ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑ
ΣΤ' ΜΕΡΟΣ
ΔΙΩΞΕΙΣ II
14. - δεύτερο μέρος "Οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες κατεδίωξαν τον ελληνισμό και την ελληνική θρησκεία, και έκαναν τα μύρια όργια κατά των Ελλήνων, με τη συμπαράστατη της εκκλησίας. Έκαψαν και γκρέμισαν ιερά, κατέστρεψαν αγάλματα, σκότωσαν φιλοσόφους και ήταν ενάντια σε κάθε τι ελληνικό. Οι Έλληνες εκχριστιανίστηκάν με το ζόρι από τους βυζαντινούς".
Αλήθεια,
τι έχουν να
πουν οι
Νεοπαγανιστές
για τις διώξεις
Αρχαίων
Ελλήνων
Φιλοσόφων από
τους
Ειδωλολάτρες;
-«Εξαιτίας
της δήλωσης του
Πρωταγόρα στο
βιβλίο του Περί
θεών ότι δεν
ξέρει αν
υπάρχουν θεοί,
οι Αθηναίοι τον
έδιωξαν από την
πόλη και έκαψαν
τα βιβλία του
στην Αγορά,
αφού πρώτα
έβγαλαν κήρυκα
και τα
μάζεψαν ένα-ένα
από όσους είχαν
αντίτυπα» («"περὶ
μὲν θεῶν οὐκ
ἔχω εἰδέναι
οὔθ' ὡς εἰσίν,
οὔθ' ὡς οὐκ
εἰσίν· πολλὰ
γὰρ τὰ
κωλύοντα
εἰδέναι, ἥ τ'
ἀδηλότης καὶ
βραχὺς ὢν ὁ
βίος τοῦ
ἀνθρώπου."διὰ
ταύτην δὲ τὴν
ἀρχὴν τοῦ
συγγράμματος
ἐξεβλήθη πρὸς
Ἀθηναίων· καὶ
τὰ βιβλία
αὐτοῦ
κατέκαυσαν ἐν
τῇ ἀγορᾷ, ὑπὸ
κήρυκι
ἀναλεξάμενοι
παρ' ἑκάστου
τῶν
κεκτημένων»,
Διογένης
Λαέρτιος, IX,
52). «Κι ο
Πρωταγόρας ως
γνωστόν
εξορίστηκε» (Πλούταρχου,
Νικίας, 23). Το
ίδιο λένε και
οι: Φιλόστρατος,
Βίοι Σοφιστών,
I 10, 3˙ Ησύχιος, Ονοματολόγος˙
Σέξτος
Εμπειρικός, Προς
μαθηματικούς, IX
55. Φυσικά, είναι
άξιο απορίας
πώς
αμφισβητείται
το γεγονός της
δίωξης του από
τους Αθηναίους,
λες και ήταν ο
μόνος
φιλόσοφος που
αναφέρεται ότι
δίωξαν οι
Αθηναίοι (ώστε
να λέγανε
κάποιοι «δεν
συναντάμε
παρόμοια
συμπεριφορά»).
Ωστόσο, επειδή
υπάρχουν οι
αντιρρήσεις,
τις
παραθέτουμε
και απαντάμε σ’
αυτές. Έτσι
υπάρχει η άποψη
ότι οι
ειδήσεις για
δίκη και
καταδίκη του
Πρωταγόρα
συγκρούονται
με τη μαρτυρία
του Πλάτωνα και
αποτελούν,
μάλλον,
επινόηση
μεταγενέστερων
συγγραφέων.
Επιπλέον,
ισχυρίζονται
ορισμένοι, ο
Πλάτων είναι
ιδεολογικός
αντίπαλος των
Σοφιστών κι
έχει κάθε
συμφέρον να
κατηγορήσει
τον αρχηγό των
σοφιστών για
αθεΐα και να
επισημάνει πως
διώχτηκε από
την πόλη. Ακόμα
όμως κι ο
ορκισμένος
εχθρός των
Σοφιστών,
Πλάτων, δεν
αναφέρει
πουθενά κάτι
τέτοιο. Γιατί
άραγε; Και
τέλος ξενίζει
η πληροφορία
του Διογένη
Λαέρτιου ότι
πρώτο από τα
έργα του ο
Πρωταγόρας
διάβασε στην
Αθήνα το «Περί
θεών». Όπως
σωστά
παρατηρεί ο C.W.Muller,
"Protagoras uber die Gotter", σ. 331, σημ. 64,
στην περίπτωση
που αυτό
αληθεύει, και
με την
προϋπόθεση,
πάντα, ότι
πραγματικά
έλαβε χώρα δίκη
του Πρωταγόρα,
θα πρέπει να
δεχτούμε ότι οι
Αθηναίοι
έσυραν στα
δικαστήρια τον
σοφιστή, στα
τέλη της ζωής
του, για μια
επίδειξη που
είχε γίνει πριν
από αρκετά
χρόνια, στη
διάρκεια της
πρώτης
παραμονής του
στην πόλη τους.
Εμείς απαντάμε
ως εξής:
α’)
Ο Πλάτωνας δεν
αναφέρει
πουθενά ότι ο
Πρωταγόρας δεν
δικάστηκε για
ασέβεια. Απλώς
τον
παρουσιάζει να
έχει πεθάνει σε
μεγάλη ηλικία.
Όμως ο
Πλάτωνας λέει
πολλές
ανακρίβειες.
Για παράδειγμα
1) επειδή είναι
φιλοσπαρτιάτης,
εξωραΐζει την
σπαρτιατική
Κρυπτεία
λέγοντας πως
αυτή ήταν απλώς
στρατιωτικές
ασκήσεις των
Λακεδαιμόνιων,
ενώ ακόμη και ο
φιλοσπαρτιάτης
Πλούταρχος (Λυκούργος, 28),
μαζί με τους
Αριστοτέλη και
Θουκιδίδη λεν
την αλήθεια,
ότι η Κρυπτεία
ήταν περιοδική
(κάθε χρόνο)
εξόντωση, δια
νόμου, των
άοπλων
ετοιμοπόλεμων
Ειλώτων από
τους
Λακεδαιμόνιους
στρατιώτες. 2)
Κατά την δίκη
και καταδίκη
του Σωκράτη
αυτός το έσκασε
από την Αθήνα (σύμφωνα
με άλλη
παράδοση απλώς
κρύφτηκε) και
προσπαθεί στον Φαίδωνα
59b
να τα μπαλώσει,
βάζοντας τον
Φαίδωνα να λέει
ότι ο Πλάτων
δεν
παρευρίσκονταν
στη φυλακή κατά
τις τελευταίες
στιγμές του
Σωκράτη γιατί «θαρρώ
πως ήταν
άρρωστος»,
λέγοντάς τα
μασημένα και
μέσω τρίτων. 3)
Λέει ψέμματα
για τον λόγο
της απουσίας
των Σπαρτιατών
στη μάχη κατά
των Περσών στον
Μαραθώνα, διότι
ενώ ο Ηρόδοτος
είχε αναφερθεί
στους
πραγματικούς
λόγους (Ηρόδοτος,
6, 106, 2-3), ο Πλάτωνας
προσπαθώντας
άτεχνα να
αντικρούσει
τον Ηρόδοτο
αναφέρει (Νόμοι,
698e)
ότι «δεν ξέρει
ακριβώς» γιατί
δεν κατάφεραν
να βοηθήσουν οι
Σπαρτιάτες
τους Αθηναίους.
Φυσικά ως
Αθηναίος ήξερε
πολύ καλά τον
λόγο, αλλά ως
φιλοσπαρτιάτης
κάνει πως δεν
τον ξέρει (άλλωστε
ήταν πολύ
μεταγενέστερος,
όπως κι ο
Πλούταρχος, του
Ηροδότου). 4)
Φυσικά
υπάρχουν ένα
σωρό άλλες
δικές του
μυθοπλασίες (Ατλαντίδα
κ.λπ.) τις οποίες
εφευρίσκει και
χρησιμοποιεί
για
ηθικοδιδακτικούς
σκοπούς. Δεν
είναι και τόσο
τρομερό λοιπόν
να γράφει
ανακρίβειες
στους
διαλόγους του,
ειδικά για
ιστορικά
συμβάντα.
Φιλόσοφος και
όχι
ιστοριογράφος
ήταν.
β’)
Επί της ουσίας,
το ότι ο
Πλάτωνας δεν
λέει κάτι, δεν
σημαίνει ότι
αυτό δεν συνέβη.
Ο Πλάτωνας δεν
αναφέρει τη
δίωξη του
Αναξαγόρα, και
του Διαγόρα,
τις οποίες
αναφέρουν
πολλοί
σύγχρονοί τους.
Λοιπόν; Δε
συνέβησαν; Ο
Πλάτων δεν
αναφέρει
πουθενά τον
Δημόκριτο· δεν
υπήρξε ο
Δημόκριτος; Τι
είναι ο Πλάτων, ο
μόνος
συγγραφέας της
εποχής εκείνης;
γ’)
Υπάρχει το
επιχείρημα ότι
ότι ο Πλάτων, ως
ολιγαρχικός,
φιλοσπαρτιάτης
και εχθρός των
σοφιστών, θα
είχε συμφέρον
να κατηγορήσει
τον Πρωταγόρα,
αλλά αφού δεν
το κάνει και
δεν αναφέρει
τίποτα,
σημαίνει ότι
τίποτα δεν
έγινε. Δεν
είναι όμως ο
Πλάτων ο μόνος
φιλοσπαρτιάτης
και ολιγαρχικός.
Την πληροφορία
για τη δίκη και
την εξορία του
Πρωταγόρα μας
την δίνει ο
Αθηναίος χρονικογράφος
Φιλόχορος (ο Mueller
το λέει αυτό), ο
οποίος ήταν
επίσης θρησκόληπτος,
επίσης
ολιγαρχικός,
και είχε
συγγράψει
Ιστορία των
Αθηνών, από
τους
διασημότερους
χρονικογράφους
της εποχής του.
Αστήριχτο
είναι λοιπόν το
επιχειρήμα «οι
ολιγαρχικοί
εχθροί των
σοφιστών δεν
αναφέρουν τη
δίωξη του
Πρωταγόρα, άρα
αυτή δεν συνέβη
ποτέ».
δ’)
Ο Πλούταρχος
όμως, που είναι
εξίσου
φιλοσπαρτιάτης
και
ολιγαρχικός-φιλομοναρχικός,
αναφέρει τη
δίωξη το
Πρωταγόρα. Δύο
λοιπόν εχθροί
της
δημοκρατίας
αναφέρουν το
συμβάν.
ε’)
Αλλά υπάρχει κι
αυτό: «Είναι
τολμηρό να
υποθέσουμε πως
δεν έγιναν
άλλες διώξεις
πέρα από τις
περιπτώσεις
που συνέβηκε να
ακούσουμε οι
ίδιοι. Οι
μελετητές δεν
έχουν προσέξει
αρκετά αυτό που
ο Πλάτωνας
βάζει τον
Πρωταγόρα να
λέει (Πρωταγόρας,
316C-317B), δηλ. για τους
κινδύνους που
συνοδεύουν το
επάγγελμα των
σοφιστών, που
τους εκθέτει "σε
μεγάλες
αντιζηλίες και
έχθρες και κάθε
λογής διωγμούς,
έτσι που οι
περισσότεροι
θεώρησαν
αναγκαίο να
δουλεύουν
χρησιμοποιώντας
προπέτασμα". Ο
ίδιος έχει την
προσωπική του
ασφάλεια (τη
φιλία του
Περικλή;), που
τον έχει
διαφυλάξει
μέχρι τώρα » (E.R. Doods, Οι
Έλληνες και το
παράλογο, εκδ.
Καρδαμίτσα, σ. 276,
σημ. 68). Όταν
πέθανε ο
Περικής, η
προστασία
έπαψε κι ο
Πρωταγόρας
διώχτηκε. Είναι
ολοφάνερο ότι ο
Πλάτων μιλά
εμμέσως για τη
δίωξη του
Πρωταγόρα.
Βάζει τον ίδιο
τον Πρωταγόρα
να μιλήσει
εμμέσως γι’
αυτήν. Είναι
ψευδές λοιπόν
ότι δεν
αναφέρεται ο
Πλάτων στη
δίωξη του
Πρωταγόρα.
Προκύπτει το
ερώτημα όμως,
γιατί ο Πλάτων
να μιλήσει τόσο
συγκεχυμένα
για τη δίωξη
αυτήν και όχι
να την αναφέρει
ρητώς; Ίσως ο
Πλάτων
αποφεύγει να
αναφέρει τη
δίωξη του
Πρωταγόρα,
επειδή όχι μόνο
ο Πρωταγόρας
αλλά και ο
δικός του
δάσκαλος,
Σωκράτης
διώχτηκαν από
την Αθήνα. Κι
αυτό, διότι
στον Πλάτωνα θα
φάνηκε
παράξενο που η
Αθήνα δίωξε όχι
μόνο τον «κακό» (κακό,
σύμφωνα με τον
Πλάτωνα)
Πρωταγόρα, αλλά
και τον «καλό», «στην
πραγματικότητα
ευσεβή» (που,
πάλι κατά
Πλάτωνα, «άδικα
τον σκοτώσανε»)
Σωκράτη.
Εξάλλου ο
Πλάτων όντας
εχθρός της
Δημοκρατίας,
εάν ανέφερε στα
γραπτά του μόνο
την δίωξη κατά
του Σωκράτη (όπως
και κάνει) θα
μπορούσε να πει
(και το λέει)
εμμέσως: «ορίστε,
η Δημοκρατία
είναι ένα τόσο
άθλιο
πολίτευμα, ώστε
θανατώνει τους
άριστους
πολίτες, σαν το
Σωκράτη» (κι ο
Ξενοφώντας το
ίδιο λέει). Ενώ,
επειδή ο
Πρωταγόρας
ήταν σοφιστής
και προφανώς
δημοκρατικός, η
ενδεχόμενη
αναφορά του
Πλάτωνα στη
δίωξή του θα
χάλαγε το
ερμηνευτικό
μοντέλο (του
Πλάτωνα) περί «κακού
δήμου που
θανατώνει τους
καλούς (=ολιγαρχικούς)
αντιφρονούντες».
στ’)
Πού βασίζονται
όμως
αναφέροντας
τον Πλάτωνα
όσοι αρνούνται
την
ιστορικότητα
της
πληροφορίας
για δίκη; Στο
έργο του
Πλάτωνα Μένων,
91e.
Να τι γράφει
εκεί: «..και τον
Πρωταγόρα, κατά
τα λεγόμενά σου,
δεν τον πήρε
είδηση όλη η
Ελλάδα, που,
περισσότερο
από σαράντα
χρόνια,
διέφθειρε
όσους πήγαιναν
κοντά του και
τους έστελνε
πίσω
χειρότερους
από όσο τους
δεχόταν· γιατί
νομίζω ότι
πέθανε σε
ηλικία 70
περίπου χρονών
και ήταν στην
τέχνη σαράντα
χρόνια. Σε όλα
τούτα τα χρόνια,
ώς τούτη την
ημέρα ακόμη, η
καλή του φήμη
δεν έχει πάψει».
Φυσικά εδώ ο
Πλάτωνας δεν
μας λέει πώς
πέθανε ο
Πρωταγόρας
ούτε λέει τι
είχε προηγηθεί
του θανάτου του.
Δεν υπάρχει
κάποια
πληροφορία για
τον τρόπο
θανάτου και ό,τι
συνέβη πιο πριν,
η οποία να
αναιρεί την
πληροφορία του
Διογένη
Λαέρτιου. Το
όλο επιχείρημα
των
αμφισβητιών
βρίσκεται στην
τελευταία
φράση: «Σε όλα
τούτα τα χρόνια,
ώς τούτη την
ημέρα ακόμη, η
καλή του φήμη
δεν έχει πάψει».
Αυτό για τους
αμφισβητίες
σημαίνει ότι,
αφού είχε ώς
τώρα (=ώς τη
στιγμή της
συγγραφής του Μένωνα από
τον Πλάτωνα)
καλή φήμη ο
Πρωταγόρας, δεν
γίνεται να
καταδιώχτηκε.
Αν
καταδιωκόταν,
υποστηρίζουν
αυτοί, ο Πλάτων
θα έλεγε ότι ο
Πρωταγόρας
είχε κακή φήμη.
Ο Doods
(Οι Έλληνες και
το παράλογο, εκδ.
Καρδαμίτσα, σ. 275,
σημ. 66)
αντικρούει το
επιχείρημα
αυτό: «Ο Burnet
(Thales
to
Plato,
112), και άλλοι μετά
από αυτόν,
απορρίπτει την
πλατιά
επιβεβαιωμένη
παράδοση της
δίκης του
Πρωταγόρα ως μη
ιστορική,
στηριζόμενος
στον Πλάτωνα, Μένων 91E.
Ο Πλάτωνας όμως
μιλεί εδώ για
τον Πρωταγόρα
όσον αφορά τη
διεθνή φήμη του
ως
δασκάλου,
πράγμα που δεν
μειώνεται από
έναν Αθηναίο
διώκτη
αιρέσεων· ο
Πρωταγόρας δεν
κατηγορείται
για διαφθορά
της νεολαίας
αλλά για
αθεϊσμό. Η δίκη
δεν μπορεί να
έγινε τόσο αργά
όσο το 411, αλλά η
και η παράδοση
δεν λέει ότι
έγινε». Η «καλή
φήμη», λοιπόν, «ώς
και τούτη την
ημέρα» (=μετά το
θάνατο του
Πρωταγόρα)
αφορά την
διεθνή φήμη του
σοφιστή μεταξύ
των μαθητών του
και όσων τον
θεωρούσαν
μεγάλο δάσκαλο.
Η καλή αυτή
φήμη δεν
αναιρεί διόλου
την κακή γνώμη
του Πλάτωνα ή
αυτών οι οποίοι
καταδίωξαν τον
Πρωταγόρα, κι
αυτό φαίνεται
από το ίδιο το
κείμενο του Μένωνα, όπου
ο Πλάτων, ενώ
αναφέρεται
στην «καλή φήμη»
που έχει ο
Πρωταγόρας,
όταν είναι να
εκφέρει ο ίδιος
άποψη,
κατακρίνει τον
Πρωταγόρα. Άρα
η «καλή φήμη» δεν
ήταν αποδεκτή
από όλους.
Επαναλαμβάνουμε,
ο Πλάτωνας δεν
μας λέει κάτι
το οποίο να
αναιρεί
αναγκαστικά
την ιστορία της
καταδίωξης του
Πρωταγόρα,
διότι δεν μας
λέει τα
γεγονότα προ
του θανάτο του.
Παραθέτουμε
και μια άλλη
μια γνώμη (W.K.C.
Guthrie,
Οι
Σοφιστές, ΜΙΕΤ,
σ. 320) για τα λόγια
αυτά (ειδικά
την τελευταία
φράση του
πλατωνικού Μένωνα): «δεν
βρίσκεται σε
αντίφαση με την
δίκη και την
καταδίκη· τα
ίδια θα έλεγε [ο
Πλάτων] και για
τον Σωκράτη».
Άλλο δηλαδη η
φήμη (καλή ή
κακή, η
αντικειμενική
ή υποκειμενική
άποψη) και άλλο
η δίκη και
καταδίκη.
ζ’)
Ο λάθος
υπολογισμένος
χρόνος καύσης
του
συγγράμματος
δεν συνιστά
εμπόδιο στο να
είναι αποδεκτή
η είδηση. Ίσως ο
Διογένης
Λαέρτιος κάνει
λάθος ότι ήταν
το πρώτο
σύγγραμμα του
Πρωταγόρα·
ίσως και ο
Φιλόχορος,
επειδή δε
γινόταν να
ξέρει όλα τα
βιβλία του κάθε
σοφιστή, να
έκανε λάθος (μπορεί
κι από
υπερβάλλοντα
ζήλο, αφού ήταν
θρήσκος και θα
ήθελε να δείξει
ότι οι Αθηναίοι
ευθύς εξαρχής
έδιωξαν τον
Πρωταγόρα). Το
πότε γράφτηκε
το σύγγραμμα
είναι άγνωστο.
Επίσης δεν
πρέπει να
ξεχνάμε ότι
υπήρχε νόμος
εναντίον όσων
αμφισβητούσαν
την κρατική
αρχαία
θρησκεία. Δεν
ήταν κάτι το «εξαιρετικά
απίθανο»
λοιπόν να
συνέβη η δίωξη.
Εξάλλου η
αντίδραση κατά
των δημοκρατών
και των
σοφιστών δεν
άρχισε μια μέρα,
αλλά φούντωνε
σταδιακά.
Μπορεί λοιπόν ό,τι
στα 430 π.Χ. ήταν
ανεκτό (ή οι
αντιδράσεις να
ήταν λιγοστές),
στα 410 (οι
ημερομηνίες
είναι τυχαίες)
να μην ήταν
πλέον. Για
παράδειγμα, ο
Αναξαγόρας
αρχικώς ήταν
ανεκτός στην
Αθήνα, όπως κι ο
Διαγόρας, όπως
και άλλοι·
ωστόσο
αργότερα
καταδικάστηκαν
για ασέβεια.
Έτσι, μπορεί το
σύγγραμμα αυτό
ενώ αρχικά, στο
στάδιο της
φιλελευθεροποίησης
της Αθήνας, να
μην προκαλούσε
αγανάκτηση,
ωστόσο στο
στάδιο της
ολιγαρχικής
αντίδρασης
κάθε τι, και
αυτό,
προκαλούσε την
αγανάκτηση.
Μπορεί τέλος
απλούστατα το
σύγγραμμα να
εγράφη στο
τέλος της ζωής
του Πρωταγόρα.
Ούτε η ηλικία
παίζει ρόλο
στην καταδίωξη
του Πρωταγόρα:
ο Σωκράτης
θανατώθηκε,
όταν ήταν
εβδομηντάρης.
Υπάρχουν τόσες
πολλές δυνατές
εκδοχές του
γεγονότος, που
δεν τίθεται
ζήτημα να
απορρίψουμε
την είδηση,
επειδή δεν την
λέει ο Πλάτων ή
επειδή ο
Διογένης
Λαέρτιος
σφάλλει σ’ ένα
σημείο.
η’)
Στο σημείο αυτό
βέβαια πρέπει
να εξετάσουμε
την
αντικειμενικότητα
του Φιλόχορου,
αφού από αυτήν
εξαρτάται η
είδηση του
Διογένη
Λαέρτιου. Διότι,
αν ο Φιλόχορος
ήταν κάποιος
φανατισμένος,
αν κανείς στην
Αρχαιότητα δεν
έπαιρνε στα
σοβαρά τα
γραπτά του,
τότε είναι
προφανές ότι η
πληροφορία του
είναι ψευδής.
Ας δούμε τι
λένε οι εξής
εγκυκλοπαίδειες
για τον
Φιλόχορο.
Εγκ. Πάπυρος
λάρους
μπριτάννικα: «Ιεροσκόπος
και μάντης στο
επάγγελμα (...) Το
κυριότερο και
εκτενέστερο (δεκαεπτά
βιβλία) έργο
του, Ατθίς,
κάλυπτε την
ιστορία της
Αθήνας από τους
μυθικούς
χρόνους ώς την
εποχή του
Αντίοχου Β’ (261 π.Χ.)
Ο Φιλόχορος διακρινόταν
για την
ευσυνειδησία
και την
επιμέλειά του,
γι' αυτό και το
έργο του
αποτέλεσε
έγκυρη πηγή
πληροφόρησης
για πολλούς
μεταγενέστερους
συγγραφείς (....)».
Εγκυκλοπαίδεια
Υδρία: «Αθηναίος
ατθιδογράφος, από
τους
καλύτερους του
είδους του.
Γεννήθηκε το 340 π.Χ.
από
επιφανή
οικογένεια
(...) Το 306 π.Χ. ο Φ.
άσκησε τα
λειτουργήματα
του μάντη και
του ιεροσκόπου.
(...) Ο κατάλογος
των έργων του
περιλαμβάνει είκοσι επτά
τίτλους. Το
σπουδαιότερο
απ' όλα ήταν η "Ατθίς",
σε δεκαεπτά
βιβλία, που
περιλάμβανε
την ιστορία της
Αθήνας από τους
μυθικούς
χρόνους ώς το 261/260
π.Χ., δηλ. μέχρι
την εποχή του
Αντίοχου Β'. Σ'
αυτό
ακολούθησε ο
συγγραφέας τη
χρονολογική
κατάταξη κατά
βασιλιάδες και
άρχοντες, ενώ εξέθετε
διεξοδικά τα
ιστορικά
γεγονότα.
Φαίνεται ότι ο
Φ. έκανε
επιτομή της "Ατθίδος",
ενώ αργότερα ο
Ασίνιος Πολίων
διασκεύασε και
επεξεργάστηκε
την πρώτη ή
έκαμε δεύτερη
επιτομή,
προορισμένη,
μάλλον, για
τους Ρωμαίους.
Κατ’ αναφορά
του λ. Σουίδα ο
κατάλογος των
έργων του
περιλαμβάνει
τους τίτλους: Περί
μαντικής, σε
τέσσερα βιβλία,
Περί θυσιών,
σε ένα βιβλίο,
Περί της
Τετραπόλεως, Σαλαμίνος
κτίσις, Περί
των Αθήνησιν
αγώνων, σε
δεκαεπτά
βιβλία, Περί
των Αθήνησιν
αρξάντων από
Σωκρατίδου και
μέχρις Απολλοδώρου,
Ολυμπιάδες,
Προς την
Δήμωνος Ατθίδα,
Επιτομή της
Διονυσίου
πραγματείας
περί ιερών,
Περί Αλκμάνος,
Περί μυστηρίων
των Αθήνησι, Δηλιακά,
σε δύο βιβλία, Περί
Ευρημάτων, Περί
καθαρμών, Περί
συμβόλων. Τα
έργα του Φ.
αποτέλεσαν
πηγή για
πολλούς
μεταγενέστερους
ιστορικούς και
γραμματικούς».
Μεγάλη
Ελληνική
Εγκυκλοπαίδεια:
«Ο Φιλόχορος
ανεδείχθη ο
επιφανέστερος
των
ατθιδογράφων.
Η Ατθίς του, εις 17
βιβλία (...) ήτο πολύ
διεξοδική,
διότι ο ίδιος
ηναγκάσθη να
ποιήση
επιτομήν της
(...) Εις την Ατθίδα,
ήτις
εξετιμάτο πολύ
υπό των αρχαίων
δια την
ευσυνειδησίαν
και ακρίβειάν
της (...) εξέθετε
τα ιστορικά και
ιδίως
τα πλησιέστερα
γεγονότα
διεξοδικώτερον
των
προϊστορικών
και
μυθολογικών. (...)
Τα πολυπληθή
άλλα ιστορικά
έργα του
Φιλοχόρου
ανεφέροντο πάλιν
εις ειδικά
ζητήματα της
ιστορίας,
τοπογραφίας
και γεωγραφίας
των Αθηνών και
της Αττικής, τα
οποία
διεπραγματεύετο
κατόπιν
ειδικών
ερευνών (...)
εκ των οποίων πλείστας
πληροφορίας
ηρύσθησαν οι
μεταγενέστεροι
ιστορικοί και
γραμματικοί.
Την σπουδαιότητα
και την σημασία
του έργου του
Φιλοχόρου
υπεμφαίνουν
ημίν αι κρίσεις
του Διονύσιου
Αλικαρνασσέως
και άλλων,
προς δε τα
ποικίλα χωρία,
τα οποία
εύρηνται
παρεμβεβλημένα
εις άλλους
συγγραφείς (...)».
Το συμπέρασμα
είναι προφανές.
Ο Φιλόχορος δεν
ήταν κανένας
δευτεροκλασάτος,
ασήμαντος
ιστοριογράφος,
ήξερε τι έγραφε
και μάλιστα
είχε ασχοληθεί
σχεδόν
αποκλειστικά
με την ιστορία
της Αθήνας, της
πατρίδας του.
Όντας μάλιστα
μάντης και
ιεροφάντης,
δηλαδή όντας
θρήσκος, δεν θα
του διέφευγε η
είδηση για την
καταδίκη των
γραπτών του
Πρωταγόρα
εξαιτίας
ασέβειας. Το
ότι όλοι οι
άλλοι Αρχαίοι
τον σέβονταν
και εκτιμούσαν
το έργο του
είναι επαρκής
απόδειξη.
-«Ο
Αναξαγόρας
μηνύθηκε για
ασέβεια επειδή
διακήρυσσε ότι
ο ήλιος είναι
μια διάπυρη
μεταλλική μάζα,
και
καταδικάστηκε
σε πρόστιμο 5
ταλάντων και
εξορία. Κατά
άλλους
καταδικάστηκε
ερήμην σε
θάνατο» («Σωτίων
μὲν γάρ φησιν
ἐν τῇ Διαδοχῇ
τῶν φιλοσόφων
ὑπὸ Κλέωνος
αὐτὸν
ἀσεβείας
κριθῆναι,
διότι τὸν
ἥλιον μύδρον
ἔλεγε
διάπυρον·
ἀπολογησαμένου
δὲ ὑπὲρ αὐτοῦ
Περικλέους
τοῦ μαθητοῦ, πέντε
ταλάντοις
ζημιωθῆναι
καὶ
φυγαδευθῆναι.
Σάτυρος δ' ἐν
τοῖς Βίοις (FHG
iii. 163) ὑπὸ
Θουκυδίδου
φησὶν
εἰσαχθῆναι
τὴν δίκην,
ἀντιπολιτευομένου
τῷ Περικλεῖ·
καὶ οὐ μόνον
ἀσεβείας ἀλλὰ
καὶ μηδισμοῦ·
καὶ ἀπόντα
καταδικασθῆναι
θανάτῳ.
Ἕρμιππος δ' ἐν
τοῖς Βίοις (FHG iii. 43)
φησὶν ὅτι
καθείρχθη ἐν
τῷ δεσμωτηρίῳ
τεθνηξόμενος.»,
Διογένης
Λαέρτιος, II, 12-13).
-Φυσικά
ο Σωκράτης,
εξοντώθηκε με
κώνειο επειδή,
κατά τους
Ειδωλολάτρες,
δεν πίστευε
στους θεούς της
πόλης (Με
οποιαδήποτε
έννοια κι αν
εννοήσουμε το «νομίζειν»,
πάλι το ίδιο
συμπέρασμα
βγαίνει: ο
Σωκράτης
καταδικάστηκε
διότι δεν
δεχόταν/πίστευε
ως θεούς αυτούς
που δεχόταν/πίστευε
η πόλη της
Αθήνας). Είναι
λάθος να
αποσιωπάται η
θρησκευτική
αιτία της
δίωξης του
Σωκράτη, κι
αυτό μας το
δείχνει ο
Αριστοφάνης,
παραθέτοντας
στις Νεφέλες
την άποψη του
πολύ κόσμου για
τον Σωκράτη.
Δεν ήταν μόνο
οι πολιτικώς
αντιφρονούντες
(ολιγαρχικοί)
μαθητές του
Σωκράτη ούτε οι
προσωπικές
αντιπάθειες
που ο Σωκράτης
με τη «μαιευτική»
του θα
δημιουργούσε
σε πολλούς,
αλλά η διάχυτη
υποψία του
πολυθεϊστικού
όχλου ότι
ασεβούσε προς
τους «θεούς».
-Το
τι κυνήγι
φιλοσόφων
γινόταν εκείνη
την εποχή (τέλη 5ου
– αρχές 4ου αι.)
από τους
Ειδωλολάτρες,
μάς το αναφέρει
ο Αριστοφάνης
στις Νεφέλες του.
Η αντίρρηση ότι
οι Νεφέλες
είναι κωμωδία
δεν στέκει
καθόλου, διότι
ο Αριστοφάνης
παρέθετε
διάφορα
πραγματικά
συμβάντα με
χιουμοριστικό
τρόπο, και
μάλιστα οι
γνώμες που
παραθέτει
είναι ακριβώς η
γνώμη του απλού
Αθηναίου.
Γράφει ο
Αριστοφάνης (στ.
1506-1509) με το στόμα
του Στρεψιάδη ο
οποίος
απευθύνεται
προς τους
σοφιστές και
τους
φιλόσοφους: «Τι
σας έπιασε και
τόση στους
θεούς ασέβεια
δείχνετε, / του
φεγγαριού τον
πισινό ψάχνετε
να βρείτε; / Διώξ’
τους, ρίξ’ τους,
βάρα τους,
γιατί πολλά ‘χουνε
κάνει, / το πιο
πολύ, το ξέρω,
ζητούσαν τους
θεούς να
βλάψουν». Ο
όχλος των
Πολυθεϊστών
προφανώς θα
είχε τέτοιες
απόψεις για
τους μη
παραδοσιακούς
φιλοσόφους του
«Χρυσού Αιώνα»,
γι’ αυτό και
καταδίκασε
τόσους πολλούς
εξ’ αυτών.
-
«Ο Πρόδικος ο
Κείος,
φιλόσοφος και
σοφιστής,
σύγχρονος του
Δημοκρίτου,
μαθητής του
Πρωταγόρα,
πέθανε στην
Αθήνα, αφού του
έδωσαν να πιεί
κώνειο, με το
αιτιολογικό
ότι διέφθειρε
τους νέους» (Σούδα).
Σχετικά πρβ.
Αριστοφάνης, απ.
490: τοῦτον
τὸν ἄνδρ’ ἢ
βυβλίον
διέφθορεν ἢ
Πρόδικος ἢ τῶν
ἀδολεσχῶν εἷς
γέ τις.
-
Ο Θεόδωρος ο
Κυρηναίος, ο
επονομαζόμενος
Άθεος, που
έζησε στο α΄
μισό του 3ου π.Χ.
αι. κατά τον
Διογένη Λαέρτη
(II, 101-102) αφού
εξορίστηκε για
τη διδασκαλία
του από την
Αθήνα, κατέφυγε
στην αυλή του
Πτολεμαίου, και
έπειτα στην
Κυρήνη, ξανά
εξορίστηκε, για
να καταφύγει
ξανά στην
Ελλάδα: «Κάποτες
που ο Θεόδωρος
είχε καθίσει
πλάι στον
ιεροφάντη
Ερυκλείδη, τον
ρώτησε: "δε μου
λες, Ευρυκλείδη,
ποιοι είναι οι
ασεβείς προς τα
μυστήρια;". Και
αφού αυτός του
απάντησε "εκείνοι
που τα
αποκαλύπτουν
στους αμύητους",
"κι εσύ", του
είπε, "είσαι
ασεβής, αφού τα
εξηγείς στους
αμύητους". Παρά
λίγο να
προσαχθεί στον
Άρειο Πάγο, αν
δεν τον γλίτωνε
ο Δημήτριος ο
Φαληρεάς. Ο
Αμφικράτης
όμως, στο Περί
ενδόξων ανδρών
βιβλίο του (FHG iv. 300),
λέει ότι
καταδικάστηκε
να πιεί το
κώνειο. (...) "Δεν
μου λες,
Θεόδωρε", του
είπε, "εσύ δεν
είσαι που σ’
έδιωξαν από την
Αθήνα;". "Σωστά
είσαι
πληροφορημένος",
του είπε˙ "πράγματι
η πόλη των
Αθηναίων,
επειδή δεν
μπορούσε να με
υποφέρι, με
πέταξε, όπως η
Σέμελη τον
Διόνυσο". (...) Την
πρώτη φορά που
τον εξόρισαν
είπε τούτο: "καλά
κάνετε, άνδρες
Κυρηναίοι, που
με εξορίζετε
από τη Λιβύη
στην Ελλάδα"»
Έκανε ένα
αστειάκι με τον
ειδωλολάτρη
ιεροφάντη ο
φιλόσοφος
Θεόδωρος κι
αμέσως η Ιερά
Εξέταση της
Ειδωλολατρίας
τον εξόρισε (Διογένης
Λαέρτιος, II,
103). Άμεση
Δημοκρατία ή
άμεση
Ειδωλοκρατία;
-
Ένας μαθητής
του Θεόδωρου
του Άθεου, ο
Ηγησίας,
δίδασκε στην
Αλεξάνδρεια,
αλλά ο
Πτολεμαίος Β’
απαγόρευσε τις
διαλέξεις του (βλ.
Κικέρ., Tusc.,
I,
34, 83) (Γιάνη
Κορδάτου, Ιστορία
της Αρχαίας
Ελληνικής
Φιλοσοφίας,
εκδ.
Μπουκουμάνη, σ.
282).
-
Ο Διαγόρας ο
Μήλιος
εξορίστηκε από
τους Αθηναίους
επειδή έλεγε
πως οι θεότητες
του Ολύμπου
είναι
ανύπαρκτες και
επειδή
διακωμωδούσε
τα απόκρυφα των
μυστηρίων και «ασέβησε
με λόγια
απένταντι στις
τελετές και τις
γιορτές», και
τον
καταδίκασαν σε
θάνατο,
επικηρύσσοντας
το κεφάλι του
με ανταμοιβή
ένα τάλαντο (Λυσίας
6.17˙ Αριστοφάνης, Όρνιθες,
στ. 1071 κ.ε.˙Σούδα).
-
Ο Στίλπων ο
Μεγαρεύς
δικάστηκε και
καταδικάστηκε
για ασέβεια
προς τα μνημεία
των θεών, και η
ποινή ήταν
εξορία: «Αυτός,
λένε, ρώτησε
κάποτε έτσι για
το άγαλμα της
Αθηνάς που είχε
φτιάξει ο
Φειδίας: "Είναι
θεός η Αθηνά, η
κόρη του Δία;",
και σαν του
είπαν "ναι", "μα
αυτή δεν είναι
του Δία, είναι
του Φειδία",
αποκρίθηκε. Και
καθώς
συμφωνούσαν,
συμπέρανε: "άρα
δεν είναι θεός".
Αλλά για την
κουβέντα του
αυτή προσήχθη
ενώπιον του
Αρείου Πάγου,
όπου δεν
αρνήθηκε ότι τα
είπε, αλλά
υποστήριξε ότι
σωστά μίλησε: "γιατί
πράγματι δεν
είναι θεός,
αλλά θεά, αφού
μόνον οι
άρρενες είναι
θεοί". Πλην
όμως οι
Αρεοπαγίτες
τον διέταξαν να
φύγει αμέσως
από την πόλη.
Τότε και ο
Θεόδωρος τον
ρώτησε
κοροϊδευτικά: "Κι
από πού το
ξέρεις αυτό,
Στίλπωνα; Μήπως
της σήκωσες το
φουστάνι και
είδες;"» (Διογένης
Λαέρτιος, II,
116). Τόλμησε να
θίξει ένα ξόανο
ο φιλόσοφος
Στίλπωνας, κι
αμέσως τον
εξόρισαν οι
Ειδωλολάτρες.
-η
Ασπασία
κατηγορήθηκε (δικάστηκε)
επί ασέβεια
προς τον
Παγανισμό (Πλούταρχου
Περικλής, 32).
-ο
Ευριπίδης
κατηγορήθηκε
για ασέβεια
προς την
Ειδωλολατρία
από τον Κλέωνα (Σάτυρου,
Βίος
Ευριπίδου, απ. 39.
Πρβλ.
Bury, CAH V. 383κ.)
-ο
Αριστοτέλης. «Στην
αρχή του
Λαμιακού
πολέμου, βρήκαν
την ευκαιρία οι
θρησκόληπτοι
Αθηναίοι, που
δε χώνευαν τον
Αριστοτέλη για
τις
επιστημονικές
του έρευνες, να
τον
κατηγορήσουν
για άθεο. Έτσι, ο
Αριστοτέλης,
για να μην
αναγκαστεί να
πιεί το κώνειο,
αναγκάστηκε να
φύγει από την
Αττική» (Γιάνη
Κορδάτου, Ιστορία
της Αρχαίας
Ελληνικής
Φιλοσοφίας,
εκδ.
Μπουκουμάνη, σ.
340) «Το ιερατείο
εκπροσωπούμενοι
από τον
ιεροφάντη της
Ελευσίνιας
Δήμητρας
Ευρυμέδοντα
και η σχολή του
Ισοκράτους δια
του Δημοφίλου,
υιού του
ιστορικού
Εφόρου
υπέβαλον
καταγγελίαν
κατά του
Αριστοτέλους
επί ασεβεία. Η
κατηγορία
πιθανώς θα
ανεφέρετο και
εις
φιλοσοφικάς
δοξασίας
περιεχόμενας
εις το Περί
ευχής
σύγγραμμά του,
εν ώ εδιδάσκετο
ότι η προσευχή
ουδέν
αποτέλεσμα
δύναται να
αποφέρει» (Κων.
Δ. Γεωργούλη, Αριστοτέλης
ο Σταγειρίτης,
εκδ. Ιστορικής
και
λαογραφικής
εταιρίας
Χαλκιδικής,
σ. 47). «Ο
Αριστοτέλης
ήρθε στην Αθήνα
και ήταν
επικεφαλής της
σχολής του για
δεκατρία
χρόνια και μετά
αποσύρθηκε στη
Χαλκίδα, επειδή
κατηγορήθηκε
από τον
Ευρυμέδοντα
τον ιεροφάντη
για ασέβεια, ή,
σύμφωνα με τον
Φαβωρίνω στην Παντοδαπή
ιστορία του,
από τον
Δημόφιλο» (Διογένης
Λαέρτιος, V,
5). Ο Αριστοτέλης
έφυγε, για να μη
δώσει, όπως
είπε, την
ευκαιρία στους
Αθηναίους να
χτυπήσουν τη
φιλοσοφία για
δεύτερη φορά (η
πρώτη ήταν με
το Σωκράτη).
-Ο
διάδοχος του
Αριστοτέλη στο Λύκειο,
ο Θεόφραστος,
επίσης
κατηγορήθηκε
για ασέβεια («Ἁγνωνίδης
τολμήσας
ἀσεβείας
αὐτὸν
γράψασθαι»
Διογένης
Λαέρτιος, V,
37).
-Ο Αισχύλος κατηγορήθηκε για ασέβεια, επειδή αποκάλυψε μερικά από τα μυστικά των Μυστηρίων σε κάποιο από τα έργα του. (Αριστ. Ηθικά Νικομάχεια 1111a 9-10). «Ο Αισχύλος ο τραγωδός κρίθηκε ένοχος για ασέβεια, λόγω ενός δράματός του. Κι ενώ ήταν έτοιμοι οι Αθηναίοι να τον λιθοβολήσουν, ο Αμεινίας, ο νεώτερος αδερφός του, τους έδειξε το χέρι του, το οποίο δεν είχε καρπό. Είχε αριστεύσει στη ναυμαχία της Σαλαμίνας ο Αμεινίας χάνοντας τον καρπό του και ήταν πρώτος των Αθηναίων. Επειδή είδαν οι δικαστές το πρόβλημά του, θυμήθηκάν τα κατορθώματά του και άφησαν τον Αισχύλο» (Αιλιανού Ποικίλη Ιστορία, 5, 19: «Αἰσχύλος ὁ τραγῳδὸς ἐκρίνατο ἀσεβείας ἐπί τινι δράματι. ἑτοίμων οὖν ὄντων Ἀθηναίων βάλειν αὐτὸν λίθοις, Ἀμεινίας ὁ νεώτερος ἀδελφὸς διακαλυψάμενος τὸ ἱμάτιον ἔδειξε τὸν πῆχυν ἔρημον τῆς χει