ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑ
Ζ' ΜΕΡΟΣ
ΔΙΩΞΕΙΣ III
15.
"Οι
παπάδες και οι
Εκκλησιαστικοί
Πατέρες ήταν
κατά της
αρχαίας
φιλοσοφίας και
παιδείας,
έβγαζαν λόγους
«κατά Ελλήνων»
και καταδικάζουν
ο,τιδήποτε
αρχαιοελληνικό
μετα
βδελυγμίας."
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Αν επιτίθονται
κατά
φιλοσοφικών
ρευμάτων οι
εκκλησιαστικοί
συγγραφείς, το
κάνουν με τον
ίδιο τρόπο που
οι φιλόσοφοι
αλληλοκατηγορούνταν
μεταξύ τους και
έστελναν στο
πυρ το εξώτερο
τις αντίπαλες
φιλοσοφίες και
τους
αντίπαλους
φιλόσοφους.
15a
ΑΡΧΑΙΟΙ
ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ
ΑΛΛΟΛΟΫΒΡΙΖΟΜΕΝΟΙ
-Ο
Αριστοτέλης
γράφει (Μεταφυσ.
Α’, 986b, 27) ότι ο
Ξενοφάνης ήταν
πολύ κατώτερος
από τον
Παρμενίδη και
μάλιστα «μικρόν
αγροικότερος».
-Ο
Αριστοτέλης
αποκαλεί
απαίδευτους
τους Κυνικούς
γράφοντας «οἱ
Ἀντισθένιοι
καὶ οἱ οὕτως
ἀπαίδευτοι»
(Μετά τα Φυσικά,
Η’, 3 (1043b,
24)).
-Ο
Αριστοτέλης
γράφει για τον
Πρωταγόρα: «ενώ
δεν λένε τίποτα
αυτού του
είδους οι
διανοητές,
δίνουν την
εντύπωση ότι
λένε κάτι
σημαντικό» (Μετά
τα Φυσικά, Ι’, 1 (1053b,
4)).
-
Ο Παρμενίδης
πήρε εξαρχής
εχθρική στάση
απέναντι στον
Ηράκλειτο.
Κάπου γράφει:
«..................................................οἱ
δὲ φοροῦνται
οἷς
τὸ πέλειν τε
καὶ οὐκ εἶναι
ταὐτόν ἐστι
κέλευθος»
-Ο
Ηράκλειτος
χλευάζει τον
Πυθαγόρα (Απ. 81): «Πυθαγόρας
κοπίδων ἐστίν
ἀρχηγός»,
«ο Πυθαγόρας
είναι αρχηγός
στους αγύρτες»,
-Ο
Ηράκλειτος
περιφρονεί τον
Ησίοδο, τον
Πυθαγόρα, τον
Ξενοφάνη και
τον Εκαταίο
λέγοντας (Απ. 40): «Η
πολυμάθεια δε
διδάσκει να
έχεις νου. Αν
ήταν έτσι θα
είχε διδάξει
τον Ησίοδο και
τον Πυθαγόρα,
ακόμα και τον
Ξενοφάνη και
τον Εκαταίο («Πολυμαθίη
νόον ἔχειν οὐ
διδάσκει˙
Ἡσίοδον γάρ ἄν
ἐδίδαξε καί
Πυθαγόρην
αὖτις τε
Ξενοφάνεά τε
καί Ἑκαταῖον»).
-Ο
Ξενοφάνης, όταν
ο Εμπεδοκλής
του είπε ότι ο
σοφός άνδρας
δεν βρίσκεται,
αυτός του
απάντησε
ειρωνικά: «φυσικά,
διότι πρέπει
κανείς να είναι
σοφός ώστε να
αναγνωρίσει
τον σοφό» («Ἐμπεδοκλέους
δὲ εἰπόντος
αὐτῷ ὅτι
ἀνεύρετός
ἐστιν ὁ σοφός, "εἰκότως,"
ἔφη· "σοφὸν
γὰρ εἶναι δεῖ
τὸν
ἐπιγνωσόμενον
τὸν σοφόν"»
Διογένης
Λαέρτιος, IX,
20).
-Για
τον Επίκουρο, «ο
στωικός
Διότιμος,
εχθρικά
διατεθειμένος
απέναντί του,
τον διέβαλε με
ιδιαίτερα
σκληρό τρόπο,
κυκλοφορώντας
πενήντα
αισχρές
επιστολές με το
όνομα του
Επίκουρου. Το
ίδιο έκανε κι
εκείνος που
συγκέντρωσε
και απέδωσε
στον Επίκουρο
τα ερωτικά
γράμματα που
αποδίδονται
στον Χρύσιππο.
Ακόμη, ο
στωικός
Ποσειδώνιος
και ο κύκλος
του και ο
Νικόλαος και ο
Σωτίων (...)
υποστηρίζουν
πως ο Επίκουρος
περιφερόταν
στα χαμόσπιτα
και διάβαζε
καθαρτήριες
ευχές.(...) Λένε,
επίσης, ότι
ήταν προαγωγός
του ενός
αδελφού του (...) ˙
ότι παρουσίαζε
ως δικές τους
τις
διδασκαλίες
του Δημόκριτου
για τα άτομα
και του
Αρίστιππου για
την ηδονή˙ ότι
δεν ήταν
γνήσιος
αθηναίος
πολίτης (...). Ο
Επίκτητος τον
ονομάζει
αισχρολόγο και
τον βρίζει για
τα καλά. Ακόμη
και ο
Τιμοκράτης,
αδελφός του
Μητρόδωρου και
μαθητής του
Επίκουρου
μέχρι να
εγκαταλείψει
τη Σχολή, στο
έργο του με τον
τίτλο Ευφρανταί
γράφει ότι ο
Επίκουρος
ξερνούσε δύο
φορές την ημέρα,
επειδή του
άρεσε να
απολαμβάνει τα
γεύματα, και
ότι ο ίδιος με
δυσκολία
κατάφερε να
ξεφύγει από
εκείνες τις
νυχτερινές
φιλοσοφικές
συζητήσεις (...)»
Διογένης
Λαέρτιος, X,
3-6), ενώ ο Τίμων,
σκεπτικός,
μαθητής του
Πύρρωνα «λέει
για τον Επίκoυρο:
ο πιο ποταπός
κι ο πιο
ξεδιάντροπος
από τους
φυσικούς,
δασκαλάκος για
παιδιά
φερμένος από τη
Σάμο, ο πιο
ανάγωγος από τα
ζωντανά» (Διογ.
Λαέρτ., X,
3).
-Αντίστοιχα,
ο Επίκουρος «τους
Πλατωνικούς
τους
αποκαλούσε «κόλακες
του [Συρακούσιου
τύραννου]
Διονύσιου» και
τον ίδιο τον
Πλάτωνα «χρυσό»˙
τον Αριστοτέλη
«άσωτο, που
σπατάλησε την
πατρική
περιουσία και
κατατάχθηκε
στο στρατό και
πουλούσε
φάρμακα»˙ τον
Πρωταγόρα «χαμάλη»
και «γραφιά του
Δημόκριτου»
και επαρχιακό
γραμματοδιδάσκαλο˙
τον Ηράκλειτο «κυκητή»
[λόγω της
θεωρίας του για
τον κυκεώνα, απ.
125], τον Δημόκριτο
«Ληρόκριτο» [φαφλατά],
τον Αντίδωρο «Σαννίδωρο»
[βλάκα], τους
Κυζικηνούς [τον
αστρονόμο και
μαθηματικό
Εύδοξο] «εχθρούς
της Ελλάδας»,
τους
διαλεκτικούς [τους
Μεγαρικούς, του
φίλου του
Σωκράτη,
Ευκλείδη] «φθονερούς
για τα πάντα»
και τον Πύρρωνα
«αμαθή και
ακαλλιέργητο»» (Διογένης
Λαέρτιος, X,
7-8). Ενώ για το
δάσκαλό του: «ο
ίδιος ο
Επίκουρος λέει
στα γράμματά
του για τον
Ναυσιφάνη: «αυτά
τον έφεραν
εκτός εαυτού,
σε σημείο που
να με προσβάλει
και να με
αποκαλέσει "καθηγητή"».
Και τον ονόμαζε
σουπιά και
αγράμματο και
απατεώνα και
πόρνο» (Διογ.
Λαέρτ., X,
7-8).
-«Σε
γενικές
γραμμές ήταν [ο
Αριστοτέλης],
σύμφωνα με τον
Επίκουρο,
αντίπαλος πιο
βλαβερός για τη
σωτηρία της
ζωής εκείνων
που
προετοιμάζονται,
όπως οι αθλητές,
για το στίβο
της πολιτικής» (Φιλόδημου
Περί
ρητορικής, 2, 58,
10-15).
-Οι
Επικούρειοι
αμφισβητούσαν
την ύπαρξη του
φιλόσοφου
Λεύκιππου (Διογένης
Λαέρτιος, X,
13). Κι αυτό διότι
αρνούνταν τον
Λεύκιππο και
ήθελαν να
αντικρούσουν
την εναντίον
τους κατηγορία
ότι ο Επίκουρος
κατάκλεψε τον
Λεύκιππο.
-Ο
Πλούταρχος στο
ένα από τα δύο
συγγράμματα
που έγραψε κατά
των
Επικούρειων, το
Ει καλώς
είρηται το λάθε
βιώσας,
τονίζει (κεφ. 1 (1128bc))
ότι όπως «άνθρωποι
με ασυγκράτητη
και ακόρεστη
φιλοδοξία
κατηγορούν τη
δόξα στους
άλλους, σαν να
είναι
αντεραστές
τους, για να την
κερδίσουν
χωρίς
ανταγωνισμούς»,
έτσι κι ο
Επίκουρος, αντί
να «ζήσει στην
αφάνεια»
διακήρυττε το «λάθε
βιώσας», ώστε ο
υπόλοιπος
κόσμος να
ακολουθήσει το
ρητό του, ενώ ο
ίδιος να
κερδίσει δόξα
και να μη
μείνει στην
αφάνεια – όπως
θα έπρεπε, αν
ακολουθούσε ο
ίδιος το ρητό
του.
-Ο Πλούταρχος έγραψε τέσσερα βιβλία κατά Στωικών κατηγορώντας τους, μεταξύ άλλων, ότι αυτά που δογματίζουν είναι παραδοξότερα κι από όσα ισχυρίζονται οι ποιητές της αρχαιοελληνικής μυθολογίας.
-Ο
Αναξαγόρας
κρατούσε κακία
εναντίον του
Δημόκριτου,
γιατί δεν τον
κάλεσε στις
διαλέξεις που
έκανε. Ο
Δημόκριτος
πάλι
κακολογούσε
τον Αναξαγόρα (Διογ.
Λαέρ., II,
14 και IX,
34). Μάλιστα
θεωρούσε πως η
αστρονομία των
συγγραμμάτων
του Αναξαγόρα
ήταν παρμένη
από άλλους (Διογ.
Λαέρτ., IX,
34 και Φαβωρίνος FHG,
III,
582, απ. 33).
-Τον
υλιστή Ίππωνα
από τη Σάμο
σατίρισαν οι
Κρατίνος (στην
κωμωδία Πανόπτης,
απ. 155) και ο
Αριστοφάνης (στις
Νεφέλες,
στ. 94 κ.ε.)
-Ο
Κλεάνθης έλεγε
πως οι
Περιπατητικοί
παθαίνουν κάτι
ανάλογο μ’ αυτό
που παθαίνουν
οι λύρες, οι
οποίες βγάζουν
ωραίο ήχο, αλλά
δεν ακούνε ποτέ
τον εαυτό τους (Διογένης
Λαέρτιος, VII,
173).
-Ο
Πλατωνικός
Αρκεσίλαος
είπε «δε
συγκινούμαι
από κολακείες»
και ο Στωικός
Κλεάνθης του
απάντησε: «σε
κολακεύω
λέγοντας ότι
άλλα λες και
άλλα κάνεις» (Διογένης
Λαέρτιος, VII,
171).
-«Ο Σωσίθεος ο ποιητής είπε για τον Κλεάνθη: "αυτούς που τους οδηγεί σαν βόδια η ανοησία του Κλεάνθη"» (Διογένης Λαέρτιος, VII, 173). Δυστυχώς όμως για τον Σωσίθεο, στο θέατρο βρίσκονταν πολλοί οπαδοί του Κλεάνθη, οι οποίοι πέταξαν έξω τον Σωσίθεο.
-Ο
Αρκεσίλαος
παρομοίαζε
τους
Επικούρειους
και τους μη
Επικούρειους
με τους άντρες
και τους
ευνούχους
αντίστοιχα (Διογένης
Λαέρτιος, IV,
6).
-ο
Πλάτωνας
κατηγορούσε
τους σοφιστές.
Ο Πλάτωνας δεν
αναφέρει καν
ούτε μια φορά
το όνομα του
Δημόκριτου (που
είχε τόση φήμη
στην Αθήνα του 5ου
π.Χ. αι., όση έχει ο
Πλάτωνας
σήμερα), επειδή
τον μισούσε για
την υλιστική
φιλοσοφία του.
-Ο Πλάτωνας αντιπαθούσε τον συμμαθητή του, Αισχίνη, και δημιούργησε τη φήμη πως οι διάλογοι που ο δεύτερος έγραψε ήταν κλεμμένοι από άλλους και μάλιστα από τον ίδιο τον Σωκράτη (Διογένης Λαέρτιος, II, 60).
-Ο
Πλάτωνας
αποκαλεί τον
πρώτο Κυνικό,
τον Αντισθένη,
περιπαιχτικά «οψιμαθή
γέροντα» (Σοφιστής,
251b).
-Αντίστοιχα,
ο Αντισθένης
αποκαλούσε τον
Πλάτωνα «επηρμένο»:
«Ἔσκωπτέ
τε Πλάτωνα ὡς
τετυφωμένον»
(Διογένης
Λαέρτιος, VI,
7).
-Ο
Τίμων
επικρίνοντας
τον Αντισθένη,
επειδή έγραφε
πολλά, τον
αποκαλεί «παντογνώστη
φλύαρο» (Διογένης
Λαέρτιος, VI,
18).
-Ο
Διογένης ο
Κυνικός έλεγε
για τον δάσκαλό
του, τον
Αντισθένη, ότι «είναι
μια τρομπέτα
που δεν άκουγε
τον εαυτό του» (Δίων
Χρυσ., V,
III,
2).
-Ο
Πλάτων
κατηγορούσε
τον Αριστοτέλη,
ότι ο
τελευταίος τον
εγκατέλειψε. «Ἀπέστη
δὲ Πλάτωνος
ἔτι
περιόντος·
ὥστε φασὶν
ἐκεῖνον
εἰπεῖν, "Ἀριστοτέλης
ἡμᾶς
ἀπελάκτισε
καθαπερεὶ τὰ
πωλάρια
γεννηθέντα
τὴν μητέρα."»
(Διογένης
Λαέρτης, V,
2).
-«Τους
Ακαδημαϊκούς ο
Τίμων τους
διασύρει με
τούτα τα λόγια:
Των
Ακαδημαϊκών η
σαχλή
περιττολογία» (Διογένης
Λαέρτιος,
IV,
67).
-Ο
φιλόσοφος
Μενέδημος «περιφρονούσε
τους
διδασκάλους
της σχολής του
Πλάτωνα και
του Ξενοκράτη»
(Διογένης
Λαέρτιος, II,
134).
-Ο
Διογένης ο
Κυνικός
κοροϊδεύει τον
Πλάτωνα και τη
φιλοσοφία του.
Ο Διογένης ο
Κυνικός «τὴν
μὴν Εὐκλείδου
[όχι του
μαθηματικού] Σχολὴν
ἔλεγε χολή, τὴν
δὲ Πλάτωνος
διατριβὴν
κατατριβήν»
(Διογένης
Λαέρτιος VI, 24, 26 και
40 και 53).
-«Ο
Θεόπομπος στον Ηδυχάρη
λέει "Δεν
υπάρχει τίποτε
που να είναι
πραγματικά ένα,
αφού και ο
αριθμός δύο,
μόλις είναι ένα,
όπως λέει ο
Πλάτων"» (Διογένης
Λαέρτιος, III,
26).
-Ο
Τίμων
παίζοντας με το
όνομα του
Πλάτωνα έλεγε «όπως
ανέπλαττε ο
Πλάτων
παράξενες
κοινοτοπίες» («ὡς
ἀνέπλασσε
Πλάτων
πεπλασμένα
θαύματα εἰδώς»)
(Διογένης
Λαέρτιος, III,
26).
-«Ο
Άλεξις στον Αγκυλιώνα
του γράφει "Μιλάς
για πράγματα
που δεν ξέρεις.
Πήγαινε να
τρέξεις μαζί με
τον Πλάωνα, και
θα τα μάθεις
όλα για το
σαπούνι και το
κρεμμύδι"» (Διογένης
Λαέρτιος, III,
27).
-«Ο
Άμφις στον Δεξιδημίδη
γράφει "Ω
Πλάτων, όλο κι
όλο που ξέρεις
είναι μόνο να
σκυθρωπιάζεις,
σμίγοντας
σεμνά τα φρύδια
σαν σαλιγκάρι"»
(Διογένης
Λαέρτιος, III,
28).
-«Ο
Άλεξις στον Παράσιτο
γράφει "Παρά
να μωρολογείς
μόνος με τον
Πλάτωνα". Τον
χλευάζει και ο
Αναξίλας στον Βοτρυλίωνα,
στην Κίρκη
και στις Πλούσιες»
(Διογένης
Λαέρτιος, III,
28).
-Σύμφωνα
με τον Αθηναίο (XI,
508b),
οι Αθηναίοι
σέβονταν τον
Δράκοντα και
τον Σόλωνα ως
νομοθέτες και
πειθάρχησαν
στη νομοθεσία
τους, ενώ
περιγελούσαν
τον νομοθέτη
και
πολιτειολόγο
Πλάτωνα.
-Ο
κωμωδιογράφος
Έφιππος, στην
κωμωδία του Ναυαγός,
παρουσιάζει
τον Πλάτωνα και
τους μαθητές
του, όχι μόνο να
συκοφαντούν
τους άλλους
αλλά και να
ζουν σε μεγάλη
πολυτέλεια και
να είναι
συμφεροντολόγοι
και ανήθικοι (Αθηναίος,
XI,
509c-e).
-Ο
Άλκιμος ο
Σικελιώτης
κατηγορούσε
τον Πλάτωνα ως
λογοκλόπο, ότι
κατάκλεψε τον
Επίχαρμο (Διογένης
Λαέρτιος, III,
9). Ο Άλκιμος
μάλιστα έγραψε
μια διατριβή
από τέσσερα
βιβλία, στην
οποία παρέθετε
κείμενα και
αποσπάσματα,
για ν’
αποδείξει τη
λογοκλοπή του
Πλάτωνα.
-Διάφοροι
άλλοι
υποστήριζαν
πως οι
πλατωνικοί
διάλογοι δεν
είναι
πρωτότυποι,
αλλά αντίθετα,
τόσο στη μορφή
όσο και στο
περιεχόμενό
τους, αντίγραφα
διαλόγων άλλων
φιλοσόφων (Αθηναίος,
XI,
505b
Αὐτὸς
δὲ τοὺς
διαλόγους του
μιμητικῶς
γράψας, ὧν τῆς
ἰδέας, οὐδ’
αὐτὸς εὑρετής
ἐστιν).
-Ο
Θεόπομπος ο
Χίος πάλι
γράφει: «Τοὺς
πολλοὺς τῶν
διαλόγων
αὐτοῦ
ἀχρείους καὶ
ψευδεῖς ἄν τις
εὕροι·
ἀλλοτρίους δὲ
τοὺς πλείους
ὄντας ἐκ τῶν
Ἀριστίππου
διατριβῶν,
ἑνίους δὲ κἀκ
τῶν
Ἀντισθένους,
πολλοὺς δὲ κἀκ
τῶν τοῦ
Βρύσωνος τοῦ
Ἡρακλεώτου»
(F.H.G.,
I,
325). Φυσικά, εδώ
δεν μας
ενδιαφέρει αν
οι πλατωνικοί
διάλογοι ήταν
αντιγραφή
άλλων (που
προφανώς δεν
ήταν), αλλά ότι
οι Αρχαίοι
Έλληνες
κατηγορούσαν
τον Πλάτωνα μετ’
επιμονής γι’
αυτό το ζήτημα,
δηλαδή να
δείξουμε το
μίσος των
Αρχαίων προς
τον Πλάτωνα.
-Ξενοφώντας
και Πλάτωνας
ήταν εχθροί, ο
πρώτος
παρουσίαζε τον
Σωκράτη
εντελώς
διαφορετικό απ’
ό,τι τον
παρουσίαζε ο
δεύτερος.
-Ο
Διογένης
Λαέρτιος (III,
40) μας λέει πως ο
Πλάτων στα
τελευταία του
ήταν
καταμόναχος
και
ψειριασμένος.
-Ο
Αντιφών
κατακρίνει τον
Σωκράτη, γιατί
γυρίζει
κουρελής και
βρωμιάρης
στους δρόμους (Ξενοφώντα,
Απομνημονεύματα).
-ο
Λουκιανός
έβριζε τον
Αριστοτέλη («ο
πιο αχρείος από
όλους τους
κόλακες» Νεκρικοί
διάλογοι
Διογένους και
Αλεξάνδρου),
τον Εμπεδοκλή («αλαζόνα»,
«κουτό», Νεκρικοί
διάλογοι
Μένιππου και
Αιάκου), τον
Πλάτωνα («έμπειρος
στην τέχνη να
κολακεύει τους
τυράννους», Νεκρικοί
διάλογοι
Μένιππου και
Αίακου) και τον
Σωκράτη («σοφιστής»,
«ψευτογενναίος»,
Νεκρικοί
διάλογοι
Μένιππου και
Κέρβερου).
-«Αν
αφαιρέσει
κανείς από τα
βιβλία του
Χρύσιππου τα
λόγια των άλλων
που έχει
παραθέσει, το
χαρτί θα του
μείνει λευκό.
Αυτά λέει ο
Απολλόδωρος ο
Αθηναίος» (Διογένης
Λαέρτιος, VII,
181).
-Ο
Λουκιανός στο Βίων
πράσις γράφει
για τον
Αρίστιππο ότι η
φιλοσοφία του
είναι
φιλοσοφία των
πλούσιων και
των γλεντζέδων,
γι’ αυτό την
ακολουθούν οι
άσωτοι και οι
τύραννοι.
-Ο
Ιουλιανός
συνιστούσε το
διάβασμα του
Πυθαγόρα, του
Πλάτωνα, του
Αριστοτέλη και
των Στωικών,
αλλά όχι τα
έργα του
Πύρρωνα (Σκεπτικοί)
και του
Επίκουρου (Επιστολή
στον Αρσάκειο).
Επίσης έγραψε
πραγματεία
κατά των
Κυνικών. Ενώ ο
ίδιος δεν ήταν
Κυνικός,
συμβούλευε
έναν Κυνικό πώς
πρέπει να είναι
ο Κυνικός.
-Ο
Νεοπλατωνικός
Παγανιστής
φιλόσοφος
Ιάμβλιχος, που
ήταν μαθητής
του Πορφύριου
και επηρέασε
σημαντικά τη
σκέψη του
Ιουλιανού, στο
έργο του Αβάμμωνος
διδασκάλου
προς την
Πορφυρίου προς
Ανεβώ
επιστολήν
αποκρίσεις και
των εν αυτή
απορρημάτων
λύσεις
χαρακτηρίζει
τους Έλληνες
ανώριμους από
την ίδια τη
φύση τους,
χωρίς
εσωτερικότητα,
ανίκανους να
ανακαλύψουν
μόνοι τους την
αλήθεια˙ τους
κατηγορεί ότι
αλλοιώνουν με
τη λεπτολογία
τους όσα
μαθαίνουν από
τους άλλους
λαούς (Ιστορία
του Ελληνικού
Έθνους,
Εκδοτικής
Αθηνών Α.Ε., τ.
ΣΤ', σ.513). Γιατί τα
λέει αυτά αφού
ήταν
Παγανιστής;
-Οι
φιλόσοφοι όχι
μόνο
αλληλοβρίζονταν,
αλλά ο Πλάτωνας
ήθελε να κάψει,
όπως είδαμε, τα
βιβλία του
Δημόκριτου
μόνο, ο Πρόκλος
όλα τα βιβλία
εκτός του
Τίμαιου.
15b
ΠΑΤΕΡΕΣ
ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΚΑΙ ΑΞΙΑ ΤΗΣ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
Οι
Πατέρες της
Εκκλησίας δεν
απέρριπταν την
ελληνική
παιδεία
καθεαυτή, αλλά
μόνο τις
ειδωλολατρικές
προεκτάσεις
της, π.χ. τα
μαθηματικά τα
αποδέχονται
μόνο αν δεν
έχουν σχέση με
τον μυστικισμό
και την
αριθμοσοφία. Τα
αποδέχονται ως
επιστήμη. Γι'
αυτό κι ο Μέγας
Βασίλειος
θέλει να
μαθαίνουν τα
ελληνικά
γράμματα, ώστε
να διαλέγουν
απο αυτά ό,τι
καλύτερο έχουν.
Κάνει επιλογή,
την δική του
επιλογή και
σύνθεση (πράγμα
απολύτως
θεμιτό για
οποιοδήποτε
στοχαστή) και
αυτή είναι η
στάση εν γένει
των
εκκλησιαστικών
πατέρων. Γι'
αυτό άλλωστε
και έχουμε
ακόμη αρχαία
κείμενα, επειδή
τα διατήρησαν
όλοι αυτοί.
Εξάλλου
μπορούμε να
διαπιστώσουμε
το
φαινομενικώς
παράδοξο πως οι
Εκκλησιαστικοί
Πατέρες άλλοτε
κατακρίνουν
τους
φιλοσόφους κι
άλλοτε τους
επαινούν. Αυτό
εξηγείται με το
σκεπτικό ότι οι
Πατέρες
κατακρίνουν τα
αρνητικά των
φιλοσόφων και
επαινούν τα
θετικά τους.
Λένε μερικοί
παγανιστές π.χ. «γιατί
ο Χρυσόστομος
σε μια ομιλία
του βρίζει τον
Πλάτωνα;» Μα
διότι στην
ομιλία αυτή ο
Χρυσόστομος
κατακρίνει την
άποψη του
Πλάτωνα ότι
πρέπει οι
γυναίκες να
είναι κοινές
για όλους τους
άνδρες. Συνεπώς,
δεν
απορρίπτουν οι
Πατέρες γενικά
και αόριστα την
ελληνική σκέψη.
Κατακρίνουν
και
απορρίπτουν
μόνον όσες
ανοησίες
λέγονται. Αυτό
όμως – ότι
λέγονται και
ανοησίες από
τους έλληνες
φιλοσόφους –
δύσκολο να το
παραδεχτεί
ένας
σοβινιστής που
πιστεύει πως
ήταν τέλειοι
και όλο σωστά
πράγματα
έλεγαν οι
αρχαίοι.
«Οι
πατέρες της
Εκκλησίας
θεωρούν τη
φιλοσοφία
αγαθό άριστο
και παιδευτικό,
υπό την
προϋπόθεση ότι
θα ερμηνεύσει
εμπειρίες και
τα δεδομένα της
κτίσης και της
ιστορίας, και
κατά κανένα
τρόπο δεν θα
αντικαθιστά τη
δογματική
διδασκαλία, μια
και το επιστητό
της δογματικής
δεν είναι η
κτιστή
πραγματικότητα.
Η επιστήμη και
η φιλοσοφία
μόνο στο
επιστητό της
κτίσης και της
ιστορίας
αναφέρονται» (Ν.
Α. Ματσούκα, Ιστορία
της Φιλοσοφίας,
Αρχαίας
Ελληνικής-
Βυζαντινής-Δυτικοευρωπαϊκής,
εκδ. Πουρναράς, σ.
414).
«Πρώτον,
αν και η
ελληνική
παιδεία δεν
κρίθηκε ποτέ,
ούτε από τον
Χριστό ούτε από
τους
Αποστόλους του
θεόπνευστη,
οπωσδήποτε δεν
απορρίφθηκε
από αυτούς ως
βλαβερή.
Δεύτερον,
πολλοί από τους
έλληνες
φιλοσόφους δεν
απέχουν πολύ
από τη γνώση
του αληθούς
Θεού»,
γράφει ο Σωκράτης
ο Βυζάντιος,
τον 5ο αι.
(Εκκλ. Ιστ., 3, 16). «Νομίζω
ότι όλοι όσοι
είναι
μυαλωμένοι
ομολογούν ότι η
παιδεία είναι
το πρώτιστο
αγαθό μας. Και
δεν εννοώ μόνο
την
ευγενέστερη
δική μας
παιδεία, δηλαδή
τη Χριστιανική,
αλλά και την
Εθνική, την
οποία πολλοί
από τους
Χριστιανούς,
κακώς
γνωρίζοντες τα
πράγματα,
απορρίπτουν ως
επίβουλη και
εσφαλμένη και
απομακρύνουσα
από το Θεό. Δεν
πρέπει να μην
τιμάμε την
παιδεία, όπως
νομίζουν
μερικοί, τους
οποίους πρέπει
να θεωρούμε
σκαιούς και
απαίδευτους»,
λέει ο άγιος
Γρηγόριος ο
Θεολόγος (Επιτάφιος
εις Μ.
Βασίλειον, 11 (PG
36, 508)).
«Προςήκει
μὴ καμεῖν
πανταχόθεν
ἀνιχνεύοντας
τὴν ἀλήθειαν»,
γράφει ο άγιος
Γρηγόριος
Νύσσης (Περί
της Εξαημέρου
(PG 44, 27A)).
15c
ΒΙΑ
ΚΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΙ
ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
Μήπως
ήταν υπεύθυνοι
οι διοικούντες
την Εκκλησία
για τις
καταστροφές
που προκάλεσαν
ο όχλος και οι
αυτοκράτορες;
Μελετώντας τα
κείμενα των
Πατέρων της
Εκκλησίας
βλέπουμε ότι
αυτοί συνέχεια
τονίζουν ρητώς
την σύνδεση της
αρετής και
συνεπώς της
Χριστιανικής
πίστης με την
ελεύθερη
θέληση, οπότε
αποκλείεται το
ενδεχόμενο οι
διάφοροι
βανδαλισμοί
και διώξεις
Εθνικών να
έγιναν με
προτροπή ή
ηθική
αυτουργία δική
τους.
Το σπάσιμο των ειδώλων καταδικάστηκε από τη σύνοδο της Ελβίρα (306 μ.Χ.), η οποία, στον 60ο κανόνα της αποφάσισε ότι κάθε Χριστιανός που θα καταδικαζόταν σε θάνατο από τους Ρωμαίους επειδή έσπασε αγάλματα, δεν θα καταγραφόταν ως μάρτυρας.
Ορισμένοι κάνουν λόγο για τις διατάξεις νη’ και πδ’ της τοπικής συνόδου της Καρθαγένης (419 μ.Χ.) με τις οποίες αυτή ζητά από τους βασιλείς να εξαλείψουν τα «εγκαταλείμματα των ειδώλων τα κατά πάσαν την Αφρικήν»: «Είναι φανερό πως πρόκειται για τοπικού χαρακτήρα πρωτοβουλία, που αφορούσε συγκυρίες της λατινικής Εκκλησίας στη Βόρεια Αφρική (Υποσημείωση 39: Έχει επισημανθεί, μάλιστα, ότι, ως αιτήματα-υπομνήματα, οι διατάξεις αυτές της Καρθαγένης δεν αποτελούν καν πραγματικούς κανόνες. Βλ. Π. Μπούμη, Ορθόδοξη ιεραποστολή, η απελευθέρωση των λαών και το «γκρέμισμα» των (ειδωλολατρικών) ναών: «Πορευθέντες». Χαριστήριος Τόμος προς τιμήν του αρχιεπ. Αλβανίας Αναστασίου, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1997, σσ. 489-492). Στο κείμενο, άλλωστε, των διατάξεων είναι έκδηλη η εκ μέρους των συντακτών τους επίγνωση της συγκυριακότητάς τους. Και μάλιστα, είναι αξιοπρόσεκτο ότι _