και η
εντιμότητα της
συμπεριφοράς
του συνιστάται
απο έναν
παγανιστή
ρήτορα ως ένα
παράδειγμα
άξιο μίμησης
από τους
επόμενους
ηγεμόνες. «Ο
αυτοκράτωρ»,
λέει ο Σύμμαχος,
«επέτρεψε να
μείνουν άθικτα
τα προνόμια των
Εστιάδων.
Εγγυήθηκε τη
καθορισμένη
παροχή για να
παράσχει τα
έξοδα των
δημόσιων
τελετών και
θυσιών. Και παρ’
όλο που
ασπάζεται μια
άλλη θρησκεία,
ποτέ δε
σκέφτηκε να
στερήσει την
αυτοκρατορία
από την ιερή
λατρεία της
αρχαιότητας» (E.
Gibbon,
The
decline
and
fall
of
the
Roman
Empire,
Collier
Books,
N.Y.,
N.Y.,
Vol. 1, p. 399).
Ο
Σύμμαχος (επιστολή,
Migne, 18, 391) επαινεί τον
Κωνστάντιο ότι
επικύρωσε τα
προνόμια των
Εστιάδων,
απένειμε
ιερατικά
αξιώματα σε
εξέχοντες
Ρωμαίους και
έδωσε
επιχορηγήσεις
σε εθνικούς
ναούς και
αγώνες.
Ο
Κωνστάντιος
μερίμνησε και
για την εκλογή
εθνικού
πρωθιερέως της
Αφρικής με
ειδικό νόμο του
(C. Th., XII, 1, 46), το έτος 358.
Έτος διωγμών,
κατά τους
Νεοπαγανιστές.
Επίσης,
ο Κωνστάντιος
επεκύρωσε τα
δικαιώματα των
ποντιφήκων επί
της
επιθεώρησης
των ιερών
θεσμών, με νόμο (C.
Th., IX, 17, 2) το έτος 349.
«Η
εφαρμογή των
νόμων (του
Κωνστάντιου)
έγινε σε
περιορισμένο
βαθμό. Οι
εθνικοί εν
πολλοίς
διέσωζαν τη
λατρεία τους με
πλάγια μέσα, τα
οποία εύκολα
μπορεί κανείς
να φανταστεί.
Οι εθνικοί
συμμαχούσαν με
τους αρειανούς,
για να
αποκτήσουν την
εύνοια του
αρειανόφρονα
Κωνστάντιου
και
διατηρήσουν τη
λατρεία τους: «Ἕλληνες
μὲν οὖν ὥσπερ
ὠνούμενοι τῇ
ὑπογραφῇ
(έγγραφο, με το
οποίο μετά το 355
δέχονταν «ὃν
ἂν ἀποστείλῃ
βασιλεὺς»)
τὴν
τῶν εἰδώλων
ἀσυλίαν»
γράφει ο Μέγας
Αθανάσιος (επιστολή
προς Μοναχούς,
55)»
(Βασ.
Κ. Στεφανίδη, Εκκλησιαστική
Ιστορία, 4η
έκδοση 1978, εκδ.
Αστήρ, σ.
146). Με
άλλα λόγια, ο
Λιβάνιος
διαψεύδεται
από πλήθος
ιστορικών.
«Πολλοί
νεώτεροι
ειδικοί
διατείνονται
ότι ο Θεοδόσιος
υπέβαλλε
αυτούς που
παραβίαζαν τον
αντιπαγανιστικό
αυτό νόμο σε «αυστηρότατες
ποινές». Στην
πραγματικότητα
όμως, δεν είναι
διόλου σαφές αν
ο παραπάνω
νόμος όριζε
σκληρότερες
ποινές, από την
επιβολή
προστίμου και
την δήμευση της
περιουσίας. (...)
Ακόμη πιο
ενδιαφέρον
είναι ότι ο
Ονώριος και ο
Θεοδόσιος Β’ (γιοί
του Θεοδόσιου Α’)
επενέβησαν για
να
προστατεύσουν
τους
νομοταγείς
Εθνικούς από
κακοποιήσεις
από μέρους των
φανατικών
χριστιανών και
απαίτησαν
σύμφωνα με νόμο
να
καταβάλλεται
διπλάσια
αποζημίωση για
κλοπή
περιουσιών» (Ιστορία
του Ελληνικού
Έθνους,
Εκδοτικής
Αθηνών Α.Ε., τ.
Ζ', σ.345).
Codex
Theodosianus XVI.10.24 (8 Ιουνίου 423 μ.Χ.)
Αυτοκράτορες Γρατιανός,
Βαλεντινιανός
και Θεοδόσιος
προς
Ασκληπιόδοτο, 'Επαρχο
Πραιτορίου: «(...)
Ιδιαιτέρως
διατάσσουμε
τους
πραγματικούς
χριστιανούς
και αυτούς που
ισχυρίζονται
ότι είναι, να
μην κάνουν
κατάχρηση της
εξουσίας που
τους δίνει η
Εκκλησία και
τολμήσουν να
απλώνουν βίαιο
χέρι επάνω
στους εβραίους
και εθνικούς
που ζουν ήσυχα
και δεν
επιχειρούν
ενάντιο στην
τάξη και στους
νόμους Μας.
Γιατί αν
τέτοιοι
χριστιανοί
φερθούν βίαια
εναντίον
φιλήσυχων
ανθρώπων που
ζουν με
ασφάλεια, ή
λεηλατήσουν τα
αγαθά των, θα
υποχρεωθούν να
αντικαταστήσουν
εις διπλούν,
τριπλούν ή και
ακόμη
τετραπλούν
αυτά που
έκλεψαν.
Επίσης, οι
διοικητές των
επαρχιών, το
προσωπικό τους
και οι κάτοικοι
των επαρχιών
αυτών ας
ενημερωθούν
ότι δεν θα
επιτρέψουν να
διαπραχθεί ένα
τέτοιο έγκλημα.
Αλλιώς, θα
τιμωρηθούν κι
αυτοί με τον
ίδιο τρόπο μ’
αυτούς που
διέπραξαν το
έγκλημα».
Σχετικά
με την τύχη των
αρχαίων ναών
και
οικοδομημάτων,
βάσει των
Ρωμαϊκών νόμων:
Θεοδοσιανός
Κώδικας, XVI,
10, 3, Αυτοκράτωρ
Κωνστάντιος
Αύγουστος προς
Κατουλλίνον,
Έπαρχο της
Πόλεως (1
Νοεμβρίου 342 μ.Χ.):
«Επιθυμία
μας είναι οι
ναοί που
βρίσκονται έξω
από τα τείχη
της πόλης να
παραμείνουν
ακέραιοι και
αλώβητοι. Γιατί,
καθώς κάποια
αθλητικά
παιχνίδια ή
θεάματα του
ιπποδρόμου ή
άλλοι αγώνες
έλκουν την
καταγωγή από
τους ναούς, δεν
αρμόζει να τους
καταστρέφουμε,
αφού σε αυτούς
οφείλεται η
τέλεση εορτών
που
διασκεδάζουν
το λαό της
Ρώμης».
Θεοδοσιανός
Κώδικας, XVI.10.8,
Αυτοκράτορες
Γρατιανός,
Βαλεντινιανός
και Θεοδόσιος
προς Παλλάδιο,
Δούκα της
Οσροηνής (30
Νοεμβρίου 382 μ.Χ.):
«Με
την έγκριση του
δημοσίου
συμβουλίου
διατάσσουμε
ότι οι ναοί
όπου
προηγουμένως
σύχναζαν τα
πλήθη, και που
βρίσκονται
ακόμα σε
δημόσια χρήση,
θα παραμείνουν
ανοικτοί. Έτσι
θα μπορούν τα
πλήθη γηγενών
και επισκεπτών
να βλέπουν το
ναό. Η αξία των
αγαλμάτων, που
βρίσκονται
μέσα στους
ναούς, θα
υπολογίζεται
με βάση την
αισθητική τους
και όχι τον
ιερό τους
χαρακτήρα (..)».
Θεοδοσιανός
Κώδικας, XVI.10.15,
Αυτοκράτορες
Αρκάδιος και
Ονώριος προς
Μακρόβιο,
Βικάριο της
Ισπανίας, και
Προκλιανόν,
Βικάριο των
Πέντε Επαρχιών (29
Ιανουαρίου 399 μ.Χ.):
«(..) επιθυμούμε
και να
διατηρηθούν τα
διακοσμητικά
στοιχεία των
δημοσίων
κτιρίων. Αν
κάποιος
επιχειρήσει να
καταστρέψει
αυτά τα έργα,
δεν θα
βασίζεται σε
καμία εξουσία».
Θεοδοσιανός
Κώδικας XVI.10.18,
Αυτοκράτορες
Αρκάδιος και
Ονώριος προς
Απολλόδωρο,
Ανθύπατο
Αφρικής (20
Αυγούστου 399 μ.Χ.):
«Αν
κάποιος
επιχειρήσει να
καταστρέψει
ναούς, οι
οποίοι είναι
κενοί από
παράνομα
αντικείμενα,
δεν θα έχει την
αυτοκρατορική
υποστήριξη.
Διατάσσουμε
ότι η κατάσταση
των κτιρίων θα
πρέπει να
παραμείνει
αλώβητη (..)».
Ιουστινιανός
Κώδικας I.11.3,
Αυτοκράτορες
Αρκάδιος και
Ονώριος προς
Μακρόβιο και
Βικάριο
Προκλιανό (399 μ.Χ.) :
«Όπως
απαγορεύθηκαν
οι θυσίες, έτσι
θέλουμε να
διατηρήσουμε
τα
διακοσμητικά
στοιχεία των
δημοσίων
κτιρίων.
Όποιος
επιχειρήσει να
καταστρέψει
αυτά τα έργα,
δεν βασίζεται
σε καμία
εξουσία. Αν
τυχόν
εμφανίσει
κάποια
αυτοκρατορική
απάντηση ή νόμο
για να
υπερασπίσει
τον εαυτόν του,
τα έγγραφα αυτά
θα αποσπασθούν
απ’ τα χέρια του
και να
παραπεμφθούν
στη Σοφία Μας».
«Οι
ναοί που
βρίσκονταν σε
αυτοκρατορικά
κτήματα θα
χρησιμοποιούνταν
για άλλες
χρήσεις, ενώ οι
ιδιώτες ήταν
υποχρεωμένοι
να
καταστρέψουν
τα αγάλματα και
τους βωμούς
τους (Θεοδ. Κώδ., XVI,
10, 19 του έτους 408).
Κατά κανόνα οι
αυτοκράτορες
προστάτευαν
την κληρονομιά
τους και
άλλαζαν τη
χρήση της˙
κατέστρεφαν
μόνο τα παλιά
ιδιωτικά ιερά,
επειδή ήταν
δυσκολότερο να
ελεγχθεί αν
χρησιμοποιούνταν
ακόμη για
λατρευτικούς
σκοπούς» (Pierre Chuvin, Οι
τελευταίοι
Εθνικοί, εκδ.
Θύραθεν, σ. 100).
Η
άποψη πως οι
πολλοί αρχαίοι
ναοί
καταστράφηκαν
και πως αυτό
οφείλεται στις
αυτοκρατορικές
διαταγές, με
αποτέλεσμα να
κατηγορούνται
οι
Αυτοκράτορες
για καταστροφή
του ελληνικού
πολιτισμού
είναι μάλλον
αστήριχτη.
Υπάρχει βέβαια
το διάταγμα της
10ης Ιουλίου 399 (Θεοδ.
Κώδ., XVI, 10, 16), που
διατάζει την
καταστροφή των
ναών σε
επαρχιακές
μόνο περιοχές.
Αλλά αμέσως
μετά, τον ίδιο
χρόνο, στις 20
Αυγούστου 399 (Θεοδ.
Κώδ., XVI, 10, 18)
απαγορεύεται η
καταστροφή
ναών που είναι
άδειοι από
αγάλματα και
δεν
χρησιμοποιούνται
για
παγανιστική
λατρεία. Τι
ήθελαν οι
Αυτοκράτορες
να πράξουν στο
ζήτημα της
διατήρησης ή μη
των ναών,
φαίνεται από το
διάταγμα που
εξεδόθη στις 15
Νοεμβρίου 407 ή 408 (Θεοδ.
Κώδ., XVI, 10, 19): «αν
κάποια
αγάλματα
βρίσκονται
ακόμη μέσα
στους ναούς και
τα ιερά και εάν
έχουν δεχθεί ή
δέχονται ακόμη
τη λατρεία των
ειδωλολατρών,
όπου κι αν
συμβαίνει αυτό,
θα ξεριζωθούν
εκ θεμελίων,
αφού
αναγνωρίζουμε
ότι αυτός ο
κανονισμός
έχει
διατυπωθεί και
επικυρωθεί κατ’
επανάληψη πολύ
συχνά. Τα ίδια
κτίρια των ναών
που βρίσκονται
σε πόλεις ή
κωμοπόλεις ή
και έξω από
αυτές, θα
παραχωρηθούν
σε κοινή χρήση.
Παντού οι βωμοί
θα
καταστραφούν
και οι ναοί που
βρίσκονται
μέσα σε
αυτοκρατορικά
κτήματα θα
μεταφερθούν ή
θα δοθούν σε
άλλες πιο
αρμόδιες
χρήσεις. Οι
ιδιοκτήτες
τους θα
υποχρεωθούν να
τους
καταστρέψουν(...)».
Η παγανιστική
θρησκεία καλώς
χάθηκε˙ και τί
νοιάζει τον
καθένα σήμερα:
σημασία έχει αν
διετάχθηκε η
ισοπέδωση των
ναών. Αλλά οι
αυτοκράτορες
δεν σκόπευαν να
καταστρέψουν
τους ναούς.
Συμπέρασμα:
1)
Το
Κράτος
ενδιαφερόταν
να πάψει να
χρησιμοποιούνται
ως τόποι
λατρείας της
παλιάς
θρησκείας τα
κτίρια των ναών
κι όχι ασφαλώς
αυτοί να
γκρεμιστούν. Το
πρώτο τους
αρκούσε. Αν ο
ναός άδειαζε
από το άγαλμα
και το βωμό,
μπορούσε να
στέκεται
όρθιος. Αυτό
έγινε
τουλάχιστον
στην Ελλάδα.
2)
Ομοίως, οι
Πατέρες της
Εκκλησίας
ουδέποτε π.χ.
ζήτησαν την
καταστροφή των
αγαλμάτων που
στόλιζαν την
Κωνσταντινούπολη.
Τι σημαίνει
αυτό αναφορικά
με τη στάση
τους προς την
αρχαία τέχνη;
Άπαξ και αυτά
έπαυαν να είναι
λατρευτικά
αντικείμενα,
ουδείς
ενδιαφερόταν
να τα
καταστρέψει.
Για τη στάση
των Πατέρων
αναφορικά με τη
βία ως μέθοδο
επικράτησης
του
Χριστιανισμού,
για το αν οι
Πατέρες
προκάλεσαν τα
διατάγματα
κατά της
αρχαίας
λατρείας
κάνουμε λόγο
στο επόμενο
κεφάλαιο.
Το
1994 δημοσιεύθηκε
στο περιοδικό «Ελληνικά»
(Τεύχος 44,
Θεσσαλονίκη 1994, σ.
31-50), μελέτη της κ.
Πολύμνιας
Αθανασιάδη,
καθηγήτριας
του
Πανεπιστημίου
Αθηνών, με τον
τίτλο: «Το
λυκόφως των
Θεών στην
Ανατολική
Μεσόγειο:
Στοιχεία
ανάλυσης για
τρεις επί
μέρους
περιοχές». Η κ.
Αθανασιάδη,
επέλεξε εκεί
τρεις περιοχές
της
αυτοκρατορίας
με διαφορετική
γεωγραφική
φυσιογνωμία,
ιστορικό
υπόβαθρο και
δημογραφική
σύνθεση,
εξασφαλίζοντας
έτσι
μεγαλύτερη
αξιοπιστία
στην έρευνά της.
Οι περιοχές
αυτές είναι η
Ελλάδα, η
Κωνσταντινούπολη
και η Συρία –
Παλαιστίνη.
Έτσι
αντιμετωπίζει
εύκολα τις «γενικεύσεις
του Λιβανίου»
όσο και τον «υπερβολικά
μεγάλο αριθμό
φιλολογικών
μαρτυριών» σε
Χριστιανούς
και εθνικούς
συγγραφείς για
την καταστροφή
των ναών, που
καταντά όπως
λέει: «ύποπτος»!
Γράφει:
«Στην
προσπάθειά
τους να
ηρωοποιήσουν
επισκόπους και
αυτοκράτορες,
σε μια περίοδο,
κατά την οποία
ο θρησκευτικός
φανατισμός
θεωρείτο αρετή,
συχνά οι
εκκλησιαστικοί
συγγραφείς
απέδιδαν σ’
αυτούς
φανταστικές
καταστροφές
ναών ή στην
καλύτερη
περίπτωση,
μεγαλοποιούσαν
τα ηροστράτεια
ανδραγαθήματά
τους».
Η
ίδια η
συγγραφέας
αναφέρει ότι «Σε
τόπους όπως η
Αθήνα ή οι
Δελφοί, ο
κανόνας είναι
ότι τα
μεταγενέστερα
στρώματα έχουν
καταστραφεί
από τους ίδιους
τους
αρχαιολόγους
στην
προσπάθειά
τους να φτάσουν
όσο το δυνατόν
γρηγορότερα
στο κλασικό
υπόστρωμα των
ανασκαφών. Τις
παρατηρούμενες
καταστροφές
αποδίδουν οι
αρχαιολόγοι
στους σεισμούς,
τις βαρβαρικές
επιδρομές (4ο - 6ο
αιώνα) και την
εγκατάλειψη.
Τα αρχαία
μνημεία των
Αθηνών και των
Δελφών έμειναν
απείραχτα από
τους
Χριστιανούς».
«Ο
βανδαλισμός
ιερών
αντικειμένων ήταν
πράξη σπάνια
στην Ελλάδα»
δέχεται η κ.
Αθανασιάδη.
Τέτοιες
περιπτώσεις
είναι «μεμονωμένες».
«Η γενική
εντύπωση από
την Ελλάδα
είναι ότι η
φθίνουσα
αρχαία πίστη
ενέπνεε στους
νεοφώτιστους
Χριστιανούς,
παρά τη δομική
μισσαλοδοξία
της θρησκείας
τους, σεβασμό
και συχνά
κάποια
συγκίνηση».
Μόνο
εκεί που δεν
υπήρχε «επαφή
με την αστική
παιδεία του
Ελληνορωμαϊκού
κόσμου», εκτός
δηλαδή του
ιστορικού
Ελληνικού
χώρου, και όπου «η
παραδοσιακή
θρησκεία είχε
ισχυρές ρίζες»,
παρατηρείται
φανατισμός και
γίνονται
καταστροφές.
Αυτό συνέβαινε
περισσότερο
στην Ανατολή (Συρία
– Φοινίκη –
Παλαιστίνη). Η κ.
Αθανασιάδη
όμως ερμηνεύει
με τα
επιστημονικά
κριτήριά της
τις
συμπεριφορές
και σε περιοχές
όπως η Συρία: «Εδώ
δεν έχουμε μιαν
αμιγή
περίπτωση
θρησκευτικού
φανατισμού,
αλλά είναι
ξέσπασμα
κοινωνικού και
φυλετικού
μίσους, ένα
υποσυνείδητο,
εθνικό κίνημα
με αμφίεση,
βέβαια,
θρησκευτική».
Στα
ίδια πορίσματα
καταλήγει και ο
γνωστός
αρχαιολόγος
Άγγελος
Χωρέμης,
ερμηνεύοντας
την περίπτωση
του Μεγάλου
Θεοδοσίου. Κατά
γραπτή δήλωσή
του, «το
διάταγμα του
Θεοδοσίου του
Μεγάλου (391 – 3 μ.Χ.),
αναφέρει
απαγόρευση
λατρείας σε
αρχαία ιερά και
την είσοδο
στους ναούς,
δεν εντέλλεται
όμως την
καταστροφή
τους. Άλλωστε
δεν φαίνεται
τέτοια
καταστροφή
στις
αρχαιολογικές
ανασκαφές. Τα
μεγάλα κέντρα
της αρχαίας
λατρείας,
εκείνα ακριβώς
που λογικά θα
έπρεπε να
υποστούν τη
μεγαλύτερη
καταστροφή,
όπως οι Δελφοί,
η Ολυμπία, η
Δωδώνη, τα ιερά
των Αθηνών κ.ά.
δεν φαίνεται,
ανασκαφικά
τουλάχιστον, να
έπαθαν ζημιές
από ανθρώπινο
χέρι στα τέλη
του 4ου αι. μ.Χ.
Εξ’
άλλου πολλοί
ναοί της
αρχαίας
λατρείας
σώθηκαν ως τις
ημέρες μας
σχεδόν
ανέπαφοι,
κυρίως στην
Κάτω Ιταλία και
τη Σικελία (όπου
επίσης
βασίλευε ο Μ.
Θεοδόσιος),
αλλά και την
κυρίως Ελλάδα,
όπως το
συγκρότημα της
Ακροπόλεως των
Αθηνών, ο ναός
του Ηφαίστου (Θησείον)
και ο Ναός του
Ιλισσού».
Περί
του έργου του
Λιβανίου «Υπέρ
των Ιερών», το
οποίο
επικαλούνται
οι
νεοπαγανιστές
ως απόδειξη για
τους δήθεν
Χριστιανικούς
βανδαλισμούς
εξ’ αιτίας του
διατάγματος
του Μεγάλους
Θεοδοσίου, ο
αρχαιολόγος
Άγγελος
Χωρέμης
παρατηρεί το
εξής:
«Ο
λόγος του
Λιβανίου «Υπέρ
των Ιερών» δεν
γράφτηκε λόγω
ακροτήτων, που
έγιναν εις
εφαρμογήν του
διατάγματος
κατά της
αρχαίας
θρησκείας. Το
διάταγμα του
Θεοδόσιου Α'
εξεδόθη το 391 και
το κείμενο του
Λιβανίου
γράφτηκε το 386,
δηλαδή πέντε
ολόκληρα
χρόνια
ενωρίτερα με
άλλη ευκαιρία (P.
Petit,
“Sur
la
date
du
“pro
Templs”
de
Libanius”,
στο Byzantion
XXI
(1951), fasc.,
285-310). Ο Θεοδόσιος
διόρισε ύπαρχο
της Ανατολής
κάποιον
συμπατριώτη
και φίλο του,
τον Ίβηρα
Μάτερνο
Κυνήγιο. Ο
άνθρωπος αυτός
ήταν φανατικός
θρησκόληπτος
και έξαλλος.
Υπεκίνησε
πράγματι τον
όχλο, επί
κεφαλής του
οποίου ήταν
φανατικοί
καλόγεροι, και
άρχισαν να
καταστρέφουν
τα αρχαία ιερά,
στην αρχή
κυρίως τα μικρά
και
απροστάτευτα)
ιερά της
υπαίθρου και εν
συνεχεία
άρχισαν να
μπαίνουν και να
καταστρέφουν
ιερά και μέσα
στις πόλεις.
Τότε ο Λιβάνιος
γράφει τον
περίφημο και
ωραιότατο λόγο
του «Υπέρ των
Ιερών». Η
αντίδραση του «θρησκόληπτου»
Θεοδοσίου ήταν
να…
απαγορεύσει
στους μοναχούς
την είσοδο στις
πόλεις,
προστατεύοντας
έτσι τα εθνικά
ιερά των άστεων
και όταν σε
λίγο πέθανε ο
Μάτερνος
Κυνήγιος
τοποθέτησε
Ύπαρχο της
Ανατολής τον
σώφρονα εθνικό
Ευτόλμιο
Τατιανό, ο
οποίος
κατάφερε να
ηρεμήσει τα
πράγματα και να
φέρει την
καταλλαγή.
«Καταστροφές
αγαλμάτων και
ναών ακούμε από
άλλες περιοχές:
από την Αίγυπτο,
τη Συρία και τη
Μικρά Ασία.
Απόδειξη ότι ο
Ελληνιστικός
πολιτισμός σε
αυτές τις
περιοχές ποτέ
δεν είχε γίνει «λαϊκή
κουλτούρα» κι
επομένως ήταν
εύκολο να
υποκινείται ο
λαός σε
καταστρεπτικές
ενέργειες. Γι’
αυτούς τους
λαούς το «ελληνικό»
απλώς δεν ήταν
"ωραίο"» (Lorenz
Gyφmφrey, Η δύση της
Δύσης, εκδ.
Παπαζήση).
Είναι
χαρακτηριστικό
ότι και το
περιοδικό Δαυλός
(τ. 138, σ. 8022-23)
σημειώνει: «Όλοι
σχεδόν οι
καταστροφείς
αρχαίων
Ελληνικών
μνημείων είναι
Χριστιανοί εξ
Ιουδαίων,
δηλαδή Εβραίοι.
Οι Χριστιανοί
εξ εθνικών,
δηλαδοί οι
Έλληνες, σπάνια
μετείχαν σε
διωγμούς
Ελλήνων».
«Η
Ελλάδα
βρισκόταν
εκτός της
δικαιοδοσίας
του επάρχου του
πραιτωρίου της
Ανατολής˙ δεν
υπάρχουν
μαρτυρίες που
να αναφέρουν
καταστροφές
ναών αυτήν την
περίοδο» (Pierre Chuvin, Οι
τελευταίοι
Εθνικοί, εκδ.
Θύραθεν, σ. 81).
Υπό
το φως τον
παραπάνω
στοιχείων ο
ισχυρισμός του
αρχαιολάτρη
Σαράντου Πανός
(Δαυλός, τ. 229, σ. 14628)
ότι ο
πραγματικός
στόχος των
Αυτοκρατόρων
ήταν η
καταστροφή του
Ελληνισμού κι
ότι «οι ναοί και
οι βωμοί, οι
σχολές και τα
στάδια της
Ρώμης ουδέν
έπαθαν. Μόνο
των Ελλήνων τα
έργα
γκρεμίσθηκαν
και οι
Ελληνικοί
θεσμοί
καταργήθηκαν,
ακόμη και
θεσμοί άσχετοι
προς την αρχαία
θρησκεία, και
μόνο μόνο
ιδεολογικά και
φυλετικά
Έλληνες
σφαγιάσθηκαν»
είναι τελείως
αβάσιμος. Το
ακριβώς
αντίθετο
συνέβη. Όχι
μόνο οι
καλύτερα
διατηρημένοι
αρχαίοι ναοί
βρίσκονται
στην Ελλάδα,
όχι μόνο τα
αρχαία κτίρια
και
καλλιτεχνήματα
π.χ. των Αθηνών
διασώθηκαν σε
αντίθεση με
αυτά της Ρώμης,
που
καταστράφηκαν,
αλλά
γνωρίζουμε ότι
καταστροφές
αρχαίων ναών
συνέβησαν
κυρίως στην
Αίγυπτο και τη
Συρία˙ και
φυσικά ουδείς
Έλληνας
σφαγιάστηκε. Δε
γνωρίζουμε αν
τα ψεύδη του
αρχαιολάτρη
Πανός είναι
συνειδητά και
σκόπιμα˙ το
μόνο που
γνωρίζουμε
είναι πως μέσω
των αβάσιμων
αυτών
ισχυρισμών, ο
αρχαιολάτρης
Παν, όπως και οι
όμοιοί του,
υποδαυλίζει
τον
αντιχριστιανικό
μίσος και τον
φανατισμό των
αναγνωστών του Δαυλού
λέγοντάς τους
πανούργα ψεύδη,
που δεν
αντέχουν σε
καμμία κριτική.
Η
Helen
Saradi-Mendelovici
(“Christian
Attitudes
toward
Pagan
Monuments
in
Late
Antiquity
and
their
Legacy
in
Later
Byzantine
Centuries”,
Dumbarton
Oaks
Papers
44 (1990), 47), τοποθετεί
στα τέλη του 4ου
αιώνα την
έξαρση της
εχθρικής
στάσης των
Χριστιανών
προς τα
παγανιστικά
ιερά, αλλά
ταυτόχρονα
καταδεικνύει
ότι η εχθρική
στάση των
Χριστιανών
προς αυτά ούτε
γενικό
φαινόμενο
υπήρξε ούτε
συστηματική
πολιτική.
Ο
Βαλεντιανός Α’
(364-375 μ.Χ.)
διακηρύσσει
ότι «...οι νόμοι
που εξέδωσα
κατά την αρχή
της βασιλείας
μου, που
επιτρέπουν
στον καθένα να
ακολουθεί την
θρησκεία στην
οποία ανήκει» (Θεοδ.
Κώδ., IX, 16, 9 του έτους
371 μ.Χ.).
«Ο
Βαλεντιανός
περιορίστηκε
στο να
απαγορεύσει,
επί ποινή
θανάτου, τις
νυχτερινές
τελετές (Θεοδ.
Κώδ., X, 1, 8 και IX, 16, 9 της 9ης
Σεπτεμβρίου 364).
Επίσης
απαγορεύει να
αναλαμβάνει
Χριστιανός την
ευθύνη ενός
παγανιστικού
ναού. Όμως αυτά
τα μέτρα, όπως
τονίζει ο G. Fowden,
περιόριζαν
επίσης τη
δικαιοδοσία
των επισκόπων
σε ζητήματα
δημόσιας τάξης»
(Pierre Chuvin, Οι
τελευταίοι
Εθνικοί, εκδ.
Θύραθεν, σ. 66). Με
άλλα λόγια,
απέτρεπαν τις
αυθαιρεσίες
των Χριστιανών
επισκόπων.
«Στις
29 Μαΐου 371 μ.Χ. οι
δύο
αυτοκράτορες
Βαλεντιανός
και Βάλης
ενέκριναν την
πρακτική της
δημόσιας
προφητείας στη
ρωμαϊκή
Σύγκλητο, καθώς
και «όλα τα
θρησκευτικά
έθιμα που
επέτρεπαν οι
πρόγονοι» (omnis concessa a
maioribus religio)» (Pierre Chuvin, Οι
τελευταίοι
Εθνικοί, εκδ.
Θύραθεν, σ. 70). «Δεν
καταδικάζουμε [την
προφητεία],
αλλά
απαγορεύουμε
τη χρήση της
για επιβλαβείς
σκοπούς»,
διατάζουν (Θεοδ.
Κώδ., IX, 16, 9).
Θεοδώρητου
Κύρου, Εκκλησιαστική
Ιστορία, 5, 20: «Ωστόσο,
ο Βάλεντας [364-378 μ.Χ.]
επέτρεψε σε
όλους να
λατρεύουν και
να τιμούν καθ’
οποιονδήποτε
τρόπο ήθελαν ό,τι
ήθελαν. Μόνο
κατά των
υπερασπιστών
των
Αποστολικών
εντολών
επέμεινε σε
πόλεμο. Κατά τη
διάρκεια της
βασιλείας του
Βάλεντα το πυρ
των ναών ήταν
αναμμένο, οι
σπονδές και οι
θυσίες
προσφέρονταν
στα είδωλα,
δημόσιες
εορτές
γίνονταν στις
πλατείες, και
οι λάτρεις των
διονυσιακών
οργίων
τριγυρνούσανε
φορώντας
δέρματα αιγών,
σε βακχικό
παραλήρημα, και
γενικά
συμπεριφερόμενοι
με τέτοιο τρόπο,
ώστε να
δείχνουν την
κακοήθεια του
αφέντη τους».
Βλέπουμε
ότι, σε μια
εποχή που οι
Νεοπαγανιστές
την
περιγράφουν ως
ζοφερή και με
συνεχόμενους
διωγμούς κατά
των Παγανιστών,
ένας «βυζαντινός»
αυτοκράτορας
διώκει τους
Ορθόδοξους κι
αφήνει
απείραχτους
τους
Παγανιστές.
«Ο
Γρατιανός (...)
αποδοκίμαζε
τις διώξεις
λόγω των
διαφορετικών
θρησκευτικών
πίστεων και
επανέφερε
όλους όσοι
είχαν
εξοριστεί λόγω
της θρησκείας
τους. Επίσης
εξέδωσε ένα
νόμο με τον
οποίο θέσπισε
ότι ο καθένας
μπορούσε
ελεύθερα να
εξασκεί τα
θρησκευτικά
του καθήκοντα
και
επιτρεπόταν να
κάνει
θρησκευτικές
συναθροίσεις». (Σωζόμενου,
Εκκλησιαστική
Ιστορία, 7, 1).
«Αλλά
ο Αυτοκράτορας
[σημ. ο
Γρατιανός: 375-383 μ.Χ.]
εφείσθη των
αγαλμάτων των
θεών που ο λαός
σεβόταν˙ 424 [ειδωλολατρικοί]
ναοί ή ναΐδρια
ακόμη υπήρχαν,
για να
ικανοποιούν
την αφοσίωση
του λαού˙ και
σε κάθε
συνοικεία της
Ρώμης η
ευαισθησία των
Χριστιανών
προσβαλλόταν
από τους
καπνούς των
ειδωλολατρικών
θυσιών» (E.
Gibbon,
The
decline
and
fall
of
the
Roman
Empire,
Collier
Books,
N.Y.,
N.Y.,
Vol.
II,
p. 73).
Σύμφωνα
με τους Ν/Π, οι
Εθνικοί
σφάζονταν σαν
τα σφαχτάρια
εκείνη την
εποχή˙ κι οι
ναοί τους
γκρεμίζονταν.
Βέβαια
ο Γρατιανός
ήταν αυτός που
διέταξε την
απομάκρυνση
του αγάλματος
της Νίκης από
το κτίριο της
Συγκλήτου. Αλλά
σε αυτήν την
περίπτωση
πρόκειται για
ένα κρατικό
κτίριο. Δεν
πρόκειται περί
εθνικού ναού.
Δικαίωμα του
κράτους ήταν να
απομακρύνει
από τα κτίρια
της διοίκησης
τα σύμβολα της
παλιάς
θρησκείας.
Με
βάση όλα τα
παραπάνω οι
διώξεις κατά
της
συγκλητικής
αριστοκρατείας
εκ μέρους του
Βάλεντα δεν
σημαίνουν «διωγμό
κατά των
εθνικών». Ο
Βάλεντας ως
γνωστόν δίωξε
και Ορθόδοξους
και κυρίως τους
μοναχούς. Η
καταγωγή (από
επαρχία) και η
κοινωνική
προέλευση (χωρικοί
και στρατιώτες)
του Βάλεντα
δείχνουν τους «λόγους»
που δίωξε την
παραδοσιακή
αριστοκρατία.
Υπήρχε
αντίθεση
μεταξύ
στρατιωτικής
και
παραδοσιακής
αριστοκρατίας,
όταν από τον 3ο
αιώνα και μετά
άρχισαν να
ανέρχονται
στην ιεραρχία
άτομα μη
αριστοκρατικής
καταγωγής, κι αυτή
ακριβώς την
αντίθεση
εκφράζουν οι
διωγμοί του
Βάλεντα, και
όχι την
αντίθεση
εθνισμού-χριστιανισμού,
μια και όπως
είπαμε ο
Βάλεντας
εδίωκε και
χριστιανούς.
Ενα
παγανιστικό
επιχείρημα πως
ο παγανισμός
επέζησε στην
επαρχία ώς τον 10
αι. επειδή εκεί
η
αυτοκρατορική
εξουσία ήταν
αδύναμη.
Αδύναμη η
αυτοκρατορική
εξουσία που
είχε στη
διάθεσή της
άπειρα χρήματα
και στρατό; Η
παγανιστική
Ρώμη είχε την
ικανότητα να
διατάσσει
μακροχρόνιους
διωγμούς κατά
των Χριστιανών
στις επαρχίες
της, και οι
Νεοπαγανιστές
ισχυρίζονται
ότι μόλις
εκχριστιανίστηκε
το κράτος,
αυτόματα έχασε
την ικανότητα
του να κάνει
επίσης
μακροχρόνιους
διωγμούς στις
επαρχίες; Δια
μαγείας,
ξαφνικά την
έχασε;
Το
ότι μερικοί
αυτοκράτορες
κατεδίωξαν
τους
παγανιστές
μετά την
επικράτηση του
Χριστιανισμού
δεν λέει τίποτα
κατά του
Χριστιανισμού. Αφότου
έγιναν πολλοί
χριστιανοί,
ήταν φυσικό
πολλοί να μην
είναι
εμποτισμένοι,
ως νεοφώτιστοι,
με το πνεύμα
των ηρωικών
μαρτύρων
χριστιανών των
προηγούμενων
αιώνων, και να
λειτουργούν ώς
όχλος. Όταν
αυξάνει η
ποσότητα, η
ποιότητα
πέφτει.
Φαίνεται,
πάντως, πως
ήταν «θεϊκό έργο»
η απαγόρευση
του παγανισμού
από τον
Θεοδόσιο, διότι
οι ίδιοι οι
Εθνικοί τον
είχαν
ανακηρύξει θεό
τους στα 393 – αφού
είχε αρχίσει να
εκδίδει
αντιπαγανιστικούς
νόμους –
λέγοντας σε
εορταστική
συνεδρίαση της
Σύγκλητου: "Deum dedit
Hispania quem videmus" = Η Ισπανία
μας χάρισε το
Θεό που
βλέπουμε (Κ.
Σιμόπουλου, Ο
Μύθος των
μεγάλων της
ιστορίας,
Αθήνα 1995, σ.
355). Αναρωτιέται
κανείς αν
εξακολουθούν
να πιστεύουν οι
Νεοπαγανιστές
στην
εγκυρότητα της
θεοποίησης του
Θεοδόσιου από
τους
παγανιστές. Οι
αρχαίοι
εθνικοί δεν
είχαν τέτοιες
προκαταλήψεις.
Ένας «θεός»
ασφαλώς θα
μπορούσε να
κάνει ό,τι
θέλει τα
ειδωλολατρικά
ιερά. Άλλωστε,
οι ίδιοι οι
Νεοπαγανιστές
υπερασπίζονται,
όπως είδαμε, με
πάθος τους
ιερείς της
λατρείας του «Θεού
Αυτοκράτορα».
Αντιφάσεις επί
αντιφάσεων.
Η
καταστροφή των
εθνικών ναών
και των
αγαλμάτων των
θεών δεν έγινε
από «χριστιανικό
μίσος κατά του
Ελληνικού
πολιτισμού»
όπως νομίζουν
οι
Νεοπαγανιστές,
ούτε από
έλλειψη
εκτίμησης για
την ελληνική
τέχνη. Έγινε
αποκλειστικά
λόγω
θρησκευτικής
έχθρας.
Διαφορετικά,
και οι
Εικονομάχοι
βυζαντινοί
αυτοκράτορες
του 8ου-9ου αι. που
κατέστρεφαν
τις εικόνες θα
έπρεπε να
κατηγορούνται
για «έλλειψη
εκτίμησης προς
την βυζαντινή
τέχνη».
Με
άλλα λόγια, επειδή
εκείνη την
εποχή δεν
υπήρχε από
όλους τους
Χριστιανούς η
αντίληψη των
αγαλμάτων ή των
εικόνων ως
έργων τέχνης,
αλλά μόνο ως
θρησκευτικών
αντικειμένων,
γι’ αυτό το λόγο
αυτά
καταστράφηκαν.
Εάν κανείς
διαφωνεί με
αυτό, θα πρέπει
να εξηγήσει
γιατί οι
εικονομάχοι
Βυζαντινοί
αυτοκράτορες
ήταν ενάντια
στον Βυζαντινό
πολιτισμό της
ίδιας της χώρας
τους.
Άλλωστε,
αν δεν
εκτιμούσαν οι
Βυζαντινοί την
αρχαία
ελληνική τέχνη,
δεν θα
μετέφεραν τόσα
αρχαιοελληνικά
αγάλματα (και
θεών) στο
Παλάτι, τον
Ιππόδρομο, τις
οδούς και στις
πλατείες της
Κωνσταντινούπολης.
Είναι
πέρα ως πέρα
αβάσιμος ο
νεοπαγανιστικός
ισχυρισμός, ότι
πολλά Ελληνικά
λατρευτικά
αγάλματα – κατά
διαταγή του
Θεοδόσιου Α’ – «απήχθησαν
στην
Κωνσταντινούπολη
και
ετοποθετήθησαν,
δίκην
διακοσμητικών
λαφύρων, σε
δημόσιους
χώρους, όπου το
πνευματικά
εξαθλιωμένο
πλήθος
μπορούσε
ανενόχλητο να
τα βεβηλώνει
και να τα
φτύνει,
εκτονώνοντας
τα πιο χαμηλά
ένστικτά του
απέναντι στους
“χριστομάχους”
Έλληνες που “έφτιαξαν
αυτά τα ξόανα
και τα
προσεκύνησαν”» (Βλάση
Ρασσιά, Υπέρ
Της Των Ελλήνων
Νόσου, β' έκδοση,
εκδ. Ανοιχτή
πόλη, σ.
48).
Οι Ρωμηοί
Έλληνες
πρόγονοί μας τα
διέσωσαν από
τις
εκατοντάδες
βαρβαρικές
εισβολές σε
Βαλκάνια και Μ.
Ασία
τοποθετώντας
τα στην
Κωνσταντινούπολη.
Δεν
τοποθετήθηκαν
τα αγάλματα,
για τα χλευάζει
το πλήθος, όπως
ψεύδονται οι
νεοπαγανιστές,
αλλά για να τα
θαυμάζει. Όχι
μόνο δεν τα
χλεύαζαν και τα
έφτυναν, αλλά
συνεπαρμένοι
από αυτά, τα
είχαν ως
πρότυπα βάσει
των οποίων
έφτιαχναν τους
αδριάντες και
τα αγάλματα
επιφανών
προσώπων,
αυτοκρατόρων,
στρατηγών και
αρματηλάτων. Η
Κωνσταντινούπολη
ήταν ένα
πραγματικό
μουσείο με
όλους τους
θησαυρούς˙ και
θα υπήρχαν
ακόμη τα
αγάλματα αυτά,
αν δεν είχε
συμβεί η
μοιραία Άλωση
του 1204, κατά την
οποία οι
Δυτικοευρωπαίοι
τα έλειωσαν,
προκαλώντας το
θρήνο Ρωμηών
όπως ο Νικήτας
Χωνιάτης που
ήταν παρών στην
Άλωση. «Απώλειες
[αγαλμάτων]
σημειώθηκαν
μόνο από
σεισμούς,
πυρκαγιές και
εσωτερικές
αναταραχές –
λαϊκές
εξεγέρσεις,
συγκρούσεις
και καταστολές.
Οι χριστιανοί
της
πρωτεύουσας
θαύμαζαν τα
αγάλματα που
στόλιζαν την
πόλη τους» (Κ.
Σιμόπουλου, Η
λεηλασία και
καταδρομή των
Ελληνικών
Αρχαιοτήτων,
Αθήνα 1997, σ. 213). «Οι
Βυζαντινοί
διανοούμενοι –
ακόμα και
θεολόγοι –
έχουν βαθιά
γνώση της
αρχαίας τέχνης
και εκφράζουν
χωρίς
επιφυλάξεις
τον
απεριόριστο
θαυμασμό τους.
Συχνότατες
στους
βυζαντινούς
αιώνες οι
αναγωγές στον
αρχαίο
ελληνικό
πολιτισμό και
τους επιφανείς
δημιουργούς
του και οι
συγκρίσεις της
βυζαντινής
εικονογραφίας
με την κλασσική
ζωγραφική που
αποκαλύπτουν
κοινά ή
παράλληλα
καλλιτεχνικά
ιδεώδη» (Κ.
Σιμόπουλου, Η
λεηλασία και
καταδρομή των
Ελληνικών
Αρχαιοτήτων,
Αθήνα 1997, σ. 227).
Μόνο
στην πλατεία
του Ζεύξιππου
υπήρχαν τα
αγάλματα του
Αισχίνη, του
Αριστοτέλη, του
Ησίοδου, του
Σιμωνίδη, του
Αναξιμένη, του
Κάλχα, της
Σαπφούς, του
Απόλλωνα (τρία),
της Αφροδίτης (τρία),
του Καίσαρα,
του Πλάτωνα,
του Τέρπανδρου,
του Περικλή,
του Πυθαγόρα,
του Δημόκριτου,
του Ηρακλή, του
Αινεία, της
Ανδρομάχης, του
Μενελάου, της
Ελένης, του
Οδυσσέα, της
Εκάβης, της
Κασσάνδρας, του
Αίαντα, του
Ισοκράτη, του
Αχιλλέα, του
Σαρπηδώνα, του
Ερμή, του
Ομήρου, του
Φερεκίδη, του
Μένανδρου, του
Θουκιδήδη, του
Ηροδότου, του
Πινδάρου, του
Ξενοφώντα, του
Αλκμάνα και του
Βιργιλίου (Χριστόδωρου
Κοπτίτη, Έκφρασις
των αγαλμάτων
των εις το
δημόσιον
γυμνάσιον του
επικαλουμένου
Ζευξίπου ,
Παλατινή
Ανθολογία). Εύκολα
φαντάζεται
κανείς πόσα
αγάλματα
κοσμούσαν
δρόμους,
πλατείες και
δημόσια κτίρια
της ελληνίδας
Βασιλεύουσας
ώς το 1204. Αυτά
ασφαλώς τα
αγάλματα θεών,
ηρώων,
φιλοσόφων,
ποιητών, δεν τα
είχαν «για να τα
φτύνουν», αλλά
για να τα
θαυμάζουν. Δεν
τους πείραζε
λοιπόν τους
Χριστιανούς το
άγαλμα ως
άγαλμα, ως
καλλιτέχνημα.
Ως αντικείμενο
λατρείας τους
πείραζε. Ως
άγαλμα το
διατηρούσαν
και το έβαζαν
σε περίοπτη
δημόσια θέση,
όπως αργότερα
στη Δυτική
Ευρώπη. Ακόμη
και οι γιορτές
των Εθνικών δεν
απαγορεύονταν,
με την
προϋπόθεση να
μη γινόταν
θυσία:
Θεοδοσιανός
Κώδικας XVI,
10, 8, Αυτοκράτορες
Γρατιανός,
Βαλεντιανός
και Θεοδόσιος
προς Παλλάδιον,
Δούκα της
Οσροηνής (30
Νοεμβρίου 382 μ.Χ.): «Με
σκοπό να
μπορούν τα
πλήθη, τόσο των
γηγενών όσο και
των επισκεπτών,
να βλέπουν το
ναό, η Εμπειρία
σου θα
διατηρήσει
όλες τις
γιορτές και τις
τελετές».
Θεοδοσιανός
Κώδικας XVI,
10, 17, Αυτοκράτορες
Αύγουστοι
Αρκάδιος και
Ονώριος προς
Απολλόδωρον,
Ανθύπατο
Αφρικής (20
Αυγούστου 399 μ.Χ.) : «δεν
επιτρέπουμε να
καταργηθούν οι
εορταστικές
συγκεντρώσεις
πολιτών και η
απόλαυση που
παίρνουν όλοι
από αυτές. Έτσι
αποφασίζουμε,
ότι, σύμφωνα με
τα αρχαία έθιμα,
θα
εξακολουθήσουν
να παρέχονται
διασκεδάσεις
στο λαό, χωρίς
όμως θυσίες,
και θα
επιτρέπεται
στον κόσμο να
παρευρίσκεται
σε εορταστικά
συμπόσια όποτε
το επιθυμεί».
«Μιμείστε
την οργή και
την δριμύτητα
των Ιουδαίων
καταστρέφοντας
ιερά και βωμούς
και
κατασφάξατε
όχι μόνο τους
δικούς μας που
δεν
εγκατέλειψαν
την
πατρογονική
λατρεία, αλλά
και κείνους από
εσάς που είναι
παραπλανημένοι
όπως εσείς,
τους
αιρετικούς που
δεν θρηνούν τον
πεθαμένο με τον
ίδιο τρόπο που
το κάνετε εσείς.
Αυτά όμως
είναι μάλλον
δικά σας
γνωρίσματα
γιατί πουθενά,
ούτε ο Ιησούς
σας παρέδωσε
τέτοιες
εντολές ούτε ο
Παύλος,» γράφει
ο Ιουλιανός,
παραδεχόμενος
έμμεσα ότι δεν
είναι το
χριστιανικό
δόγμα υπαίτιο
για τα
παραπτώματα
κακών
Χριστιανών. Το
ίδιο
παραδέχεται κι
ο Λιβάνιος,
όταν έλεγε
στους
Χριστιανούς
πως αν
μετέρχονται
βία σε ζητήματα
πίστης
παραβιάζουν
τους ίδιους
τους τους
νόμους. Ξεχνά
όμως ότι οι
κρατικές
διώξεις κατά
όσων δε
συμμερίζονταν
τη θρησκεία του
κράτους δεν
ήταν ούτε
αποκλειστικώς
Χριστιανικό
φαινόμενο ούτε
Χριστιανική
εφεύρεση. Οι
παγανιστικές
αρχαίες
ελληνικές
πόλεις και η
παγανιστική
Ρώμη ήταν οι
πρώτες
διδάξασες. Κι
όμως, οι Ν/Π
κατηγορούν το
Χριστιανισμό
για κάποιες
πράξεις κακών (=μη
ακολουθούντων
τις εντολές του
Χριστού)
Χριστιανών.
Οι
διωγμοί των
Χριστιανών από
τους Εθνικούς
ούτε κατά
διάνοια δε
μπορούν να
συγκριθούν με
τους
ελάχιστους
διωγμούς των
Εθνικών από
τους
Χριστιανούς: Οι
Χριστιανοί, ως
μικρή
μειοψηφία
διώκονταν
ανηλεώς,
ακριβώς επειδή
ήταν λίγοι, η
μύγα μες στο
γάλα – κι έτσι ο
διωγμός
νομιμοποιούνταν
στην κοινή
γνώμη –
ενώ
οι Παγανιστές,
επειδή
αποτελούσαν
μεγάλο τμήμα
του λαού της
Αυτοκρατορίας
ακόμη, δεν
γινόταν να
εξοντωθούν ή να
τρομοκρατηθούν
απλώς βάσει
μερικών
διαταγμάτων – ο
διωγμός του
μισού
πληθυσμού δεν
είναι
δικαιολογίσιμος
στα μάτια της
κοινής γνώμης,
και γι’αυτό δεν
πραγματοποιείται.
Γι’ αυτό οι
διωγμοί κατά
των Χριστιανών
ήταν πολλοί και
σκληρότατοι,
ενώ οι διωγμοί
κατά των πολλών
Παγανιστών
ήταν ελάχιστοι
και πολύ ήπιοι.
Επιπλέον,
κατά τους
διωγμούς κατά
των Χριστιανών
υπήρξαν
εκατοντάδες
χιλιάδες
θύματα,
αποκεφαλισμένοι,
σφαγμένοι,
σταυρωμένοι,
καμμένοι,
ποικιλοτρόπως
θανατωμένοι.
Κάτι
αντίστοιχο σε
ποσότητα δεν
υπάρχει, για
τους υπαρκτούς
διωγμούς κατά
Παγανιστών.
Ίσως
προπηλακίζονταν
στις επαρχίες
όσοι
επιχειρούσαν
να εμποδίσουν
την κατεδάφιση
εκείνων των
αρχαίων ναών
που
κατεδαφίστηκαν,
αλλά δεν υπήρξε
μαζική, όπως
κατά των
Χριστιανών,
εξόντωση του
πληθυσμού, ώστε
δια του φυσικού
αφανισμού και
ελάττωσης του
πληθυσμού των
Εθνικών να
εκλείψει η
αρχαία λατρεία.
Υπάρχει, δηλαδή
μια ουσιώδης
διαφορά μεταξύ
των σκληρών
διωγμών κατά
των Χριστιανών
και των
σποραδικών
ήπιων διωγμών
κατά των
Εθνικών: οι
παγανιστές
αυτοκράτορες (π.χ.
Δέκιος)
επιδίωκαν την
εξαφάνιση του
Χριστιανισμού
μέσω της
φυσικής
εξόντωσης του
χριστιανικού
πληθυσμού, ενώ
οι Χριστιανοί
αυτοκράτορες
επιδίωκαν την
εξαφάνιση της
αρχαίας
λατρείας με την
απαγόρευση των
θυσιών και,
σπανιότερα, την
κατεδάφιση των
αρχαίων ναών.
Έτσι, οι δύο
διαφορές
μεταξύ διωγμών
κατά των
χριστιανικών
πληθυσμών και
απαγορεύσεων
της
παγανιστικής
λατρείας είναι
ότι
1) οι
Χριστιανοί
διώκωνταν
ανηλεώς, διότι,
όντας
μειοψηφία, ο
διωγμός
νομιμοποιούνταν
στα μάτια του
υπόλοιπου
πληθυσμού, ενώ
οι Εθνικοί,
όντας μεγάλο
τμήμα του
πληθυσμού, δεν
γινόταν να
διωχθούν με
αντίστοιχη
αγριότητα.
2) Μέσο
εξάλειψης του
Χριστιανισμού
από τους
αυτοκράτορες
ήταν η φυσική
εξόντωση των
Χριστιανών, ενώ
μέσο εξάλειψης
του Παγανισμού
– ίσως λόγω της
προηγούμενης
διαφοράς – ήταν
η απαγόρευση
των θυσιών.
Δύο
ακόμη διαφορές
ανάμεσα στους
διωγμούς κατά
των Χριστιανών
και στην
σποραδική
καταπίεση του
Παγανισμού
είναι ότι οι
Παγανιστές
αυτοκράτορες
ήθελαν οι
Χριστιανοί να
γίνουν Εθνικοί
μέσω της
υποχρεωτικής
θυσίας στους «θεούς»,
ενώ οι
Χριστιανοί
αυτοκράτορες
του 4ου και 5ου
μ.Χ. αι. δεν
ήθελαν – με τους
νόμους τους – οι
Εθνικοί να
γίνουν
Χριστιανοί και
δεν υποχρέωναν
κανέναν να
βαπτιστεί, αλλά
απλώς τους
απαγόρευαν να
θυσιάσουν.
Δηλαδή, οι
Παγανιστές
αυτοκράτορες
δεν αρκούνταν
στην
απαγόρευση των
χριστιανικών
τελετών (κατ’
αντιστοιχία με
τις
απαγορεύσεις
των θυσιών από
τους
Χριστιανούς
αυτοκράτορες),
αλλά επιπλέον
επέβαλαν τις
παγανιστικές
τελετές στους
διωκώμενους. Οι
Χριστιανοί
αυτοκράτορες
δεν επέβαλαν
χριστιανικές
τελετές, αλλά
απλώς
αρκούνταν στην
απαγόρευση
θυσιών. Επίσης,
οι Παγανιστές
αυτοκράτορες,
κατά την
ανάκριση των
Χριστιανών,
ήθελαν να τους
υποχρεώσουν να
βρίσουν το
Χριστό. Αυτό
αποδεικνύεται
τόσο από
επιστολή του Gaius
Plinius Caecilius (10, 96) στον
αυτοκράτορα
Τραϊανό, όπου
γράφει: «..να
επικαλεστούν
τους θεούς... και
επιπλέον να
βρίσουν το
Χριστό», όσο και
από
χριστιανικά
μαρτυρολόγια (Μαρτύριο
Πολύκαρπου, 9,3),
όπου ο
Ειδωλολάτρης
διώκτης
προστάζει «λοιδώρησον
τον Χριστόν».
Αντίθετα, οι
Χριστιανοί
αυτοκράτορες
δεν εξέδωσαν
ποτέ νόμο που
να επιβάλλει
στους Εθνικούς
να βρίσουν τους
«θεούς» τους˙
αρκούνταν να
απαγορεύσουν
τις θυσίες.
Έτσι:
3)
Κατά τους
διωγμούς κατά
των Χριστιανών,
οι Παγανιστές
αυτοκράτορες
επιδίωκαν να
αναγκάσουν
τους
Χριστιανούς να
προσχωρήσουν
στον Παγανισμό
(π.χ.
θυσιάζοντας),
ενώ κατά τις
διώξεις κατά
Εθνικών, οι
Χριστιανοί
αυτοκράτορες
δεν επιδίωκαν
να αναγκάσουν
τους Εθνικούς
να
προσχωρήσουν
στον
Χριστιανισμό (δηλ.
δεν τους
ανάγκαζαν να
βαπτιστούν.
Απλώς τους
απαγόρευαν να
θυσιάσουν).
Άλλο πράγμα η
απαγόρευση
λατρευτικών
πρακτικών κι
άλλο το
επιπλέον μέτρο
της επιδίωξης «εκπαγανισμού»
εκ μέρους των
Παγανιστών.
4)
Κατά τους
διωγμούς κατά
των Χριστιανών,
αυτοί
υποχρεώνονταν
να βρίσουν το
Θεό που
πίστευαν, ενώ
κατά τις
διώξεις κατά
των Παγανιστών,
κανείς δεν
υποχρεωνόταν
να βρίσει τους «θεούς».
Όσον
αφορά τους
ίδιους τους
νόμους του
Μεγάλου
Θεοδόσιου που
απαγόρευαν την
αρχαία
θρησκεία και,
το
σημαντικότερο,
ανεκήρυσσαν
την Ορθοδοξία
μόνη θρησκεία
του κράτους,
δεν πρέπει να
ξεχνάμε ότι
αυτοί
εκδόθηκαν από
τον Θεοδόσιο Α’
μόνο
1)
μετά από
διωγμούς κατά
των Ορθοδόξων
τόσο εκ μέρους
των αιρετικών
Αρειανών
αυτοκρατόρων
Κωνστάντιου Β’
(337-361), Βάλεντα (364-378)
στην Ανατολή
και Βαλεντιανού
Β’ (375-392) στη Δύση,
όσο και εκ
μέρους του
Εθνικού
Ιουλιανού (361-363),
2)
μετά από
εμφύλιες
διαμάχες και
εξεγέρσεις
Εθνικών
αυτοκρατόρων
στη Δύση (Ευγένιος),
που πρότειναν
αντιχριστιανικά
μέτρα
χειρότερα κι
από αυτά του
Ιουλιανού (π.χ.
κατεδαφίσεις
ναών).
Προκειμένου,
λοιπόν, να
εξασφαλιστεί η
Ορθόδοξη
θρησκεία που
συνεχώς
διώκονταν από
αιρετικούς και
εθνικούς, ο
Θεοδόσιος
αναγκάστηκε
και έλαβε μέτρα
υπέρ αυτής και
κατά των
διωκτών της.
Δεν πρέπει να
ξεχνάμε ότι ο
Ορθόδοξος
αυτοκράτορας
Γρατιανός κι ο
επίσης
Ορθόδοξος
Ιοβιανός (363-364) –
δηλαδή αμέσως
μετά τον
Ιουλιανό – ήταν
υπέρ της
ανεξιθρησκείας,
τόσο προς
αιρετικούς όσο
και προς τους
εθνικούς. Όμως
αυτοί, όποτε
μπορούσαν
εδίωκαν τους
Ορθόδοξους
Χριστιανούς.
Δεν ήταν,
συνεπώς, μια
πράξη
φανατισμού κι
άνευ αιτίας η
νομοθετική
προστασία της
Ορθοδοξίας από
τον Θεοδόσιο,
αλλά
αποτέλεσμα της
διαπίστωσης
ότι οι εχθροί
της δεν είχαν
καμμία πρόθεση
(ανάλογη με
αυτή των
Γρατιανού και
Ιοβιανού) να
είναι
ανεξίθρησκοι.
Επί
μισό αιώνα οι
Ορθόδοξοι
διώκονταν από
αιρετικούς και
εθνικούς,
προτού ένας
Ορθόδοξος
ηγεμόνας
νομοθετήσει
υπέρ της
Ορθοδοξίας.
Αν
υπήρξε όντως
εποχή
καταπίεσης των
εθνικών αυτή
ήταν μεταξύ 394
και 408 καθώς και
επί
Ιουστινιανού (αλλά
τότε ελάχιστοι
ήταν οι εθνικοί.
Δεν είχε καν
νόημα η
καταδίωξή τους).
Όπως
προαναφέρθηκε,
η καταπίεση
αυτή ήταν
προϊόν ανάγκης
προστασίας των
Ορθόδοξων από
αλλεπάλληλες
απόπειρες
εθνικών και
διώξεις
αιρετικών ή
παγανιστών
αυτοκρατόρων –
ακριβώς επειδή
αυτά ήταν τα
έθιμα της
εποχής. Αλλά οι
ίδιες οι
διατάξεις των
απαγορεύσεων
στα χρόνια αυτά
πολύ σπάνια
υπερβαίνουν τη
σκληρότητα των
διωγμών κατά
των Χριστιανών
από τους
εθνικούς ώς το 311
μ.Χ. Εφόσον
αποδείχθηκε, με
πλήθος
αναφορών, ότι
οι
αντιπαγανιστικές
διατάξεις
ανάμεσα στο 341
και το 379 μ.Χ. που
τιμωρούσαν
τους εθνικούς
λάτρεις, ήταν
ανεφάρμοστες,
το μόνο που
απομένει είναι
να
παρουσιαστούν
οι – σύμφωνα με
τους
αρχαιολάτρες –
«τρομερές
ποινές» κατά
των εθνικών
θρησκευτών
μεταξύ των ετών
380 και 435 μ.Χ. δηλαδή
στο διάστημα
όπου σύμφωνα με
τους
νεοπαγανιστές
έγιναν οι
τρομερότεροι
διωγμοί:
-οι
θυσίες για
χρησμό
τιμωρούνταν με
προγραφή,
δηλαδή
χρηματικό
πρόστιμο και
εξορία (Θεοδ.
Κώδ., XVI, 10, 7, του
έτους 381).
-οι
θυσίες για
χρησμό
τιμωρούνταν με
«το μαρτύριο
μιας πολύ
αυστηρής
τιμωρίας» (Θεοδ.Κώδ.,
XVI, 10, 9, του έτους 385),
πάντως όχι με
θάνατο.
-οι
θυσίες ή
λατρεία
αγαλμάτων
τιμωρούνταν με
χρηματικό
πρόστιμο 15
λιβρών χρυσού (Θεοδ.
Κώδ., XVI, 10, 10, στις 24/2/391).
-η
τέλεση θυσιών
τιμωρείται με
χρηματικό
πρόστιμο (Θεοδ.
Κώδ., XVI, 10, 11, στις 16/6/391).
-η
θυσία σε
αγάλματα ή η
προσφορά
λατρείας σε
αυτά ή
σπλαγχνομαντεία
για χρησμό ή
για μαύρη
μαγεία κατά
τρίτων
αποτελεί
εσχάτη
προδοσία και
επιφέρει
κατάσχεση του
οίκου ή του
τεμαχίου γης
όπου έγιναν
αυτά. Θυσία σε
δημόσιους
ναούς
τιμωρείται με
πρόστιμο 25
λιβρών χρυσού.(Θεοδ.
Κώδ., XVI, 10, 12, του
έτους 392).
-η
θυσία
τιμωρείται με
προγραφή και
εξορία, «αν και
θα έπρεπε [οι
ειδωλολάτρες]
να υποβληθούν
στην ποινή του
θανάτου» (Θεοδ.
Κώδ., XVI, 10, 23 του
έτους 423).
-η
θυσία
τιμωρείται με
θάνατο (Θεοδ.
Κώδ., XVI, 10, 25, του
έτους 435).
Φαίνεται
πως σε διάστημα
πενηνταπέντε
χρόνων (381-435 μ.Χ.)
μόνο μία φορά,
και μάλιστα στο
τέλος (όταν
δηλαδή η
συντριπτική
πλειοψηφία
ήταν
χριστιανική),
επιβλήθηκε η
ποινή του
θανάτου για
όποιον θυσίαζε
στους «θεούς».
Δεν άλλαζε τότε,
το 435, η πορεία της
ιστορίας. Σε
όλες τις άλλες
φορές η τιμωρία
ήταν χρηματικό
πρόστιμο και
μια φορά με
εξορία. Αν
συγκριθεί αυτό
με τους
αποκεφαλισμούς
και τα μαρτύρια
που υφίσταντο
οι Χριστιανοί
στα
παγανιστικά
αμφιθέατρα,
τότε η λέξη «διωγμός»
δεν ταιριάζει.
Δεν υπήρξε
νόμος, όπως
βλέπουμε, που
να επιβάλλει
στους Εθνικούς
τιμωρία, απλώς
επειδή
θεωρούσαν το
Δία ή τον Μίθρα
ύψιστους θεούς˙
δεν
τιμωρούνταν η
πίστη «στην
Φύση», ο
πανθεϊσμός
και η απιστία
στον
χριστιανικό
θεό.
Τιμωρούνταν με
πρόστιμο η
θυσία. Αξίζει
να αναφερθεί
πως ο εθνικός
Πορφύριος ήταν
αντίθετος στις
θυσίες ως τρόπο
λατρείας των «θεών».
Αλλά και πάλι, δεν υπάρχουν στοιχεία για μαζική γενοκτονία πληθυσμών εξαιτίας των νόμων αυτών. Δεν υπάρχουν αναφορές για εκατοντάδες