ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑ
Ζ' ΜΕΡΟΣ
ΔΙΩΞΕΙΣ III
15.
"Οι
παπάδες και οι
Εκκλησιαστικοί
Πατέρες ήταν
κατά της
αρχαίας
φιλοσοφίας και
παιδείας,
έβγαζαν λόγους
«κατά Ελλήνων»
και καταδικάζουν
ο,τιδήποτε
αρχαιοελληνικό
μετα
βδελυγμίας."
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Αν επιτίθονται
κατά
φιλοσοφικών
ρευμάτων οι
εκκλησιαστικοί
συγγραφείς, το
κάνουν με τον
ίδιο τρόπο που
οι φιλόσοφοι
αλληλοκατηγορούνταν
μεταξύ τους και
έστελναν στο
πυρ το εξώτερο
τις αντίπαλες
φιλοσοφίες και
τους
αντίπαλους
φιλόσοφους.
15a
ΑΡΧΑΙΟΙ
ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ
ΑΛΛΟΛΟΫΒΡΙΖΟΜΕΝΟΙ
-Ο
Αριστοτέλης
γράφει (Μεταφυσ.
Α’, 986b, 27) ότι ο
Ξενοφάνης ήταν
πολύ κατώτερος
από τον
Παρμενίδη και
μάλιστα «μικρόν
αγροικότερος».
-Ο
Αριστοτέλης
αποκαλεί
απαίδευτους
τους Κυνικούς
γράφοντας «οἱ
Ἀντισθένιοι
καὶ οἱ οὕτως
ἀπαίδευτοι»
(Μετά τα Φυσικά,
Η’, 3 (1043b,
24)).
-Ο
Αριστοτέλης
γράφει για τον
Πρωταγόρα: «ενώ
δεν λένε τίποτα
αυτού του
είδους οι
διανοητές,
δίνουν την
εντύπωση ότι
λένε κάτι
σημαντικό» (Μετά
τα Φυσικά, Ι’, 1 (1053b,
4)).
-
Ο Παρμενίδης
πήρε εξαρχής
εχθρική στάση
απέναντι στον
Ηράκλειτο.
Κάπου γράφει:
«..................................................οἱ
δὲ φοροῦνται
οἷς
τὸ πέλειν τε
καὶ οὐκ εἶναι
ταὐτόν ἐστι
κέλευθος»
-Ο
Ηράκλειτος
χλευάζει τον
Πυθαγόρα (Απ. 81): «Πυθαγόρας
κοπίδων ἐστίν
ἀρχηγός»,
«ο Πυθαγόρας
είναι αρχηγός
στους αγύρτες»,
-Ο
Ηράκλειτος
περιφρονεί τον
Ησίοδο, τον
Πυθαγόρα, τον
Ξενοφάνη και
τον Εκαταίο
λέγοντας (Απ. 40): «Η
πολυμάθεια δε
διδάσκει να
έχεις νου. Αν
ήταν έτσι θα
είχε διδάξει
τον Ησίοδο και
τον Πυθαγόρα,
ακόμα και τον
Ξενοφάνη και
τον Εκαταίο («Πολυμαθίη
νόον ἔχειν οὐ
διδάσκει˙
Ἡσίοδον γάρ ἄν
ἐδίδαξε καί
Πυθαγόρην
αὖτις τε
Ξενοφάνεά τε
καί Ἑκαταῖον»).
-Ο
Ξενοφάνης, όταν
ο Εμπεδοκλής
του είπε ότι ο
σοφός άνδρας
δεν βρίσκεται,
αυτός του
απάντησε
ειρωνικά: «φυσικά,
διότι πρέπει
κανείς να είναι
σοφός ώστε να
αναγνωρίσει
τον σοφό» («Ἐμπεδοκλέους
δὲ εἰπόντος
αὐτῷ ὅτι
ἀνεύρετός
ἐστιν ὁ σοφός, "εἰκότως,"
ἔφη· "σοφὸν
γὰρ εἶναι δεῖ
τὸν
ἐπιγνωσόμενον
τὸν σοφόν"»
Διογένης
Λαέρτιος, IX,
20).
-Για
τον Επίκουρο, «ο
στωικός
Διότιμος,
εχθρικά
διατεθειμένος
απέναντί του,
τον διέβαλε με
ιδιαίτερα
σκληρό τρόπο,
κυκλοφορώντας
πενήντα
αισχρές
επιστολές με το
όνομα του
Επίκουρου. Το
ίδιο έκανε κι
εκείνος που
συγκέντρωσε
και απέδωσε
στον Επίκουρο
τα ερωτικά
γράμματα που
αποδίδονται
στον Χρύσιππο.
Ακόμη, ο
στωικός
Ποσειδώνιος
και ο κύκλος
του και ο
Νικόλαος και ο
Σωτίων (...)
υποστηρίζουν
πως ο Επίκουρος
περιφερόταν
στα χαμόσπιτα
και διάβαζε
καθαρτήριες
ευχές.(...) Λένε,
επίσης, ότι
ήταν προαγωγός
του ενός
αδελφού του (...) ˙
ότι παρουσίαζε
ως δικές τους
τις
διδασκαλίες
του Δημόκριτου
για τα άτομα
και του
Αρίστιππου για
την ηδονή˙ ότι
δεν ήταν
γνήσιος
αθηναίος
πολίτης (...). Ο
Επίκτητος τον
ονομάζει
αισχρολόγο και
τον βρίζει για
τα καλά. Ακόμη
και ο
Τιμοκράτης,
αδελφός του
Μητρόδωρου και
μαθητής του
Επίκουρου
μέχρι να
εγκαταλείψει
τη Σχολή, στο
έργο του με τον
τίτλο Ευφρανταί
γράφει ότι ο
Επίκουρος
ξερνούσε δύο
φορές την ημέρα,
επειδή του
άρεσε να
απολαμβάνει τα
γεύματα, και
ότι ο ίδιος με
δυσκολία
κατάφερε να
ξεφύγει από
εκείνες τις
νυχτερινές
φιλοσοφικές
συζητήσεις (...)»
Διογένης
Λαέρτιος, X,
3-6), ενώ ο Τίμων,
σκεπτικός,
μαθητής του
Πύρρωνα «λέει
για τον Επίκoυρο:
ο πιο ποταπός
κι ο πιο
ξεδιάντροπος
από τους
φυσικούς,
δασκαλάκος για
παιδιά
φερμένος από τη
Σάμο, ο πιο
ανάγωγος από τα
ζωντανά» (Διογ.
Λαέρτ., X,
3).
-Αντίστοιχα,
ο Επίκουρος «τους
Πλατωνικούς
τους
αποκαλούσε «κόλακες
του [Συρακούσιου
τύραννου]
Διονύσιου» και
τον ίδιο τον
Πλάτωνα «χρυσό»˙
τον Αριστοτέλη
«άσωτο, που
σπατάλησε την
πατρική
περιουσία και
κατατάχθηκε
στο στρατό και
πουλούσε
φάρμακα»˙ τον
Πρωταγόρα «χαμάλη»
και «γραφιά του
Δημόκριτου»
και επαρχιακό
γραμματοδιδάσκαλο˙
τον Ηράκλειτο «κυκητή»
[λόγω της
θεωρίας του για
τον κυκεώνα, απ.
125], τον Δημόκριτο
«Ληρόκριτο» [φαφλατά],
τον Αντίδωρο «Σαννίδωρο»
[βλάκα], τους
Κυζικηνούς [τον
αστρονόμο και
μαθηματικό
Εύδοξο] «εχθρούς
της Ελλάδας»,
τους
διαλεκτικούς [τους
Μεγαρικούς, του
φίλου του
Σωκράτη,
Ευκλείδη] «φθονερούς
για τα πάντα»
και τον Πύρρωνα
«αμαθή και
ακαλλιέργητο»» (Διογένης
Λαέρτιος, X,
7-8). Ενώ για το
δάσκαλό του: «ο
ίδιος ο
Επίκουρος λέει
στα γράμματά
του για τον
Ναυσιφάνη: «αυτά
τον έφεραν
εκτός εαυτού,
σε σημείο που
να με προσβάλει
και να με
αποκαλέσει "καθηγητή"».
Και τον ονόμαζε
σουπιά και
αγράμματο και
απατεώνα και
πόρνο» (Διογ.
Λαέρτ., X,
7-8).
-«Σε
γενικές
γραμμές ήταν [ο
Αριστοτέλης],
σύμφωνα με τον
Επίκουρο,
αντίπαλος πιο
βλαβερός για τη
σωτηρία της
ζωής εκείνων
που
προετοιμάζονται,
όπως οι αθλητές,
για το στίβο
της πολιτικής» (Φιλόδημου
Περί
ρητορικής, 2, 58,
10-15).
-Οι
Επικούρειοι
αμφισβητούσαν
την ύπαρξη του
φιλόσοφου
Λεύκιππου (Διογένης
Λαέρτιος, X,
13). Κι αυτό διότι
αρνούνταν τον
Λεύκιππο και
ήθελαν να
αντικρούσουν
την εναντίον
τους κατηγορία
ότι ο Επίκουρος
κατάκλεψε τον
Λεύκιππο.
-Ο
Πλούταρχος στο
ένα από τα δύο
συγγράμματα
που έγραψε κατά
των
Επικούρειων, το
Ει καλώς
είρηται το λάθε
βιώσας,
τονίζει (κεφ. 1 (1128bc))
ότι όπως «άνθρωποι
με ασυγκράτητη
και ακόρεστη
φιλοδοξία
κατηγορούν τη
δόξα στους
άλλους, σαν να
είναι
αντεραστές
τους, για να την
κερδίσουν
χωρίς
ανταγωνισμούς»,
έτσι κι ο
Επίκουρος, αντί
να «ζήσει στην
αφάνεια»
διακήρυττε το «λάθε
βιώσας», ώστε ο
υπόλοιπος
κόσμος να
ακολουθήσει το
ρητό του, ενώ ο
ίδιος να
κερδίσει δόξα
και να μη
μείνει στην
αφάνεια – όπως
θα έπρεπε, αν
ακολουθούσε ο
ίδιος το ρητό
του.
-Ο Πλούταρχος έγραψε τέσσερα βιβλία κατά Στωικών κατηγορώντας τους, μεταξύ άλλων, ότι αυτά που δογματίζουν είναι παραδοξότερα κι από όσα ισχυρίζονται οι ποιητές της αρχαιοελληνικής μυθολογίας.
-Ο
Αναξαγόρας
κρατούσε κακία
εναντίον του
Δημόκριτου,
γιατί δεν τον
κάλεσε στις
διαλέξεις που
έκανε. Ο
Δημόκριτος
πάλι
κακολογούσε
τον Αναξαγόρα (Διογ.
Λαέρ., II,
14 και IX,
34). Μάλιστα
θεωρούσε πως η
αστρονομία των
συγγραμμάτων
του Αναξαγόρα
ήταν παρμένη
από άλλους (Διογ.
Λαέρτ., IX,
34 και Φαβωρίνος FHG,
III,
582, απ. 33).
-Τον
υλιστή Ίππωνα
από τη Σάμο
σατίρισαν οι
Κρατίνος (στην
κωμωδία Πανόπτης,
απ. 155) και ο
Αριστοφάνης (στις
Νεφέλες,
στ. 94 κ.ε.)
-Ο
Κλεάνθης έλεγε
πως οι
Περιπατητικοί
παθαίνουν κάτι
ανάλογο μ’ αυτό
που παθαίνουν
οι λύρες, οι
οποίες βγάζουν
ωραίο ήχο, αλλά
δεν ακούνε ποτέ
τον εαυτό τους (Διογένης
Λαέρτιος, VII,
173).
-Ο
Πλατωνικός
Αρκεσίλαος
είπε «δε
συγκινούμαι
από κολακείες»
και ο Στωικός
Κλεάνθης του
απάντησε: «σε
κολακεύω
λέγοντας ότι
άλλα λες και
άλλα κάνεις» (Διογένης
Λαέρτιος, VII,
171).
-«Ο Σωσίθεος ο ποιητής είπε για τον Κλεάνθη: "αυτούς που τους οδηγεί σαν βόδια η ανοησία του Κλεάνθη"» (Διογένης Λαέρτιος, VII, 173). Δυστυχώς όμως για τον Σωσίθεο, στο θέατρο βρίσκονταν πολλοί οπαδοί του Κλεάνθη, οι οποίοι πέταξαν έξω τον Σωσίθεο.
-Ο
Αρκεσίλαος
παρομοίαζε
τους
Επικούρειους
και τους μη
Επικούρειους
με τους άντρες
και τους
ευνούχους
αντίστοιχα (Διογένης
Λαέρτιος, IV,
6).
-ο
Πλάτωνας
κατηγορούσε
τους σοφιστές.
Ο Πλάτωνας δεν
αναφέρει καν
ούτε μια φορά
το όνομα του
Δημόκριτου (που
είχε τόση φήμη
στην Αθήνα του 5ου
π.Χ. αι., όση έχει ο
Πλάτωνας
σήμερα), επειδή
τον μισούσε για
την υλιστική
φιλοσοφία του.
-Ο Πλάτωνας αντιπαθούσε τον συμμαθητή του, Αισχίνη, και δημιούργησε τη φήμη πως οι διάλογοι που ο δεύτερος έγραψε ήταν κλεμμένοι από άλλους και μάλιστα από τον ίδιο τον Σωκράτη (Διογένης Λαέρτιος, II, 60).
-Ο
Πλάτωνας
αποκαλεί τον
πρώτο Κυνικό,
τον Αντισθένη,
περιπαιχτικά «οψιμαθή
γέροντα» (Σοφιστής,
251b).
-Αντίστοιχα,
ο Αντισθένης
αποκαλούσε τον
Πλάτωνα «επηρμένο»:
«Ἔσκωπτέ
τε Πλάτωνα ὡς
τετυφωμένον»
(Διογένης
Λαέρτιος, VI,
7).
-Ο
Τίμων
επικρίνοντας
τον Αντισθένη,
επειδή έγραφε
πολλά, τον
αποκαλεί «παντογνώστη
φλύαρο» (Διογένης
Λαέρτιος, VI,
18).
-Ο
Διογένης ο
Κυνικός έλεγε
για τον δάσκαλό
του, τον
Αντισθένη, ότι «είναι
μια τρομπέτα
που δεν άκουγε
τον εαυτό του» (Δίων
Χρυσ., V,
III,
2).
-Ο
Πλάτων
κατηγορούσε
τον Αριστοτέλη,
ότι ο
τελευταίος τον
εγκατέλειψε. «Ἀπέστη
δὲ Πλάτωνος
ἔτι
περιόντος·
ὥστε φασὶν
ἐκεῖνον
εἰπεῖν, "Ἀριστοτέλης
ἡμᾶς
ἀπελάκτισε
καθαπερεὶ τὰ
πωλάρια
γεννηθέντα
τὴν μητέρα."»
(Διογένης
Λαέρτης, V,
2).
-«Τους
Ακαδημαϊκούς ο
Τίμων τους
διασύρει με
τούτα τα λόγια:
Των
Ακαδημαϊκών η
σαχλή
περιττολογία» (Διογένης
Λαέρτιος,
IV,
67).
-Ο
φιλόσοφος
Μενέδημος «περιφρονούσε
τους
διδασκάλους
της σχολής του
Πλάτωνα και
του Ξενοκράτη»
(Διογένης
Λαέρτιος, II,
134).
-Ο
Διογένης ο
Κυνικός
κοροϊδεύει τον
Πλάτωνα και τη
φιλοσοφία του.
Ο Διογένης ο
Κυνικός «τὴν
μὴν Εὐκλείδου
[όχι του
μαθηματικού] Σχολὴν
ἔλεγε χολή, τὴν
δὲ Πλάτωνος
διατριβὴν
κατατριβήν»
(Διογένης
Λαέρτιος VI, 24, 26 και
40 και 53).
-«Ο
Θεόπομπος στον Ηδυχάρη
λέει "Δεν
υπάρχει τίποτε
που να είναι
πραγματικά ένα,
αφού και ο
αριθμός δύο,
μόλις είναι ένα,
όπως λέει ο
Πλάτων"» (Διογένης
Λαέρτιος, III,
26).
-Ο
Τίμων
παίζοντας με το
όνομα του
Πλάτωνα έλεγε «όπως
ανέπλαττε ο
Πλάτων
παράξενες
κοινοτοπίες» («ὡς
ἀνέπλασσε
Πλάτων
πεπλασμένα
θαύματα εἰδώς»)
(Διογένης
Λαέρτιος, III,
26).
-«Ο
Άλεξις στον Αγκυλιώνα
του γράφει "Μιλάς
για πράγματα
που δεν ξέρεις.
Πήγαινε να
τρέξεις μαζί με
τον Πλάωνα, και
θα τα μάθεις
όλα για το
σαπούνι και το
κρεμμύδι"» (Διογένης
Λαέρτιος, III,
27).
-«Ο
Άμφις στον Δεξιδημίδη
γράφει "Ω
Πλάτων, όλο κι
όλο που ξέρεις
είναι μόνο να
σκυθρωπιάζεις,
σμίγοντας
σεμνά τα φρύδια
σαν σαλιγκάρι"»
(Διογένης
Λαέρτιος, III,
28).
-«Ο
Άλεξις στον Παράσιτο
γράφει "Παρά
να μωρολογείς
μόνος με τον
Πλάτωνα". Τον
χλευάζει και ο
Αναξίλας στον Βοτρυλίωνα,
στην Κίρκη
και στις Πλούσιες»
(Διογένης
Λαέρτιος, III,
28).
-Σύμφωνα
με τον Αθηναίο (XI,
508b),
οι Αθηναίοι
σέβονταν τον
Δράκοντα και
τον Σόλωνα ως
νομοθέτες και
πειθάρχησαν
στη νομοθεσία
τους, ενώ
περιγελούσαν
τον νομοθέτη
και
πολιτειολόγο
Πλάτωνα.
-Ο
κωμωδιογράφος
Έφιππος, στην
κωμωδία του Ναυαγός,
παρουσιάζει
τον Πλάτωνα και
τους μαθητές
του, όχι μόνο να
συκοφαντούν
τους άλλους
αλλά και να
ζουν σε μεγάλη
πολυτέλεια και
να είναι
συμφεροντολόγοι
και ανήθικοι (Αθηναίος,
XI,
509c-e).
-Ο
Άλκιμος ο
Σικελιώτης
κατηγορούσε
τον Πλάτωνα ως
λογοκλόπο, ότι
κατάκλεψε τον
Επίχαρμο (Διογένης
Λαέρτιος, III,
9). Ο Άλκιμος
μάλιστα έγραψε
μια διατριβή
από τέσσερα
βιβλία, στην
οποία παρέθετε
κείμενα και
αποσπάσματα,
για ν’
αποδείξει τη
λογοκλοπή του
Πλάτωνα.
-Διάφοροι
άλλοι
υποστήριζαν
πως οι
πλατωνικοί
διάλογοι δεν
είναι
πρωτότυποι,
αλλά αντίθετα,
τόσο στη μορφή
όσο και στο
περιεχόμενό
τους, αντίγραφα
διαλόγων άλλων
φιλοσόφων (Αθηναίος,
XI,
505b
Αὐτὸς
δὲ τοὺς
διαλόγους του
μιμητικῶς
γράψας, ὧν τῆς
ἰδέας, οὐδ’
αὐτὸς εὑρετής
ἐστιν).
-Ο
Θεόπομπος ο
Χίος πάλι
γράφει: «Τοὺς
πολλοὺς τῶν
διαλόγων
αὐτοῦ
ἀχρείους καὶ
ψευδεῖς ἄν τις
εὕροι·
ἀλλοτρίους δὲ
τοὺς πλείους
ὄντας ἐκ τῶν
Ἀριστίππου
διατριβῶν,
ἑνίους δὲ κἀκ
τῶν
Ἀντισθένους,
πολλοὺς δὲ κἀκ
τῶν τοῦ
Βρύσωνος τοῦ
Ἡρακλεώτου»
(F.H.G.,
I,
325). Φυσικά, εδώ
δεν μας
ενδιαφέρει αν
οι πλατωνικοί
διάλογοι ήταν
αντιγραφή
άλλων (που
προφανώς δεν
ήταν), αλλά ότι
οι Αρχαίοι
Έλληνες
κατηγορούσαν
τον Πλάτωνα μετ’
επιμονής γι’
αυτό το ζήτημα,
δηλαδή να
δείξουμε το
μίσος των
Αρχαίων προς
τον Πλάτωνα.
-Ξενοφώντας
και Πλάτωνας
ήταν εχθροί, ο
πρώτος
παρουσίαζε τον
Σωκράτη
εντελώς
διαφορετικό απ’
ό,τι τον
παρουσίαζε ο
δεύτερος.
-Ο
Διογένης
Λαέρτιος (III,
40) μας λέει πως ο
Πλάτων στα
τελευταία του
ήταν
καταμόναχος
και
ψειριασμένος.
-Ο
Αντιφών
κατακρίνει τον
Σωκράτη, γιατί
γυρίζει
κουρελής και
βρωμιάρης
στους δρόμους (Ξενοφώντα,
Απομνημονεύματα).
-ο
Λουκιανός
έβριζε τον
Αριστοτέλη («ο
πιο αχρείος από
όλους τους
κόλακες» Νεκρικοί
διάλογοι
Διογένους και
Αλεξάνδρου),
τον Εμπεδοκλή («αλαζόνα»,
«κουτό», Νεκρικοί
διάλογοι
Μένιππου και
Αιάκου), τον
Πλάτωνα («έμπειρος
στην τέχνη να
κολακεύει τους
τυράννους», Νεκρικοί
διάλογοι
Μένιππου και
Αίακου) και τον
Σωκράτη («σοφιστής»,
«ψευτογενναίος»,
Νεκρικοί
διάλογοι
Μένιππου και
Κέρβερου).
-«Αν
αφαιρέσει
κανείς από τα
βιβλία του
Χρύσιππου τα
λόγια των άλλων
που έχει
παραθέσει, το
χαρτί θα του
μείνει λευκό.
Αυτά λέει ο
Απολλόδωρος ο
Αθηναίος» (Διογένης
Λαέρτιος, VII,
181).
-Ο
Λουκιανός στο Βίων
πράσις γράφει
για τον
Αρίστιππο ότι η
φιλοσοφία του
είναι
φιλοσοφία των
πλούσιων και
των γλεντζέδων,
γι’ αυτό την
ακολουθούν οι
άσωτοι και οι
τύραννοι.
-Ο
Ιουλιανός
συνιστούσε το
διάβασμα του
Πυθαγόρα, του
Πλάτωνα, του
Αριστοτέλη και
των Στωικών,
αλλά όχι τα
έργα του
Πύρρωνα (Σκεπτικοί)
και του
Επίκουρου (Επιστολή
στον Αρσάκειο).
Επίσης έγραψε
πραγματεία
κατά των
Κυνικών. Ενώ ο
ίδιος δεν ήταν
Κυνικός,
συμβούλευε
έναν Κυνικό πώς
πρέπει να είναι
ο Κυνικός.
-Ο
Νεοπλατωνικός
Παγανιστής
φιλόσοφος
Ιάμβλιχος, που
ήταν μαθητής
του Πορφύριου
και επηρέασε
σημαντικά τη
σκέψη του
Ιουλιανού, στο
έργο του Αβάμμωνος
διδασκάλου
προς την
Πορφυρίου προς
Ανεβώ
επιστολήν
αποκρίσεις και
των εν αυτή
απορρημάτων
λύσεις
χαρακτηρίζει
τους Έλληνες
ανώριμους από
την ίδια τη
φύση τους,
χωρίς
εσωτερικότητα,
ανίκανους να
ανακαλύψουν
μόνοι τους την
αλήθεια˙ τους
κατηγορεί ότι
αλλοιώνουν με
τη λεπτολογία
τους όσα
μαθαίνουν από
τους άλλους
λαούς (Ιστορία
του Ελληνικού
Έθνους,
Εκδοτικής
Αθηνών Α.Ε., τ.
ΣΤ', σ.513). Γιατί τα
λέει αυτά αφού
ήταν
Παγανιστής;
-Οι
φιλόσοφοι όχι
μόνο
αλληλοβρίζονταν,
αλλά ο Πλάτωνας
ήθελε να κάψει,
όπως είδαμε, τα
βιβλία του
Δημόκριτου
μόνο, ο Πρόκλος
όλα τα βιβλία
εκτός του
Τίμαιου.
15b
ΠΑΤΕΡΕΣ
ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΚΑΙ ΑΞΙΑ ΤΗΣ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
Οι
Πατέρες της
Εκκλησίας δεν
απέρριπταν την
ελληνική
παιδεία
καθεαυτή, αλλά
μόνο τις
ειδωλολατρικές
προεκτάσεις
της, π.χ. τα
μαθηματικά τα
αποδέχονται
μόνο αν δεν
έχουν σχέση με
τον μυστικισμό
και την
αριθμοσοφία. Τα
αποδέχονται ως
επιστήμη. Γι'
αυτό κι ο Μέγας
Βασίλειος
θέλει να
μαθαίνουν τα
ελληνικά
γράμματα, ώστε
να διαλέγουν
απο αυτά ό,τι
καλύτερο έχουν.
Κάνει επιλογή,
την δική του
επιλογή και
σύνθεση (πράγμα
απολύτως
θεμιτό για
οποιοδήποτε
στοχαστή) και
αυτή είναι η
στάση εν γένει
των
εκκλησιαστικών
πατέρων. Γι'
αυτό άλλωστε
και έχουμε
ακόμη αρχαία
κείμενα, επειδή
τα διατήρησαν
όλοι αυτοί.
Εξάλλου
μπορούμε να
διαπιστώσουμε
το
φαινομενικώς
παράδοξο πως οι
Εκκλησιαστικοί
Πατέρες άλλοτε
κατακρίνουν
τους
φιλοσόφους κι
άλλοτε τους
επαινούν. Αυτό
εξηγείται με το
σκεπτικό ότι οι
Πατέρες
κατακρίνουν τα
αρνητικά των
φιλοσόφων και
επαινούν τα
θετικά τους.
Λένε μερικοί
παγανιστές π.χ. «γιατί
ο Χρυσόστομος
σε μια ομιλία
του βρίζει τον
Πλάτωνα;» Μα
διότι στην
ομιλία αυτή ο
Χρυσόστομος
κατακρίνει την
άποψη του
Πλάτωνα ότι
πρέπει οι
γυναίκες να
είναι κοινές
για όλους τους
άνδρες. Συνεπώς,
δεν
απορρίπτουν οι
Πατέρες γενικά
και αόριστα την
ελληνική σκέψη.
Κατακρίνουν
και
απορρίπτουν
μόνον όσες
ανοησίες
λέγονται. Αυτό
όμως – ότι
λέγονται και
ανοησίες από
τους έλληνες
φιλοσόφους –
δύσκολο να το
παραδεχτεί
ένας
σοβινιστής που
πιστεύει πως
ήταν τέλειοι
και όλο σωστά
πράγματα
έλεγαν οι
αρχαίοι.
«Οι
πατέρες της
Εκκλησίας
θεωρούν τη
φιλοσοφία
αγαθό άριστο
και παιδευτικό,
υπό την
προϋπόθεση ότι
θα ερμηνεύσει
εμπειρίες και
τα δεδομένα της
κτίσης και της
ιστορίας, και
κατά κανένα
τρόπο δεν θα
αντικαθιστά τη
δογματική
διδασκαλία, μια
και το επιστητό
της δογματικής
δεν είναι η
κτιστή
πραγματικότητα.
Η επιστήμη και
η φιλοσοφία
μόνο στο
επιστητό της
κτίσης και της
ιστορίας
αναφέρονται» (Ν.
Α. Ματσούκα, Ιστορία
της Φιλοσοφίας,
Αρχαίας
Ελληνικής-
Βυζαντινής-Δυτικοευρωπαϊκής,
εκδ. Πουρναράς, σ.
414).
«Πρώτον,
αν και η
ελληνική
παιδεία δεν
κρίθηκε ποτέ,
ούτε από τον
Χριστό ούτε από
τους
Αποστόλους του
θεόπνευστη,
οπωσδήποτε δεν
απορρίφθηκε
από αυτούς ως
βλαβερή.
Δεύτερον,
πολλοί από τους
έλληνες
φιλοσόφους δεν
απέχουν πολύ
από τη γνώση
του αληθούς
Θεού»,
γράφει ο Σωκράτης
ο Βυζάντιος,
τον 5ο αι.
(Εκκλ. Ιστ., 3, 16). «Νομίζω
ότι όλοι όσοι
είναι
μυαλωμένοι
ομολογούν ότι η
παιδεία είναι
το πρώτιστο
αγαθό μας. Και
δεν εννοώ μόνο
την
ευγενέστερη
δική μας
παιδεία, δηλαδή
τη Χριστιανική,
αλλά και την
Εθνική, την
οποία πολλοί
από τους
Χριστιανούς,
κακώς
γνωρίζοντες τα
πράγματα,
απορρίπτουν ως
επίβουλη και
εσφαλμένη και
απομακρύνουσα
από το Θεό. Δεν
πρέπει να μην
τιμάμε την
παιδεία, όπως
νομίζουν
μερικοί, τους
οποίους πρέπει
να θεωρούμε
σκαιούς και
απαίδευτους»,
λέει ο άγιος
Γρηγόριος ο
Θεολόγος (Επιτάφιος
εις Μ.
Βασίλειον, 11 (PG
36, 508)).
«Προςήκει
μὴ καμεῖν
πανταχόθεν
ἀνιχνεύοντας
τὴν ἀλήθειαν»,
γράφει ο άγιος
Γρηγόριος
Νύσσης (Περί
της Εξαημέρου
(PG 44, 27A)).
15c
ΒΙΑ
ΚΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΙ
ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
Μήπως
ήταν υπεύθυνοι
οι διοικούντες
την Εκκλησία
για τις
καταστροφές
που προκάλεσαν
ο όχλος και οι
αυτοκράτορες;
Μελετώντας τα
κείμενα των
Πατέρων της
Εκκλησίας
βλέπουμε ότι
αυτοί συνέχεια
τονίζουν ρητώς
την σύνδεση της
αρετής και
συνεπώς της
Χριστιανικής
πίστης με την
ελεύθερη
θέληση, οπότε
αποκλείεται το
ενδεχόμενο οι
διάφοροι
βανδαλισμοί
και διώξεις
Εθνικών να
έγιναν με
προτροπή ή
ηθική
αυτουργία δική
τους.
Το σπάσιμο των ειδώλων καταδικάστηκε από τη σύνοδο της Ελβίρα (306 μ.Χ.), η οποία, στον 60ο κανόνα της αποφάσισε ότι κάθε Χριστιανός που θα καταδικαζόταν σε θάνατο από τους Ρωμαίους επειδή έσπασε αγάλματα, δεν θα καταγραφόταν ως μάρτυρας.
Ορισμένοι
κάνουν λόγο για
τις διατάξεις
νη’ και πδ’ της
τοπικής
συνόδου της
Καρθαγένης (419 μ.Χ.)
με τις οποίες
αυτή ζητά από
τους βασιλείς
να εξαλείψουν
τα «εγκαταλείμματα
των ειδώλων τα
κατά πάσαν την
Αφρικήν»: «Είναι
φανερό πως
πρόκειται για
τοπικού
χαρακτήρα
πρωτοβουλία,
που αφορούσε
συγκυρίες της
λατινικής
Εκκλησίας στη
Βόρεια Αφρική (Υποσημείωση
39: Έχει
επισημανθεί,
μάλιστα, ότι, ως
αιτήματα-υπομνήματα,
οι διατάξεις
αυτές της
Καρθαγένης δεν
αποτελούν καν
πραγματικούς
κανόνες. Βλ. Π.
Μπούμη, Ορθόδοξη
ιεραποστολή, η
απελευθέρωση
των λαών και το «γκρέμισμα»
των (ειδωλολατρικών)
ναών: «Πορευθέντες».
Χαριστήριος
Τόμος προς
τιμήν του
αρχιεπ.
Αλβανίας
Αναστασίου, εκδ.
Αρμός, Αθήνα 1997,
σσ. 489-492). Στο
κείμενο,
άλλωστε, των
διατάξεων
είναι έκδηλη η
εκ μέρους των
συντακτών τους
επίγνωση της
συγκυριακότητάς
τους. Και
μάλιστα, είναι
αξιοπρόσεκτο
ότι η Σύνοδος
επιφόρτισε
τους
επισκόπους με
την καταστροφή
των
χριστιανικών
ναϊδρίων που
είχαν
ανεγερθεί
αυθαίρετα από
δεισιδαίμονες
χριστιανούς (κανών
πγ’), όμως την
καταστροφή των
παγανιστικών
ιερών δεν την
ανέθεσε στους
επισκόπους» (Σύναξη,
τ. 69, σ. 63).
Σχολιάζουμε
και
προσθέτουμε:
1.
Οι κανόνες
είναι τοπικής
συνόδου, δεν
αφορούν όλη τη
Χριστιανοσύνη,
άρα δεν αφορούν
π.χ. την Ελλάδα-Μ.
Ασία. Αφορούν
τη Βόρεια
Αφρική και
μόνον. Φυσικά, η
Οικουμενική
Σύνοδος
αναγνώρισε την
σύνοδο της
Καρθαγένης ως
Ορθόδοξη και
όλες τις
τοπικές
αποφάσεις της
αναφορικά με
την Αφρική
καθώς και όλες
τις δογματικές
αναφορικά με το
σύνολο της
Εκκλησίας. Δεν
ζήτησε κι ή Εν
Τρούλω σύνοδος
την εφαρμογή
του τοπικού
μέτρου σε όλη
την
Αυτοκρατορία
αναγνωρίζοντας
ότι η σύνοδος
της Καρθαγένης
είναι ορθόδοξη.
Η τοπική
σύνοδος κάνει
λόγο για τα
είδωλα της
Αφρικής και
συγκεκριμένα
της Δυτικής-Βόρειας.
Αν λ.χ. η τοπική
σύνοδος
επικύρωνε την
εκλογή κάποιου
ως επισκόπου σε
μια πόλη, και η
Οικουμενική
Σύνοδος
αναγνώριζε την
ορθοδοξία
αυτής της
τοπικής
συνόδου, αυτό
δε θα σήμαινε
ότι θα
ανακήρυσσε «οικουμενικό
πατριάρχη» τον
επίσκοπο αυτόν,
επειδή θα
αναγνώριζε την
εγκυρότητα της
εκλογής του ως
επισκόπου στην
πόλη αυτή˙ ούτε
αναγνωρίζοντας
την τοπική
σύνοδο θα
σήμαινε ότι
επέβαλε τον
ίδιο άνθρωπο ως
επίσκοπο όλων
των
χριστιανικών
επισκοπών!
2.
Είναι της
λατινικής
Δύσης, περιοχών
με μικρό βάθος
εκχριστιανισμού
και βίωμα
χριστιανικό.
3.
Είναι μια
έκτακτη
περίπτωση,
εξαιτίας της
επίθεσης
εθνικών κατά
Χριστιανών
στην Δ. Αφρική,
όπως
περιγράψαμε
αλλού.
4.
Οι επίσκοποι
της Β. Αφρικής
δεν
επιφορτίζονται
με καταστροφές
παγανιστικών
τόπων. Δεν τους
δίνεται μια
τέτοια άδεια.
5.
Οι επίσκοποι
της ΒΔ. Αφρικής δεν
προτρέπουν
τους (φανατικούς)
Χριστιανούς να
προβούν σε
βανδαλισμούς,
αλλά
απευθύνονται
μόνο στον
Αυτοκράτορα.
6.
Οι επίσκοποι
της Β. Αφρικής
επιφορτίζονται
με καταστροφές
χριστιανικών (μη
αιρετικών,
προφανώς – το
κείμενο δεν
μιλά περί ναών
κτισμένων από
αιρετικούς)
ναών.
7.
Οι επίσκοποι
ζητούν, ως χάρη,
από τον
Αυτοκράτορα, να
εξαλείψει τα
είδωλα από την
ΒΔ. Αφρική. Δεν
του το
επιβάλλουν, ως «χριστιανικό
καθήκον» του.
Δηλαδή, δεν
είπαν του
Αυτοκράτορα: «αν
δεν εξαλείψεις
τα είδωλα,
είσαι
αμαρτωλός και
αρνησίθρησκος».
Η
χριστιανικότητα
του
Αυτοκράτορα
δεν εξαρτιόταν
– κατά τη Σύνοδο
της Καρθαγένης
– από το αν αυτός
θα
πραγματοποιούσε
αυτό που αυτοί
του ζήτησαν.
Δεν όφειλε, με
άλλα λόγια, ο
Αυτοκράτορας,
να υπακούσει
στους «κανόνες»
αυτούς. Άλλο λ.χ.
πράγμα ένας
κανόνας που θα
καθόριζε τα
βιβλία της «Αγίας
Γραφής» (ο
οποίος θα ήταν
υποχρεωτικόςγ
ια όλους τους
Χριστιανούς) κι
άλλο ένας
κανόνας-έκκληση
(που όντας
έκκληση δεν
είναι
υποχρεωτικός).
8.
Πρέπει να
θυμόμαστε ότι η
Σύνοδος έλαβε
χώρα στην
Καρθαγένη, σε
τόπο 1) με
υπόβαθρο και
παρελθόν
φοινικικής (δλδ
με
ανθρωποθυσίες
και
ιεροδουλεία)
λατρείας και 2)
έπειτα από
οχλήσεις των
Εθνικών.
Κυριολεκτικά «βγάζουν
απ’ τη μύγα
ξύγκι» όσοι
κάνουν λόγο για
μια τοπική
σύνοδο του 5ου
αι. αγνοώντας
τις υπόλοιπες
συνόδους,
τοπικές και
Οικουμενικές,
του 4ου και 5ου
αι.
Ότι
οι καταστροφές
των
παγανιστικών
αρχαιοτήτων
ήταν
αυθαίρετες
προσωπικές
πράξεις
Χριστιανών κι
όχι συλλογικές
ή επίσημες
ενέργειες της
Εκκλησίας
βασισμένες σε
εκκλησιαστικά
κείμενα
αποδεικνύεται
από την πλήρη
απουσία
εκκλησιαστικών
κανόνων (νόμων)
οι οποίοι να
υπαγορεύουν ή
να προστάζουν/προτρέπουν
τους
Χριστιανούς να
καταστρέφουν
παγανιστικά
μνημεία.
Εσφαλμένες
ενέργειες και
παρεκτροπές
κάποιων
επισκόπων ή
μοναχών
ασφαλώς και δεν
σημαίνουν ότι
αποτελούσαν
πολιτική της
Εκκλησίας.
Ουδέποτε η
Εκκλησία (τα
επίσημα
συλλογικά
όργανά της)
επιφόρτισε
επισκόπους με
την καταστροφή
παγανιστικών
ιερών.
«Δεν
είναι αρετή
αυτό που
γίνεται με τη
βία» γράφει ο
Άγιος Ιωάννης ο
Δαμασκηνός (Έκδοσις
ακριβής της
Ορθοδόξου
Πίστεως, 2, 12 (PG 94, 924Α)).
«Η σωτηρία των
ανθρώπων δεν
οικοδομείται
με τη βία και
την επιβολή,
αλλά με την
πειθώ και την
προσήνεια»,
γράφει ένας
άλλος Άγιος, ο
Ισίδωρος
Πηλουσιώτης (Επιστολαί
Β’, ρκθ’ Παύλω
περί Ιούδα του
προδότου
(PG
78, 573B)).
Ο
άγιος Μαρτίνος
ο Θαυματουργός,
επίσκοπος Τουρ
της Γαλλίας,
μεσολάβησε
στον
αυτοκράτορα
Μάγνο Μάξιμο
υπέρ του
ισπανού
αιρετικού
Πρισκιλλιανού.
Πήγε στους
Τρεβηρους, όπου
είπε στο Μάξιμο
ότι η εκτέλεση
του
Πρισκιλλιανού
θα ήταν
καταπάτηση των
θείων νόμων και
τον πίεσε να
υποσχεθεί ότι
δεν θα χύσει το
αίμα του
αιρετικού (Σουλπικίου
Σεβήρου, Sacra Historia, 2, 50
και Dialog,i 3, col.217).
Ο
άγιος
Αμβρόσιος (επιστολή
24) καταδικάζει
την θανάτωση
του αιρετικού
Πρισκιλλιανού. Ο
άγιος Λέων,
πάπας Ρώμης, (επιστολή
25, 18) υποστηρίζει
την καθαίρεση,
όχι την
θανάτωση, όσων
κληρικών
ανήκουν στην
αίρεση του
Πρισκιλλιανισμού.
Ο άγιος
Κυπριανός (επιστολή
22, 4), αναφέρει ότι
η αποστασία και
η αίρεση δεν
πρέπει να
τιμωρούνται με
θάνατο, αλλά με
αφορισμό. Ο
άγιος Ιλάριος,
επίσκοπος
Πουατιέ
(Liber contra Auxentium, 3, 4),
καταδικάζει τη
θρησκευτική
βία. Ο άγιος
Ισίδωρος
επίσκοπος
Σεβίλλης (Sententiarum, 3, 4,
4-6) καταδικάζει
την θανάτωση
αιρετικών.
15d
ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ
Ο
ιερός
Αυγουστίνος το
399 αποτρέπει
τους
Χριστιανούς
της Καρθαγένης
από την εισβολή
στις
ιδιοκτησίες
των εθνικών
προκειμένου να
καταστρέψουν
τα είδωλά τους.
Είναι
προτιμότερο,
έγραφε, να
ξερριζώσουμε
τα είδωλα από
τις καρδιές
τους και να
προσευχόμαστε
γι’ αυτούς, αντί
να αποπνέουμε
μένος εναντίον
τους (Αυγουστίνου,
Sermo LXII, 17 και 18, PL 38, 423A ). Να τι
γράφει ο
Αυγουστίνος:
17.
«Πολλοί
Εθνικοί έχουν
τα είδωλα στα
κτήματά τους.
Πρέπει να πάμε
εκεί και να τα
καταστρέψουμε;
Όχι, διότι οι
πρώτες μας
προσπάθειες
είναι να
σπάσουμε τα
είδωλα στις
καρδιές τους.
Όταν οι ίδιοι
μεταστραφούν
σε Χριστιανούς,
είτε μάς
προσκαλούν να
τα σπάσουμε
είτε μας
προσδοκούν.
Προς το παρόν
πρέπει να
προσευχόμαστε
γι’ αυτούς, όχι
να είμαστε
θυμωμένοι μαζί
τους» και
18.
«Οι Εθνικοί
νομίζουν ότι
ψάχνουμε για
είδωλα παντού
κι ότι τα
καταστρέφουμε
σε όλα τα μέρη
στα οποία τα
ανακαλύπτουμε.
Πώς κι έτσι; Δεν
υπάρχουν μέρη
μπροστά στα
μάτια μας, στα
οποία
βρίσκονται
είδωλα; Ή δεν
ξέρουμε ότι
υπάρχουν;
Ωστόσο δεν τα
καταστρέφουμε,
διότι ο Θεός
δεν τα έχει
δώσει υπό την
εξουσία μας.
Πότε ο Θεός θα
τα δώσει υπό
την εξουσία μας;
Όταν οι
ιδιοκτήτες των
ειδώλων γίνουν
Χριστιανοί. (.....)
Κηρύττουμε
κατά των
ειδώλων, τα
βγάζουμε από
τις καρδιές των
ανθρώπων.
Είμαστε
διώκτες των
ειδώλων˙ το
ομολογούμε
δημοσίως.
Είμαστε λοιπόν
και διατηρητές
των ειδώλων;
Εγώ δεν τα
αγγίζω, αν δεν
έχω την εξουσία.
Δεν τα αγγίζω,
όταν ο κύριος
της
ιδιοκτησίας
παραπονείται
γι’ αυτό».
Επίσης
γράφει: “Corrigi eos volumus, non necari, nec
disciplinam circa eos negligi volumus, nec suppliciis quibus digni sunt
exerceri”(Επιστολή c,
κεφ. 1) Δηλαδή: «Θέλουμε
τη διόρθωσή
τους (δηλ των
αιρετικών), όχι
τη θανάτωσή
τους. Θέλουμε
το θρίαμβο της (εκκλησιαστικής)
πειθαρχίας, όχι
τις θανατικές
ποινές τις
οποίες αξίζουν».
Επίσης
(De haeresibus, 46)
καταδικάζει
τους διωγμούς
κατά των
αιρετικών.
15e
ΜΕΓΑΣ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ
Ο
Μέγας
Αθανάσιος
γράφει (Προς
απανταχού
μοναχούς περί
των
γεγενημένων
παρά των
αρειανών επί
Κωνσταντίου, 33, 2-3
(PG
25, 732a)):
«Ο Σωτήρας όμως
είναι τόσον
πράος, ώστε
διδάσκει εἴ
τις θέλει
ὀπίσω μου
ἐλθεῖν
και ὁ
θέλων εἶναί
μου μαθητής˙
όταν έρχεται ο
Σωτήρας προς
έκαστον ημών,
δεν ασκεί βίαν,
αλλ’ αντιθέτως
κρούει και
λέγει ἄνοιξόν
μοι, ἀδελφή μου
νύμφη˙
αν μεν του
ανοίξουν,
εισέρχεται, αν
όμως διστάζουν
και δε θέλουν,
αναχωρεί.
Πράγματι η
αλήθεια δεν
διακηρύσσεται
με ξίφη ή βέλη,
ούτε με
στρατιώτες,
αλλά δια της
πειθούς και των
συμβουλών (Οὐ
γὰρ ξίφεσιν, ἢ
βέλεσιν, οὐδὲ
διὰ
στρατιωτῶν ἡ
ἀλήθεια
καταγγέλεται,
ἀλλὰ πειθοῖ
καὶ συμβουλίᾳ).
Πού πειθώ, όμως,
όπου υπάρχει ο
φόβος του
βασιλέως; Ή τι
συμβουλή, όταν
ο αντιλέγων
τιμωρήται με
εξορίαν και
θάνατον;» Ο
Μέγας
Αθανάσιος δεν
τιτλοφόρησε,
όπως
αποδεικνύουμε
παρακάτω,
κανένα
σύγγραμμά του κατά
Ελλήνων, και
στρέφεται κατά
των ειδώλων,
της αρχαίας
θρησκείας κι
όχι κατά του
αρχαίου
πολιτισμού εν
γένει ούτε κατά
των
ειδωλολατρών
ούτε τους
απειλεί.
15f
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
Λένε
μερικοί ότι οι
Πατέρες της
Εκκλησίας
μισούσαν τους
Έλληνες. Όμως
το απόσπασμα
αυτό από έργο
του Αγίου
Ιωάννη του
Χρυσοστόμου (Ομιλία
λγ’ στην Α’
Κορινθίους
επιστολή (PG 61, 282D))
αποδεικνύει το
αντίθετο: «Τί
οὖν, φηςίν, ἂν
ἐχθροὶ ὦσι καὶ
Ἕλληνες οὐ δεῖ
μισεῖν; Μισεῖν
μέν, οὐκ
ἐκείνους δέ,
ἀλλὰ τὸ δόγμα,
οὐ τὸν
ἄνθρωπον, ἀλλὰ
τὴν πονηρὰν
πράξιν, τὴν
διεφθαρμένην
γνώμην. Ὁ μὲν
ἄνθρωπος
ἔργον Θεοῦ ἡ δὲ
πλάνη γὰρ
ἔργον τοῦ
διαβόλου».
Δηλαδή: «Λένε
κάποιοι, αν
είναι εχθροί οι
“Έλληνες”, δεν
πρέπει και να
τους μισούμε;
Δεν μισούμε
τους “Έλληνες”,
αλλά το δόγμα˙
δε μισούμε τον
άνθρωπο, αλλά
την πονηρή
πράξη, τη
διεφθαρμένη
γνώμη. Διότι ο
άνθρωπος είναι
έργο του Θεού,
ενώ η πλάνη
έργο του
Διαβόλου».
Αλλού (Ομιλία ι’
στην Προς
Εβραίους, 4): «και
αν ακόμη δούμε
έναν
ειδωλολάτρη σε
δυσκολία,
πρέπει να τον
ευεργετούμε,
και γενικά κάθε
άνθρωπο που
βρίσκεται σε
δύσκολη θέση».
Ο Ιωάννης
Χρυσόστομος,
ενώ αρνείται
ότι από μόνη
της η φιλοσοφία
διαπλάθει
σωστό
χαρακτήρα,
ωστόσο
απορρίπτει την
ιδέα να
γκρεμιστούν τα
κτίρια των
εθνικών
φιλοσοφικών
σχολών (τα διδασκαλεία,
όπως τα έλεγαν
τότε), δηλαδή
απορρίπτει την
ιδέα να
καταργηθεί (άρα
και να
απαγορευτεί) η
εξωχριστιανική
φιλοσοφία (Προς
πιστόν πατέραν,
11 (PG
47, 367)): «Τί
οὖν;
κατασκάψωμεν
τὰ
διδασκαλεῖα,
φηςί; Οὐ τοῦτο
λέγω, ἀλλ’ ὅπως
μὴ τὴν τῆς
ἀρετῆς
καθέλωμεν
οἰκοδομὴν καὶ
ζῶσαν
κατορύξωμεν
τὴν ψυχή».
Ξεκάθαρα ο
Χρυσόστομος
λέει: «Τι λοιπόν;
Θα κρημνίσωμεν,
λέγει, τα
διδασκαλεία;
Δεν εννοώ αυτό,
αλλά να μην
καταστρέψωμεν
το οικοδόμημα
της αρετής και
θάψωμεν
ζωντανήν την
ψυχήν».
Συνεχίζει ο
Χρυσόστομος
αναφορικά με
την μόρφωση (Προς
πιστόν πατέραν,
12): «Και ας μη
νομίζη κανείς
ότι νομοθετώ να
παραμένουν τα
παιδιά
αμόρφωτα. Αλλά
εάν κανείς μάς
εξησφάλιζε τα
απαραίτητα, δε
θα ήθελα να
εμποδίσω να
γίνη και αυτό
επιπροσθέτως.
Διότι, όπως
ακριβώς όταν
σαλεύωνται τα
θεμέλια και
κινδυνεύη όλη η
οικία και η
οικοδομή να
καταπέση είναι
έσχατη ανοησία
και
παραφροσύνη να
σπεύδη κανείς
προς τους
επιχρισματοποιούς
και όχι προς
τους
οικοδόμους,
έτσι πάλιν
είναι
αδικαιολόγητος
η φιλονικεία,
όταν οι τοίχοι
είναι στερεοί
και ισχυροί, να
εμποδίζωμεν
αυτόν που θέλει
να ασβεστώση».
Και καταλήγει ο
Χρυσόστομος (Προς
πιστόν πατέραν,
13): «Έστω ότι
υπάρχει εις
ημάς διπλή
εκλογή, και
ούτως φοιτών
μεν εις
διδασκαλεία ας
έχη τον αγώνα
της μαθήσεως,
εις δε τας
ερημίας τον
υπέρ της ψυχής.
Ειπέ μου, πού θα
επιτύχη
καλύτερα; Αν
μεν επιτύχη και
εις τας δύο
περιπτώσεις, το
θέλω και εγώ, αν
όμως κατά το
ένα μειονεκτή,
είναι καλύτερα
να διαλέξη το
υπέρτερον».
Ο Χρυσόστομος
επαινεί το
Σωκράτη, τον
Θηβαίο Κράτη
και τον κυνικό
Διογένη για την
ηθική τους
συμπεριφορά ή
την
περιφρόνησή
τους προς τα
υλικά αγαθά˙
όχι όμως για
τις
μεταφυσικές
τους
αντιλήψεις.
Πράγμα που
δείχνει πόσο
λογικός ήταν:
και τον χρηστό
βίο των μη
Χριστιανών
φιλοσόφων (όταν
αυτός είναι
τέτοιος)
παραδέχεται,
διότι σημασία
δεν έχουν οι
πολλές θεωρίες
αλλά η πράξη
και ο βίος, και
ταυτόχρονα δεν
απομακρύνεται
από τις
χριστιανικές
απόψεις. Αυτός
ο τρόπος σκέψης,
φυσικά, μόνο
ανθελληνικός
δεν είναι,
διότι δέχεται
τα καλά των μη
Χριστιανών.
Ο Χρυσόστομος
επαινεί τον
Πλάτωνα και τον
Σωκράτη (Προς
άπιστον
πατέραν, 4)
καθώς και τον
Αριστείδη, τον
Διογένη και τον
Επαμεινώνδα: «Ο
άλλος [ο Πλάτων]
έζη εις τον
κήπον της
Ακαδημίας όπου
επότιζε και
εφύτευε και
έτρωγεν ελαίας
και παρέθετε
πτωχήν
τράπεζαν και
ευρίσκετο έξω
από όλην
εκείνην την
πολυτέλειαν.
Και δεν είναι
μόνον αυτό
αξιοθαύμαστον,
αλλά και το ότι
αφού έγινε
δούλος και
επωλήθη κατά
διαταγήν του
τυράννου (...).
Τοιούτον
πράγμα είναι η
αρετή˙ όχι μόνο
δι’ όσων
πράττει αλλά
και δι’ όσων
υφίσταται. Και
τι συνέβη με
τον διδάσκαλον
αυτού Σωκράτην;
Πόσο
ενδοξότερος
του Αρχελάου,
αν και εκείνος
ήτο βασιλεύς;
Αυτός δε έζη
εις το Λύκειον
και δεν είχε
τίποτε
περισσότερον
από ένα ένδυμα.
Και από την
φήμη που
υπάρχει τώρα
φαίνονται και
τα προηγούμενα».
Επίσης
αναφέρει
επιδοκιμαστικά
την άποψη του
Πλάτωνα (Περί
παρθενίας, η’, 2): «ο
Πλάτων λέγει
ότι είναι
αγαθός αυτός
που
εδημιούργησε
το παν και ότι
κανείς φθόνος
δεν γεννάται
μέσα εις τον
αγαθόν
άνθρωπον».
Ο
Χρυσόστομος
λέει: «και οι
Έλληνες είχον
να επιδείξουν
μεταξύ των
ωρισμένους που
εφιλοσόφησαν
περί χρημάτων
και μερικούς
που
κατενίκησαν το
πάθος της οργής»
(Περί του τας
κανονικάς μη
συνοικείν
άνδρασι, 1). Και
αναφέρει, αλλού,
ως παράδειγμα
προς μίμηση
έναν
ειδωλολάτρη
φιλόσοφο – δεν
τον
κατονομάζει –
που ανεχόταν
την μέθυσο και
φλύαρη γυναίκα
του. Λέει ο
Χρυσόστομος: «εγώ
τώρα θρηνώ,
όταν οι
ειδωλολάτρες
είναι
φιλοσοφώτεροι
από εμάς» (Λόγος
κστ’ εις την Α’
Προς
Κορινθίους, 11).
Επίσης γράφει (Ομιλία
κα’ εις το Κατά
Ματθαίον, 4): «ωρισμένοι
από τους
Έλληνες και
αυτό το
επέτυχαν, αν
και όχι με την
κατάλληλον
διάθεσιν, και
εγκατέλειψαν
όλα τα
υπάρχοντά των».
Χρησιμοποιεί
τους
φιλοσόφους ως
παράδειγμα και
τους συγκρίνει
με τους
Χριστιανούς (Ομιλία
ιζ’ εις το Κατά
Ματθαίον, 7): «σκεφθείτε
τους
φιλοσόφους των
Ελλήνων και
τότε θα
εννοήσετε
πόσην τιμωρίαν
αξίζομεν εμείς
που
παραβαίνομεν
τους θείους
νόμους. Όταν
εκείνοι δια
μίαν
ανθρωπίνην
κοσμιότητα
καταβάλουν
μυρίους κόπους,
ενώ σεις δεν
δείχνετε το
ίδιο
ενδιαφέρον δια
τα ουράνια».
Ο
Χρυσόστομος
γράφει (Λόγος
στ’ στην Προς
Ρωμαίους, 3): «"Δόξα
όμως και τιμή
και ειρήνη θα
αποδοθή στον
καθένα που
εργάζεται το
αγαθό, στον
Ιουδαίο πρώτα
και στον Έλληνα".
Ποιον Ιουδαίο
εννοεί εδώ ή
για ποιούς
Έλληνες μιλάει;
Γι’ αυτούς που
έζησαν πριν από
την παρουσία
του Χριστού».
Τον
καιρό που ο
Χρυσόστομος
ήταν ακόμη στην
Αντιόχεια, είχε
ξεσπάσει λαϊκή
στάση στην πόλη
και ορισμένοι
γκρέμισαν τους
ανδριάντες του
αυτοκράτορα.
Αυτός έστειλε
στην Αντιόχεια
επιτροπή για να
καταδικάσει
τους
υπεύθυνους.
Όμως, όπως
γράφει ο
Χρυσόστομος (Ομιλία
ιζ’, εις τους
άρχοντας, 1) οι
μοναχοί που
ασκήτευαν έξω
από την πόλη «ενώ
έμεναν τόσα έτη
κλεισμένοι εις
τας καλύβας των
συγκεντρώθηκαν
και ήλθον εις
την πόλιν (..) Αφού
παρουσιάσθησαν
εις τους
άρχοντας
ωμίλησαν με
θάρρος υπέρ των
υπευθύνων, ώστε
να γλιτώσουν
τους
συλληφθέντες
από τα κακά που
τους ανέμενον».
Αντίθετα, οι
Παγανιστές
ρήτορες και οι
φιλόσοφοι το
έσκασαν, για να
γλιτώσουν, όπως
γράφει ο
Χρυσόστομος (Εις
τους άρχοντας,
2)
αγανακτισμένος:
«Πού ειναι
εκείνοι που
φορούν τον
φιλοσοφικόν
μανδύαν, και
έχουν να
επιδείξουν
μεγάλην
γενειάδα, και
κρατούν ρόπαλα
εις την δεξιάν,
οι εθνικοί
φιλόσοφοι, τα
κυνικά
καθάρματα, οι
οποίοι είναι
αθλιότεροι από
τα σκυλιά που
κάθονται κοντά
εις το τραπέζι,
και δια να
γεμίσουν το
στομάχι των
κάνουν τα πάντα;
Όλοι τότε
εγκατέλειψαν
την πόλιν, όλοι
απεμακρύνθησαν,
εκρύβησαν μέσα
εις τα σπήλαια».
Δεν μένει,
λοιπόν, παρά να
δούμε πίσω από
τις
φαινομενικά
αδικαιολόγητες
ύβρεις του
Χρυσόστομου,
την άθλια
συμπεριφορά
των εθνικών
σοφιστών και
ρητόρων της
εποχής του, που
έκαναν τους
σπουδαίους –
τους
συνεχιστές των
αρχαίων
φιλοσόφων –
αλλά
επεδείκνυαν
συμπεριφορά
δειλού και μόνο
εξωτερικά
προσπαθούσαν
να μοιάσουν
στους αρχαίους
φιλοσόφους,
φορώντας
μανδύες,
αφήνοντας
μακριές
γενειάδες κ.ο.κ.
Αυτό ασφαλώς
έκανε εντύπωση
στον
Χρυσόστομο, και
σε τέτοια
γεγονότα και
άλλες
παρόμοιες
συμπεριφορές
των σοφιστών
της εποχής του
θα οφείλονται
οι τυχόν βαριές
εκφράσεις του
για αυτούς.
Ο...
μισέλληνας
Ιωάννης
Χρυσόστομος
γράφει αυτά (Ερμηνεία
εις την Προς
Ρωμαίους,
ομιλία κγ’, 2 (PG 60, 611 Β)): «Διότι,
δεν είπε «μην
ανταποδίδεις
το κακό στους
πιστούς», αλλά
«σε Κανένα»,
ούτε σε «Έλληνα»,
ούτε σε μιαρό,
ούτε σε
όποιονδήποτε» (...)
«Σε κανένα μη
δίνεις αφορμή
αντιδικίας και
φιλονικείας,
ούτε στον
Ιουδαίο ούτε
στον Εθνικό˙
αλλά αν κάπου
δεις ότι
ζημειώνεται η
ευσέβεια, να
μην
προτιμήσεις
την ομόνοια από
την αλήθεια,
αλλά να σταθείς
γενναία μέχρι
θανάτου˙ και
ούτε έτσι να
πολεμάς με την
ψυχή, ούτε να
αποστρέφεσαι
τη γνώμη, αλλά
να μάχεσαι μόνο
με τα πράγματα.
Γιατί αυτό
σημαίνει το ἐξ
ὑμῶν μετὰ
πάντων
ἀνθρώπων
εἰρηνεύσατε»
(..). Ούτε να
παίρνετε
εκδίκηση,
αγαπητοί, αλλά
να δίνετε τόπο
στην οργή».
Όταν
ο Χρυσόστομος
γράφει (Λόγος
εις μακάριον
Βαβύλαν, 3): «Γι’
αυτό λοιπόν και
κανένας
χριστιανός
βασιλεύς δεν
εξέδωκε
εναντίον σας [=των
εθνικών]
διατάγματα
παρόμοια με
εκείνα που
επενόησαν
εναντίον μας
εκείνοι που
λάτρευαν τους
δαίμονες»,
βγαίνει το
συμπέρασμα πως
ο ίδιος ποτέ
δεν
συμβούλευσε
τους
αυτοκράτορες
να
νομοθετήσουν ή
να εφαρμόσουν
διωγμούς κατά
των Εθνικών,
και συνεπώς
είναι
συκοφαντίες
ότι λ.χ. ο
Αρκάδιος «με
την παρότρυνση
του φοβερού
ανθέλληνος
Ιωάννου
Χρυσοστόμου
εκδίδει (...) το "ες
έδαφος φέρειν"»
(Βλάση
Ρασσιά, Υπέρ
Της Των Ελλήνων
Νόσου, β' έκδοση,
εκδ. Ανοιχτή
πόλη, τ.
3, σ. 52).
Ο
άγιος Ιωάννης ο
Χρυσόστομος
γράφει ότι
είναι ύβρις
προς το Θεό να
του ζητάμε
πράγματα
εναντίον των
εχθρών μας (Περί
του μη
δημοσιεύειν τα
αμαρτήματα των
αδελφών, μηδέ
κατεύχεσθαι
των εχθρών, 11 (PG 51, 363)). «Επομένως,
ο Κύριος (...)
απαγορεύει να
φονεύονται και
να
κατασφάζονται
οι αιρετικοί»,
τονίζει αλλού ο
Ιωάννης
ο Χρυσόστομος
(Ομιλία μστ΄,
εις το Κατά
Ματθαίον, 1).
Ο
Χρυσόστομος
θεωρεί καύχημα
των Χριστιανών
ότι πολλά
εθνικά βιβλία
τα έσωσαν από
τον αφανισμό οι
ίδιοι (PG 50, 537B): «Κι αν
έτυχε κάποιο να
έχει διασωθεί,
αυτό μπορεί
κανείς να το
βρει στα χέρια
των Χριστιανών».
Και προσθέτει: «Δεν
επιτρέπεται
στους
Χριστιανούς να
καταστρέφουν
την πλάνη με
τρόπο
αναγκαστικό
και βίαιο, αλλά
να φροντίζουν
με την πειθώ
και τη
διδασκαλία και
την πραότητα να
οδηγούν τους
ανθρώπους στη
σωτηρία» (Ιωάννη
Χρυσόστομου, Λόγος
εις μακάριον
Βαβύλαν, 3 (PG 50, 537 C)).
Δεν μπορούν,
λοιπόν, οι
Νεοπαγανιστές
ψεύτες να
συκοφαντούν
τον άγιο Ιωάννη
τον Χρυσόστομο
ως ηθικό
αυτουργό των (ελάχιστων)
διώξεων κατά
των Εθνικών και
των
καταστροφών
των ναών τους.
Τα γραπτά του
αποδεικνύουν
και το ελληνικό
ήπιο ήθος του.
15g
Η
ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗ
ΤΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ
ΙΩΑΝΝΗ
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Οι
Νεοπαγανιστές
αναφέρουν ένα
απόσπασμα από
μια ομιλία του
Άγιου Ιωάννη
του Χρυσοστόμου,
εκ του οποίου
βγάζουν το
συμπέρασμα ότι
αυτός είναι ο
ηθικός
αυτουργός της
καταστροφής
της
βιβλιοθήκης
του Σαράπειου,
αποκαλώντας τα
βιβλία της «δαίμονες».
Έχουμε
να
αντιμετωπίσουμε
μια πρωτοφανή
προσπάθεια
διαστρέβλωσης
και
πετσοκόμματος
των κειμένων
του
Χρυσόστομου, ο
οποίος, όπως θα
δούμε, διόλου
δεν
ισχυρίζεται
ότι τα βιβλία
της
βιβλιοθήκης
του Σαράπειου
είναι δαίμονες.
Ορίστε το
απόσπασμα από
τον «Λόγο κατά
Ιουδαίων» (μετάφραση
πανεπιστημιακών
Α.Π.Θ. από τις
Πατερικές
Εκδόσεις
Γρηγόριος ο
Παλαμάς):
Λόγος
Κατά Ιουδαίων Α’,
5 (PG
48, 850E):«Επειδή
όμως υπάρχουν
μερικοί που
θεωρούν και τη
Συναγωγή σαν
τόπο ιερό,
είναι ανάγκη να
πούμε και σ’
αυτούς λίγα
λόγια. Για
ποιον λόγο
σέβεστε τον
τόπο εκείνον,
τον οποίον
πρέπει να
καταφρονείτε,
να το
συχαίνεστε και
να τον
αποφεύγετε;
Στον χώρο αυτόν,
απαντούν,
βρίσκεται ο
νόμος και τα
βιβλία των
Προφητών. Και
τί σχέση έχει
αυτό; Όπου
υπάρχουν
δηλαδή τέτοια
βιβλία, θα
θεωρείται και ο
τόπος άγιος;
Οπωσδήποτε όχι».
Και,
προσέξτε
ειδικά εδώ (Λόγος
Κατά Ιουδαίων Α’,
6 (PG
48, 851F)):
«Για
να μάθετε, ότι
τα βιβλία δεν
αγιάζουν τον
τόπο, αλλά τον
καθιστά βέβηλο
η προαίρεση
εκείνων που
συνέρχονται
εκεί, θα σας
διηγηθώ μια
παλιά ιστορία.
Ο Πτολεμαίος ο
Φιλάδελφος,
αφού
συγκέντρωσε
από παντού τα
βιβλία και
έμαθε ότι και
οι Ιουδαίοι
έχουν βιβλία,
τα οποία
φιλοσοφούν για
το Θεό και για
άριστη
πολιτεία,
έστειλε και
κάλεσε άνδρες
από την Ιουδαία,
ερμήνευσε αυτά
με εκείνους και
τα τοποθέτησε
στο ιερό του
Σαράπιδος, μια
που ο ίδιος
ήταν
ειδωλολάτρης,
και αυτά μέχρι
τώρα
βρίσκονται
εκεί, τα άγια
των Προφητών.
Τι λοιπόν, ο
ναός του
Σαράπιδος
είναι άγιος,
επειδή έχει τα
βιβλία των
Προφητών;
Μακριά μια
τέτοια σκέψη.
Εκείνα [τα
βιβλία] βέβαια
έχουν τη δική
τους αγιότητα,
που όμως δεν
την μεταδίδουν
στον τόπο [του
ναού], λόγω της
μιαρίας
εκείνων που
συγκεντρώνονται
εκεί. Το ίδιο
λοιπόν πρέπει
να σκεφτεί
κανείς και για
τη συναγωγή.
Γιατί, αν και
δεν στήθηκε
εκεί [συναγωγή]
κάποιο είδωλο,
αλλά στον
τόπο εκείνο [συναγωγή]
κατοικούν
δαίμονες. Και
αυτό δεν το λέω
μόνο για τη
συναγωγή που
βρίσκεται εδώ, αλλά
και για τη
συναγωγή που
βρίσκεται στη
Δάφνη».
Οι
παγανιστές
διαστρεβλώνουν
το κείμενο του
Αγίου Ιωάννη
Χρυσοστόμου,
κατηγορώντας
τον έτσι, πως
ισχυρίζεται
ότι «στο ναό του
Σεράπιδος
κατοικούν
δαίμονες», ενώ ο
Χρυσόστομος
γράφει ότι «στην
συναγωγή
κατοικούν
δαίμονες», όχι
μόνο στην
συναγωγή της
Κωνσταντινούπολης,
αλλά και σε
αυτή της Δάφνης,
στην Αντιόχεια.
Αυτό αποδεικνύεται,
διότι ο
Χρυσόστομος
λέει ρητά «αυτό
το πράγμα (= «στον
τόπο αυτόν
κατοικούν
δαίμονες») δεν
το λέω μόνο για
τη συναγωγή που
βρίσκεται εδώ,
αλλά και για τη
συναγωγή που
βρίσκεται στη
Δάφνη». Για συναγωγές
μιλάει.
Αυτή
την
διαστρέβλωση
οι Ν/Π την
επιτυγχάνουν
πετσοκόβοντας
το κείμενο του
Αγίου Ιωάννη
Χρυσοστόμου
αφαιρώντας
τμήματά του,
ώστε να μην
καταλαβαίνει
κανείς, όταν ο
Άγιος λέει «στον
τόπο αυτόν
κατοικούν
δαίμονες» ότι
ομιλεί περί της
συναγωγής κι
όχι περί του
Σαράπειου, όπως
επίσης να μην
καταλαβαίνει
κανείς ότι ο
Άγιος ομιλεί
για τα βιβλία
της Παλαιάς
Διαθήκης, που
βρίσκονται στη
βιβλιοθήκη του
Σαράπειου, κι
όχι για τα
Εθνικά βιβλία
της
βιβλιοθήκης
του Σαράπειου.
Να πώς
πετσοκόβουν οι
Ν/Π χασάπηδες
τον Χρυσόστομο
(στο Διαδίκτυο):
Ο Ι.
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΜΕ
ΕΜΠΡΗΣΤΙΚΕΣ
ΔΗΛΩΣΕΙΣ
ΥΠΟΝΟΜΕΥΣΕ
ΑΦΑΝΙΣΤΙΚΑ ΤΗΝ
ΜΕΓΑΛΗ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΗ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ:
Ολόκληρη
η φράση, δηλαδή,
η οποία
επεξηγεί σε
ποιον τόπο
αναφέρεται ο
Χρυσόστομος,
παραλείπεται. Η
πιο σημαντική
φράση που
δείχνει ότι ο
Χρυσόστομος
ομιλεί για την
Συναγωγή, «θάβεται
με
αποσιωπητικά».....
Ας σιωπάσουν
τώρα λοιπόν,
κάτω από τους
τόνους αποσιωπητικών,
με τους οποίους
πετσοκόβουν τα
κείμενα των
Πατέρων.
Να
συμπληρώσουμε
για το Σεράπειο
κι αυτό. Οι
Νεοπαγανιστές
ισχυρίζονται
ότι ο
Χρυσόστομος
αποκαλεί τα
βιβλία της
βιβλιοθήκης
του Σαράπειο «δαίμονες
που κατοικούν
στον τόπο [της
βιβλιοθήκης]»
και με
ελληνόφρονα
ειρωνία
ανάμικτη με
αποτροπιασμό
λένε πως «δύο
εκατομμύρια
δαίμονες
κατοικούν το
Σαράπειο».
Εκτός
από το ότι δεν
αντιλαμβάνονται
ότι ο
Χρυσόστομος
ομιλεί περί
συναγωγών,
εκτός από την
θλιβερή άγνοιά
τους για το
πραγματικό
μέγεθος της
βιβλιοθήκης
του Σαράπειου
(42.000 τόμοι κι όχι
2.000.000), κακοποιούν
και την
ελληνική
γλώσσα. Γιατί
ακόμη κι ένας
απαίδευτος
γνωρίζει ότι το
ρήμα «κατοικώ»
χρησιμοποιείται
για ανθρώπους
κι όχι για
βιβλία ή
καρέκλες ή
μαχαιροπήρουνα
ή πλυντήρια
πιάτων. Τέλος,
είναι προφανές
ότι ο λόγος για
τον οποίο ο
Χρυσόστομος
αποκαλεί «κατοικία
δαιμόνων» τις
συναγωγές δεν
είναι τα βιβλία
αλλά «η μιαρία
εκείνων που
συγκεντρώνονται
εκεί». Δηλαδή,
ακόμη και στην
υποθετική
περίπτωση που ο
Χρυσόστομος
όντως έγραφε
ότι το Σαράπειο
κατοικείται
από δαίμονες, ο
λόγος θα ήταν η
μιαρία των
ειδωλολατρικών
τελετών κι όχι
τα βιβλία της
βιβλιοθήκης.
Αλλά, όπως
δείξαμε, ο
Χρυσόστομος
αναφέρεται
στις συναγωγές
και πουθενά δεν
αντιστοιχεί
βιβλία με
δαίμονες.
Η
αλήθεια είναι
ότι ο άγιος
Ιωάννης
Χρυσόστομος
πράγματι κάνει
λόγο για έναν
τόπο όπου «κατοικούν
δαίμονες». Αλλά
αυτός ο τόπος
δεν είναι οι
αρχαίες
ελληνικές
βιβλιοθήκες,
αλλά οι
ιουδαϊκές
συναγωγές (Ιω.
Χρυσόστομου, Κατά
Ιουδαίων,
λόγος α’, 6): «Αλλά
είναι καιρός
πλέον να
αποδείξουμε
ότι εκεί
κατοικούν και
δαίμονες, όχι
μόνο στον τόπο
αυτόν, αλλά και
στις ίδιες τις
ψυχές των
Ιουδαίων».
Είναι
ολοφάνερο ότι ο
Χρυσόστομος
αναφέρεται
στις συναγωγές,
καταρχήν της
Δάφνης (προάστειου
της Αντιόχειας)
και όλες γενικά.
Αντίθετα με ότι
ισχυρίζονται
οι
αρχαιολάτρες
λοιπόν, ο
Χρυσόστομος
αναφέρεται
στις συναγωγές
ως τόπο όπου «κατοικούν
δαίμονες».
Φυσικά, οι
αρχαιολάτρες
κόβουν το
κείμενο εκεί
που τους
συμφέρει, ώστε
να εμφανίζεται
ο Χρυσόστομος
να λέει ότι το
Σαράπειο είναι
τόπος
κατοικίας
δαιμόνων. Η
αλήθεια είναι
ότι η αρχή του
κειμένου που οι
Αρχαιολάτρες
παραθέτουν
απέχει πάρα
πολλές σελίδες
από το τέλος
του ίδιου
παρατιθέμενου
κειμένου. Τα
αποσιωπητικά
κρύβουν
δεκάδες σειρές.
Πράγματι
ο άγιος Ιωάννης
Χρυσόστομος
αναφέρει στον
ίδιο λόγο ότι
σε κάποιον τόπο
έχει στηθεί
βωμός όπου
θυσιάζονται
ψυχές ανθρώπων.
Ωστόσο αυτός ο
τόπος που ο
Χρυσόστομος
αναφέρει δεν
είναι η
βιβλιοθήκη του
Σαράπειου, όπως
ψευδώς
ισχυρίζονται
οι
αρχαιολάτρες (Κατά
Ιουδαίων,
λόγος α’, 6): «Ώστε
ως προς την
ασέβεια καμμία
διαφορά δεν
υπάρχει μεταξύ
αυτών [=των
Ιουδαίων] και
των Εθνικών, τα
της απάτης όμως
φοβερότερα
τίθενται σε
ενέργεια από
αυτούς [=τους
Ιουδαίους]. Καθ’
όσον και σ’
αυτούς [=τους
Ιουδαίους] έχει
στηθή ένας
αόρατος βωμός
απάτης, στον
οποίο δεν
θυσιάζονται
μόνο πρόβατα
και μοσχάρια,
αλλά και ψυχές
ανθρώπων». Τα «ψυχοθυσιαστήρια»
που αναφέρουν
οι
αρχαιολάτρες
είναι οι
συναγωγές των
Ιουδαίων
λοιπόν, κι όχι
οι αρχαίες
βιβλιοθήκες,
όπως
ισχυρίζονται
οι
αρχαιολάτρες
παραποιώντας
το κείμενο του
Χρυσοστόμου.
Οι
αρχαιολάτρες παρεμβάλλουν
στο ήδη
διαστρεβλωμένο
κείμενο του
Χρυσόστομου τη
λέξη «(διέδοσε)»,
ώστε να πείσουν
ότι ο
Χρυσόστομος
όχι μόνο θεωρεί
τη βιβλιοθήκη
του Σαράπειου «κατοικία
δαιμόνων», αλλά
γράφει
επιπλέον και «διέδοσέ
το», δηλαδή
προτρέπει τους
αναγνώστες να
διαδόσουν ότι
είναι κατοικία
δαιμόνων η
βιβλιοθήκη!
Φυσικά, όπως
βλέπουμε,
καμμία τέτοια
προτροπή δεν
κάνει ο άγιος
Ιωάννης
Χρυσόστομος.
Άλλη
περίπτωση
παραποίησης
κειμένων.
Οι
Νεοπαγανιστές
επιτίθενται
κατά του Αγίου
Ιωάννη
Χρυσοστόμου
ισχυριζόμενοι
πως αυτός είναι
φιλοβάρβαρος
ανθέλληνας. Και
φυσικά, και σ’
αυτήν την
περίπτωση
πετσοκόβουν το
κείμενο του
Χρυσοστόμου. Να
πώς
μεταφράζουν το
κείμενο (στο
Διαδίκτυο):
«Όσο
πιο βάρβαρο ένα
έθνος φαίνεται
και της
ελληνικής
απέχει
παιδείας, τόσο
λαμπρότερα
φαίνονται τα
ημέτερα... Ούτος
ο (πιστός)
βάρβαρος, την
οικουμένη
ολάκερη
κατέλαβε... και
ενώ πάντα τα
των Ελλήνων
σβήνουν και
αφανίζονται,
τούτου (του
πιστού
βάρβαρου) καθ’
έκαστη
λαμπρότερα
γίνονται.»
Το
πραγματικό
όμως κείμενο
του
Χρυσοστόμου,
είναι αυτό (PG 59, 31B,
Ομιλία Β’ εις
τον
Ευαγγελιστή
Ιωάννη): «Ενώ
αυτός ο
αγράμματος, ο
απλοϊκός, από
τη Βησθαϊδά, ο
υιός του
Ζεβεδαίου, έστω
κι αν μύριες
φορές
ειρωνεύονται
οι Έλληνες για
την ευτέλεια
των τίτλων του,
θα το πω με πολύ
πιο μεγάλη
παρρησία, όσο
κι αν το έθνος
–
από το οποίο
κατάγεται ο
Ιωάννης
–
τους φαίνεται
ότι είναι
βάρβαρο (ὅσῳ
γὰρ τὸ ἔθνος
αὐτοῖς
βάρβαρον
φαίνηται)
και ότι απέχει
από την
ελληνική
παιδεία, τόσο
πιο σαφή θα
αποδειχθούν τα
δικά μας. Διότι,
όταν ο βάρβαρος
και αμαθής
λέγει τέτοια
πράγματα τα
οποία κανείς
από τους
ανθρώπους της
γης δεν
κατανόησε ποτέ,
και όχι μόνο
λέγει αλλά και
πείθει, αυτό αν
συνέβαινε θα
ήταν μεγάλο
θαύμα. (....) Αυτός
λοιπόν ο
βάρβαρος [=Ο
Ευαγγελιστής
Ιωάννης], με την
συγγραφή του
Ευαγγελίου (Αρχαίο
κείμενο: τῇ
μὲν τοῦ
Εὐαγγελίου
συγγραφῇ)
κυρίευσε
ολόκληρη την
οικουμένη. (....)
Και τα μεν
έργα των
Ελλήνων όλα
έσβησαν και
εξαφανίστηκαν,
ενώ τα δικά του
γίνονται κάθε
μέρα
περισσότερο
περιφανή. Διότι,
αφ’ ότου
εμφανίστηκαν
αυτός και οι
υπόλοιποι
αλιείς, από
τότε οι
διδασκαλίες
του Πυθαγόρα
και του Πλάτωνα
έχουν σιγήσει,
ενώ
προηγουμένω
νομιζόταν ότι
επικρατούν».
Οι
«Έλληνες
Εθνικοί» «ξεχνούν»
να μεταφράσουν
το άρθρο «το»
μπροστά από το «έθνος»,
αλλά το
μεταφράζουν ως
«ένα έθνος». Όμως
ο Χρυσόστομος
αναφέρεται στο
έθνος του
Ιωάννη, το
εβραϊκό, γι’
αυτό δεν γράφει
«ὅσῳ
γὰρ ΤΙΝΑ ἔθνος
φαίνηται»,
αλλά «ὅσῳ
γὰρ τὸ ἔθνος
αὐτοῖς
βάρβαρον
φαίνηται».
Οι
«ερευνητές»
αρχαιόπληκτοι
δεν
μεταφράζουν
επίσης ούτε το «αυτοίς
φαίνηται», αλλά
μόνο το «φαίνηται»,
ώστε να φανεί,
σε συνδυασμό με
το παραπάνω,
ότι ο
Χρυσόστομος
λέει «όσο
βαρβαρικότερο
ένα έθνος, τόσο
το καλύτερο»! Ο
Χρυσόστομος
όμως λέει ότι «όσο
κι αν το έθνος
εκείνο
φαίνεται στους
Έλληνες
βαρβαρικό».
Τεράστια
διαφορά, που
χάρη στην
Νεοπαγανιστική
μετάφραση
εξαφανίζεται.
Οι
«ερευνητές»
αρχαιολάτρες
δεν
μεταφράζουν το
«τῇ
μὲν συγγραφῇ
τοῦ
Εὐαγγελίου»,
ώστε να
φαίνεται ότι «ένας
βάρβαρος – «προφανώς»
με τη δύναμη
των όπλων, άρα
είναι
εισβολέας!!! –
κυρίευσε την
οικουμένη».
Οι «ερευνητές» αρχαιόπληκτοι ούτε καν μπαίνουν στον κόπο να εξηγήσουν ποιος είναι αυτός ο «βάρβαρος» που αναφέρει ο Χρυσόστομος, ώστε να νομίζει ο αναγνώστης ότι ο Χρυσόστομος επαινεί τους βαρβαρικούς εισβολείς του 4ου αιώνα (Αλάριχο κ.ά.), δηλαδή ότι είναι φιλοβάρβαρος. Ακόμη μια περίπτωση διαστρέβλωσης κειμένων του Χρυσοστόμου παρατίθεται σε επόμενο κεφάλαιο.
Υπό
άλλες
περιπτώσεις θα
αποσιωπούσαμε
το όνομα του
δράστη της
παραποίησης
των κειμένων
του άγιου
Ιωάννη. Ωστόσο,
στην περίπτωση
αυτή πρέπει να
αναφερθεί,
γιατί ο δράστης
αυτός
παρουσιάζεται
από τους
Αρχαιολάτρες
ως «ορθολογιστής»
και ως «ερευνητής»
της αλήθειας. Ο
κύριος αυτός,
λοιπόν, που
παραποίησε και
διαστρέβλωσε
με τέτοιο τρόπο
τα κείμενα του
Χρυσοστόμου, με
σκοπό να τον
σπιλώσει και να
τον
συκοφαντήσει
είναι ο Μ.
Καλόπουλος. Η
απόδειξη
βρίσκεται στην
αποθηκευμένη
από τον «Ανώνυμο
Απολογητή»
ιστοσελίδα-τμήμα
του δικτυακού
τόπου του
Καλόπουλου,
στην οποία
αναγράφονταν
οι συκοφαντίες
και τα αισχρά
ψεύδη του: (http://www.apologitis.com/gr/ancient/kalopoulos/great_lies/pateres_02_05_2004.htm
). Περιττό να
πούμε, ότι με το
ξεσκέπασμα των
συκοφαντιών
του κατά των
Ελλήνων
Πατέρων της
Εκκλησίας, ο Μ.
Καλόπουλος
απέσυρε την
ιστοσελίδα
αυτήν από τον
ιστότοπό του.
Ωστόσο ήταν
αργά πλέον,
διότι η σελίδα
αποθηκεύτηκε.
Είναι θλιβερό
ότι τέτοιοι
διαστρεβλωτές
των πατερικών
κειμένων,
τέτοιοι
άνθρωποι των
οποίων η άγνοια
της Αγίας
Γραφής είναι
ολοφάνερη,
διαφημίζονται
ως «απομυθοποιητές».
Η
κριτική των
Νεοπαγανιστών
προς τον Άγιο
Ιωάννη
Χρυσόστομο το
μόνο που
αποδεικνύει
είναι την
άγνοια για τις
αντίστοιχες
απόψεις των
Αρχαίων
Ελλήνων:
α')
Κατηγορούν οι
Νεοπαγανιστές
τον Χρυσόστομο
που
υπερασπίζεται
την παρθενία (Περί
παρθενίας, PG 45, 533),
ότι «δεν
σκέφτεται
καθόλου πως αν
όλοι δέχονταν
τις απόψεις του,
η κοινωνία θα
εξαφανιζόταν».
Τότε να
κατηγορήσουν
και την παρθένα
εθνική Υπατία,
και τον
Δημόκριτο που
δεν επιθυμούσε
παιδιά, και τον
Επίκουρο που
πίστευε ότι η
συνουσία ποτέ
δεν ωφέλησε σε
κάτι.
β')
Κατηγορούν οι
Νεοπαγανιστές
τον Χρυσόστομο
που
καταφέρεται
κατά του
Πυθαγόρα. Τότε
να
κατηγορήσουν
και τον
Ηράκλειτο που
καταφέρεται
επίσης κατά του
Πυθαγόρα
λέγοντας: «Ο
Πυθαγόρας
έκανε μια δική
του σοφία:
πολυμάθεια,
κακοτεχία» και «Η
πολυμάθεια δε
διδάσκει να
έχεις νου. Αν
ήταν έτσι, θα
είχε διδάξει
και τον
Πυθαγόρα».
γ')
Κατηγορούν οι
Νεοπαγανιστές
τον Χρυσόστομο
που
καταφέρεται
κατά του
Πλάτωνα. Τότε
να
κατηγορήσουν
και τον Διογένη
τον Κυνικό που
καθημερινώς
διέσυρε τον
Πλάτωνα: «όταν ο
Πλάτων
διετύπωσε τον
ορισμό ότι ο
άνθρωπος είναι
ζώο δίποδο και
άπτερο και είχε
κάνει μεγάλη
εντύπωση με
αυτά τα λόγια
του, ο Διογένης
μάδησε έναν
κόκορα, τον
πήγε στην
Ακαδημία και
του είπε: αυτός
είναι ο
άνθρωπος του
Πλάτωνα» (Διογένης
Λαέρτιος, VI, 40).
δ')
Κατηγορούν οι
Νεοπαγανιστές
τον Χρυσόστομο
ότι
ειρωνεύεται
και βρίζει τους
Έλληνες
φιλόσοφους
συνολικά ως «δειλούς,
αλαζόνες
φιλόδοξους που
ποτέ δεν έκαναν
το σωστό». Τότε
να
κατηγορήσουν
και τον Εθνικό
Ιάμβλιχο που
χαρακτηρίζει
τους Έλληνες
ανώριμους από
την ίδια τη
φύση τους,
χωρίς
εσωτερικότητα,
ανίκανους να
ανακαλύψουν
μόνοι τους την
αλήθεια˙ τους
κατηγορεί ότι
αλλοιώνουν με
τη λεπτολογία
τους όσα
μαθαίνουν από
τους άλλους
λαούς.
ε')
Κατηγορούν οι
Νεοπαγανιστές
τον Χρυσόστομο
που θεωρεί τον
Σωκράτη ως έναν
εκ των
αισχρότερων
φιλοσόφων. Τότε
να
κατηγορήσουν
και το Λουκιανό
που αποκαλεί «σοφιστή»
και «ψευτογενναίο»
τον Σωκράτη, «τον
πιο αχρείο από
όλους τους
κόλακες» τον
Αριστοτέλη και
«αλαζόνα και
κουτό» τον
Εμπεδοκλή.
Επίσης τον
Επίκουρο που
έλεγε «αχθοφόρο»
και «δασκαλάκο»
τον Αριστοτέλη
και τον
Πρωταγόρα.
στ')
Κατηγορούν οι
Νεοπαγανιστές
τον Χρυσόστομο
που γράφει ότι
ο θάνατος είναι
προτιμότερος
από τη ζωή. Τότε,
αν είναι
συνεπείς, ας
κατηγορήσουν
και τον Πλάτωνα
που
υποστηρίζει
ότι τίποτα δεν
υπάρχει
καλύτερο, και
γι’ αυτό ακόμη
το σώμα, από τη
νέκρωσή του: «σώματι
διαλύσεως οὐκ
ἔστιν ἢ
κρεῖττον»
(Νόμοι, 828d).
ζ’)
Κατηγορούν οι
Νεοπαγανιστές
τον Χρυσόστομο
που με σκληρή
γλώσσα
καταδικάζει
μαντεία και
μαντική και τα
μαγικά ξόρκια
και φυλακτά.
Τότε να
κατηγορήσουν
και τον
Ξενοφάνη που
απέρριπτε την
μαντική και τον
Πλάτωνα που
νομοθετεί
εναντίον της
νόμους.
η’)
Κατηγορούν οι
Νεοπαγανιστές
τον Χρυσόστομο
που είναι
πικρόχολος για
τους
Ολυμπιακούς
Αγώνες. Τότε να
κατακρίνουν
τον Ευριπίδη,
τον Ξενοφάνη,
τον Διογένη τον
Κυνικό, τον
Παυσανία, τον
Επίκτητο, το
Φιλόστρατο και
τον Γαληνό που
είναι
αντίθετοι με το
αθλητικό
ιδεώδες και
πρακτική της
εποχής τους.
θ’)
Κατηγορούν οι
Νεοπαγανιστές
τον Χρυσόστομο
ότι ήταν
μισογύνης ώς το
κόκκαλο. Αυτό
είναι αναληθές
βέβαια, αλλά αν
ισχύει, τότε οι
Νεοπαγανιστές
να
κατηγορήσουν
και τον
Ευριπίδη, γιατί
κι αυτός ήταν
μισογύνης ώς
εκεί που δεν
πήγαινε άλλο.
Και τον
Αντιφάνη και
τον Ησίοδο,
τουλάχιστον.
ι')
Κατηγορούν οι
Νεοπαγανιστές
τον Χρυσόστομο
επειδή
καταδικάζει
την ειμαρμένη.
Και καλά κάνουν
που τον
κατηγορούν,
διότι όποιος
πιστεύει σε
μοίρα είναι
απλώς...
μοιρολάτρης.
ια')
Κατηγορούν οι
Νεοπαγανιστές
τον Χρυσόστομο
επειδή
καυτηριάζει
όσους
πηγαίνουν στον
Ιππόδρομο και
στο θέατρο.
Τότε να
καταδικάσουν
και τον
Ιουλιανό που
δεν πατούσε στα
θέατρα και
μάλιστα
αποκαλεί τις
θεατρικές
παραστάσεις
των ημερών του «ξεδιάντροπες
θεατρικές
παραστάσεις» (Επιστολή
στον Αρσάκειο,
παγανιστή
ιερέα της
Γαλατίας).
Γράφει ο
Ιουλιανός στον Μισοπώγωνα:
«Περιορίζω τον
εαυτό μου, τον
κρατάω μακριά
από τα θέατρα. (…)
Αποστρέφομαι
τις
ιπποδρομίες.»
Να
κατηγορήσουν
και τον Πλάτωνα
που τόσο πολύ
μισούσε το
θέατρο, ώστε
αποκαλούσε θεατροκρατία
τις
παραστάσεις
(Γιάνη Κορδάτου,
Ιστορία της
Αρχαίας
Ελληνικής
Φιλοσοφίας,
εκδ.
Μπουκουμάνη, σ.
310). Οι θεατρικές
παραστάσεις
της εποχής
εκείνης ήταν
εντελώς
αισχρές για την
εποχή εκείνη,
συμμετείχαν
ακόμη και σε
γυμνά σόου επί
σκηνής
γυναίκες
ηθοποιοί με
θεατρίνους και
δεν είχαν
καμμία σχέση με
τις κλασσικές
παραστάσεις
του 4ου π.Χ. αι.
ιβ’)
Κατηγορούν οι
Νεοπαγανιστές
τον Χρυσόστομο
επειδή θεωρεί
ντροπή να
οδύρεται
κανείς, όπως οι «Έλληνες»,
για το θάνατο
οικείου του.
Τότε να
κατακρίνουν
και τη Σπάρτη,
που απαγόρευε
στις μανάδες
των
φονευθέντων
στρατιωτών το
θρήνο (Fustel
De
Coulanges,
Η Αρχαία Πόλη,
εκδ. Ειρμός, σ. 347).
Να
κατηγορήσουν
και το Λυκούργο:
«Ο
Λυκούργος
κατάργησε
επίσης (..) τα
πένθη και τα
μοιρολόγια» (Πλούταρχου,
Τα παλαιά των
Λακεδαιμονίων
επιτηδεύματα, 18
(238d)).
ιγ')
Κατακρίνουν οι
Νεοπαγανιστές
τον Χρυσόστομο,
επειδή
καυτηριάζει το
γυναικειο
καλλωπισμό.
Τότε να
κατακρίνουν
και το Σόλωνα
που απαγόρευε
στις γυναίκες
να έχουν μαζί
τους έξω πάνω
από τρία
φορέματα.
ιδ')
Κατακρίνουν οι
Νεοπαγανιστές
τον Χρυσόστομο
επειδή
κατακρίνει τα
πολλά γέλια.
Τότε να
κατακρίνουν
και τον Πλάτωνα
που τα
απαγορεύει για
τους νέους και
δεν θέλει να
παρουσιάζονται
οι θεοί
γελαστοί.
ιε')
Κατηγορούν τον
Χρυσόστομο
επειδή
απορρίπτει την Πολιτεία
του Πλάτωνα
υβρίζοντας την
νοητική
σύλληψή της.
Καλά κάνουν,
διότι
επρόκειτο για
μια πολιτεία
όπου κανένας
δεν ήξερε τον
πατέρα και τη
μητέρα του˙ ή
μάλλον, μια
πολιτεία όπου
οι μανάδες όλων
ήταν κοινές. Ο
ίδιος ο
Πλάτωνας σε
ωριμότερη
ηλικία
γράφοντας τους Νόμους,
πολλά από αυτά
που πρότεινε
στην Πολιτεία
δεν τα
επαναλαμβάνει.
Κι ο
Αριστοτέλης
απέρριπτε την Πολιτεία.
ιστ')
Κατηγορούν οι
Νεοπαγανιστές
τον Άγιο Ιωάννη
τον Χρυσόστομο,
επειδή θέλει
τις κοπέλες να
μη βγαίνουν έξω
από τα σπίτια
τους. Τότε να
κατηγορήσουν
και τους
Πολυθεϊστές
Αρχαίους
Αθηναίους για
το ίδιο πράγμα
καθώς και τον
Ξενοφώντα που
γράφει «Για τη
γυναίκα είναι
περισσότερο
πρέπον να μένει
στο σπίτι παρά
να τριγυρνάει
έξω» (Οικονομικός
7,3).
Κατακρίνοντας
λοιπόν, τον
Χρυσόστομο οι
Νεοπαγανιστές
καταλήγουν να
κατακρίνουν
τμήμα της
ελληνικης
αρχαιότητας. Ίσως
το μίσος των
Νεοπαγανιστών
ειδικώς με τον
Άγιο Ιωάννη
Χρυσόστομο
οφείλεται στο
ότι τους είχε
τσακίσει με το
συγγραφικό
του έργο, γι’
αυτό έχουν τόση
λύσσα εναντίον
του, ειδικά
επειδή ο
Εθνικός ρήτωρ
Λιβάνιος είχε
πει, πως θα
έχριζε διάδοχό
του τον Ιωάννη
Χρυσόστομο «αν
δεν τον είχαν
πάρει οι
Χριστιανοί» (Σωζομενός,
8, 2). Ο Χρυσόστομος,
σύμφωνα με τον
Γερμανό
φιλόλογο του 19ου
αι. Βιλάμοβιτς,
δεν ήταν ένας
τυχαίος
ρήτορας˙ ήταν
τόσο δεινός
ρήτορας που οι
υπόλοιποι
ρήτορες της
εποχής του
φάνταζαν
βάρβαροι
μπροστά του.
Δεν είναι δα
και ελάχιστα
οδυνηρό να
συντρίβονται
από κάποιον που
θα μπορούσε να
ήταν δικός τους.
Ο κ.
Γ.
Σιέττος, που
κατηγορεί ως
ανθέλληνες
τους πατέρες
της Εκκλησίας,
σ’ ένα βιβλίο
του αφιερώνει 62
ολόκληρες
σελίδες στον
άγιο Ιωάννη
Χρυσόστομο (ενώ
για άλλους 61
εκκλησιαστικούς
συγγραφείς
αφιερώνει μόνο
από μία έως
τέσσερις
σελίδες στον
καθένα!)
κατηγορώντας
τον για
πράγματα
παρόμοια με τις
προαναφερθείσες
κατηγορίες.
Οι
Ν/Π
καταφέρονται
ενάντια στην
Ομιλία ΞΣΤ’ 3 (Εις
τον Αγιον
Ιωάννην
Ευαγγελιστήν).
Τι λέει όμως ο
Ιωάννης ο
Χρυσόστομος
και γιατί; Λέει: «Διότι
αυτοί οι
άνθρωποι [οι
Εθνικοί] δε
μπόρεσαν να
ανακαλύψουν
τίποτε λογικό,
ούτε σε ό,τι
αφορά το θεό
ούτε την
δημιουργία, και
πράγματα που
μια χήρα
Χριστιανή
είναι
εξοικειωμένη, ο
Πυθαγόρας δεν
τα ήξερε, αλλά
είπε ότι η ψυχή
μετατρέπεται
σε θάμνο, ή σε
ψάρι ή σε σκύλο.
Σ’ αυτά, πείτε
μου, πρέπει να
δώσετε προσοχή;
(...) Για
παράδειγμα, ο
πρώτος ανάμεσά
τους είπε ότι
το νερό ήταν
θεός, ο
διάδοχός του
την φωτιά, ένας
άλλος τον αέρα
και όλοι
κατέληγαν σε
πράγματα
σωματικά. Θα
΄πρεπε εμείς,
πείτε μου, να
θαυμάζουμε
αυτούς που ποτέ
δεν είχαν την
ιδέα ενός
ασώματου θεού;»
Δεν λέει κάτι
παράλογο ο
Χρυσόστομος, κι
όλες αυτές τις
ιδέες περί
υλικού Θεού τις
ονομάζει πύον
και ακαθαρσίες
και σκουλίκια.
Ορισμένοι
απορούν για το
ύφος του
Χρυσοστόμου. Η
αλήθεια είναι
ότι ο
Χρυσόστομος
απλώς εκινείτο
στο πλαίσιο των
ανεκτών
ρητορικών
υπερβολών της
εποχής του. Η
γλώσσα του «φέρει
τα γνωρίσματα
της ρητορείας
της εποχής και
δεν μπορεί να
κατανοηθεί έξω
από αυτήν. Έτσι,
η φράση «μιαροὶ
καὶ παμμίαροι»
δεν ακουόταν
τότε, όπως τα
σημερινά «βρωμεροί
και πανάθλιοι»,
που είναι
μετάφραση του
συγγραφέα. Το
ίδιο ισχύει και
για την φράση «κἂν
πάνυ
ἀναισχυντοῖεν»
και τη σημερινή
απόδοσή της «τελείως
ανδιάντροποι»!» (π.
Γ.Δ. Μεταλληνού, Παγανιστικός
Ελληνισμός ή
Ελληνορθοδοξία;,
εκδ. Αρμός, σ. 87). Ο
Χρυσόστομος
δεν μισεί τους
Εθνικούς, διότι
κατηγορεί τους
Χριστιανούς
ότι «ἡμεῖς
γὰρ ἐσμὲν
αἴτιοι, ἡμεῖς,
τοῦ μένειν
αὐτοὺς ἐπὶ τῆς
πλάνης»
(Ομιλία ΟΒ’, «Περί
της αγάπης και
βίου ορθού..»).
Ερμηνεύοντας,
μάλιστα, το δ’
κεφάλαιο των
Πράξεων (PG
60,96 ε.) ασκεί
αυστηρή
κριτική στους
Χριστιανούς,
διότι, αν
ακολουθούσαν
την
κοινοκτημοσύνη
των Χριστιανών
των
Ιεροσολύμων, «τίς
ἂν Ἕλλην
ἔμενεν λοιπόν;»
Το αντιφατικό
με τους
κατήγορους του
Χρυσοστόμου
είναι, ότι οι
μεν Εβραίοι τον
κατηγορούν ως
αντιιουδαίο,
ενώ οι
Νεοπαγανιστές
ως εβραιόψυχο
ανθέλληνα. Κι
αυτό, γιατί δεν
καταλαβαίνουν
τα κίνητρα του
Χρυσοστόμου.
Στο
σημείο αυτό
αξίζει να
αναφερθούμε
στον
υποτιθέμενο
αντισημιτισμό
του
Χρυσόστομου.
Αρχικά,
αναφορικά με
τους τίτλους Κατά
Ιουδαίων
ορισμένων
λόγων του
πρέπει να
γνωρίζουμε ότι
«οι τίτλοι δεν
ανήκουν στους
ίδιους τους
Πατέρες, αλλά
στους
αντιγραφείς ή
πρώτους
εκδότες» (π. Γ.Δ.
Μεταλληνού, Παγανιστικός
Ελληνισμός ή
Ελληνορθοδοξία;,
εκδ. Αρμός, σ. 79).
Επιπλέον
πρέπει να
γνωρίζουμε την
αιτία για τη
συγγραφή των
ομιλιών αυτών: «Στην
Αντιόχεια...μεγάλες
ομάδες [των
Χριστιανών] δεν
διέκριναν
μεταξύ
χριστιανισμού
και ιουδαϊσμού
και γι’ αυτό
μετείχαν στις
θρησκευτικές
εορτές, στις
τελετές και
στις νηστείες
των ιουδαίων.
Χριστιανοί
ζητούσαν
θαυματουργίες
από τους
ραββίνους με τα
φυλακτά και τις
τελετές που
αυτοί
ενεργούσαν. Το
γεγονός αυτό
είχε τεράστια
σωτηριολογική
και θεολογική
σημασία για τον
Χρυσόστομο, που
το έβλεπε ως
επικίνδυνη
πληγη, αφού η
σωτηρία
προϋποθέτει
απαραίτητα
ενσυνείδητη
ορθή πίστη και
γνήσια λατρεία.
Έτσι
αποφασίζει να
ομιλήσει για
τους ιουδαίους
διακόπτοντας
μάλιστα τις
Ομιλίες του
Περί
ακαταλήπτου
του Θεού και
Κατά Ανομοίων,
όχι από
ιδεολογική
εναντίον τους
τοποθέτηση,
αλλά για να
θεραπεύσει την
πληγή, το "νόσημα"
των χριστιανών
και να τους
προστατεύσει
από
θρησκευτικές
πράξεις που
θέτουν σε
κίνδυνο την
σωτηρία τους (...)
Πρέπει να
λεχθεί ότι ο
Χρυσόστομος
δεν μιλούσε
αυστηρά μόνο
κατά των
ιουδαίων. Με
τον ίδιο και
πιο αυστηρό
τρόπο μιλούσε
και κατά των
Ανομοίων, των
αιρετικών
γενικά και των
Γνωστικών ή των
εθνικών. Αυτό
συνέβαινε,
διότι ο λόγος
των
αντιαιρετικών
και των
αντιιουδαϊκών
Ομιλιών του
υπήρξε ο ίδιος,
η προστασία των
πιστών από τις
ετεροδιδασκαλίες»
(Στ. Π.
Παπαδόπουλος,
στο π. Γ.Δ.
Μεταλληνού, Παγανιστικός
Ελληνισμός ή
Ελληνορθοδοξία;,
εκδ. Αρμός, σ. 81, 84). Ο
Χρυσόστομος
ούτε
φυλετιστής
ήταν βέβαια,
προτρέπει
μάλιστα – όπως
παραθέσαμε το
σχετικό εδάφιο
– να μην
ανταποδίδουν
το κακό στους
Ιουδαίους οι
Χριστιανοί.
Τον
Χρυσόστομο τον
επαίνεσαν
ακόμη και
άνθρωποι σαν
τον Κορδάτο.
Γράφει ο
Κορδάτος για
την εποχή του
Χρυσοστόμου: «Μόνο
ένας στάθηκε
τίμιος και
υποστηριχτής
του λαού. Αυτός
ήταν ο
Πατριάρχης
Ιωάννης, που ο
λαός τον
ονόμασε
Χρυσόστομο.
Μέρα νύχτα
διαμαρτύρονταν
για τις
αισχρότητες
που γίνονταν
στο παλάκι και
για την
εκμετάλλευση
του κοσμάκη (...).
Αγωνίστηκε όσο
μπορούσε να
συγκινήση τους
παλατιανούς,
τους παραλήδες
και τους
ευγενείς να
πάρουν τα μέτρα
που έπρεπε, μα
δεν κατάφερε
τίποτα. (...) Επειδή
όμως δεν χάριζε
κάστανα σε
κανένα και
ξεσκέπαζε τις
βρωμιές του
παλατιού και
της
αριστοκρατίας
κι ακόμα
μαστίγωνε και
πολλούς
κληρικούς,
βρήκε τον μπελά
του. Η
βασίλισσα,που
μισούσε τον
Χρυσόστομο και
οι φίλοι της οι
παλατιανοί, τα
κατάφεραν να
καλέσουν
Σύνοδο, να τον
καθαιρέσουν
και να τον
εξορίσουν. Μα
επειδή έγιναν
ταραχές και οι
λαϊκές μάζες
ξεσηκώθηκαν,
αναγκάστηκαν
να τον φέρουν
από την εξορία
και να του
ξαναδώσουν τον
πατριαρχικό
θρόνο.
Ο
Χρυσόστομος,
φυσικά, δεν
άλλαξε μυαλά.
Μαχητικός και
αγωνιστής
άρχισε τα ίδια.
Οι ρητορικοί
του λόγοι ήταν
καφτό σίδερο
για τους
παλατιανούς
και τους
εκμεταλλευτές
του λαού.
Βλέποντας σε
ποια αθλιότητα
και δυστυχία
είχαν
καταντήσει οι
παραγωγικές
μάζες, ύψωσε τη
φωνή του και
συνιστούσε να
παρθούν μέτρα
για να
σταματήση το
κακό. Σ’ ένα λόγο
του (Ομιλία 61
εις Ματθαίον, PG
58, 591) μαζί με άλλα
στιγμάτιζε
τους
μεγαλοχτηματίες
και γενικά τους
εκμεταλλευτές
των
καλλιεργητών
της γης.
Ένας
τέτοιος όμως
ιεράρχης που
στέκονταν
δίπλα στον
πάσχοντα λαό,
δεν ήταν
ανεχτός στην
κυρίαρχη τάξη
και στους
παλατιανούς,
που τους
ξεσκέπαζε τα
αίσχη τους. Γι’
αυτό τον
ξανάστειλαν
στην εξορία,
όπου και πέθανε»
(Γιάνη Κορδάτου,
Ακμή και
παρακμή του
Βυζαντίου,
εκδότης Πέτρος
Δ. Καραβάκος,
Αθήνα 1953, σ. 57-58).
Αυτός ήταν ο
Χρυσόστομος,
που κάτι
υβριστές τον
αποκαλούν
ανθέλληνα.
15h
ΜΕΓΑΣ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Κατηγορούν
οι
Νεοπαγανιστές
ακόμη κι αυτόν
τον Μέγα
Βασίλειο ως
ανθέλληνα!
-αποκαλούν
ανθέλληνα τον Μ.
Βασίλειο που,
στον λόγο του «Εν
Λιμώ και Αυχμώ»
επαινεί την
Αρχαία Σπάρτη
και τους
Έλληνες
γράφοντας «..Σε
μερικούς από
τους Έλληνες η
φιλανθρωπία
ήταν νόμος, με
την καθιέρωση
κοινών
συσσιτίων, με
τη δημιουργία
σχεδόν κοινής
εστίας για το
λαό»! ( «Αἰδεσθῶμεν
Ἑλλήνων
φιλάνθρωπα
διηγήματα.
Παρά τισιν
ἐκείνων νόμος
φιλάνθρωπος
μίαν τράπεζαν,
καὶ κοινὰ τὰ
σιτία, μίαν
ἑστίαν σχεδὸν
τὸν
πολυάνθρωπον
δῆμον
ἀπεργάζεται»)
(PG 31, 324C).
-αποκαλούν
ανθέλληνα
αυτόν που
εκαυχάτο πως το
γένος της
μητέρας του,
της Εμμέλειας,
κατάγεται από
τους
Μολιονίδες-Ηρακλείδες,
δηλαδή είναι
γνήσιο
ελληνικό.
-αποκαλούν
τον Μέγα
Βασίλειο όχι
απλώς «ανθέλληνα»,
αλλά και «φονιά
και εγκληματία»
που «έφερε
σφαγές» (εννοείται
δίχως
αποδείξεις).
Τον Μ. Βασίλειο,
ο οποίος τόσο
πολύ φρόντιζε,
ανεξαρτήτως
θρησκείας, για
το λαό της
Καππαδοκίας,
ώστε την κηδεία
του
παρακολούθησαν
εκτός από τους
Ορθοδόξους
ακόμη και οι
Ειδωλολάτρες
και οι Ιουδαίοι
θρηνώντας για
το θάνατό του,
γιατί υπήρξε
και δικός τους
ευεργέτης
σώζοντάς τους
από βέβαιο
θάνατο (Ιστορία
του Ελληνικού
Έθνους,
Κ.
Παπαρηγόπουλου,
1885, επανέκδ. εκδ.
Κάκτος, 1992, τ. 8,
3). «Ο
Θεός δεν αγαπά
αυτό που
γίνεται
αναγκαστικά,
αλλά αυτό που
κατορθώνεται
με την αρετή. Η
δε αρετή
επιτυγχάνεται
με την ελεύθερη
προαίρεση»,
γράφει ο Μέγας
Βασίλειος (Ότι
ουκ έστιν
αίτιος των
κακών ο Θεός,
7 (PG
31, 345B)). Αυτόν
κατηγορεί ο Βλ.
Ρασσιάς (στο Μια
Ιστορία Αγάπης,
τ. Α’, σ. 240) ότι «προτρέπει
ευθέως σε
εξόντωση όλων
των "αιρετικών"».
-αποκαλούν
ανθέλληνα τον
Μέγα Βασίλειο,
αυτόν που
αποκαλεί τον
Όμηρο «δάσκαλο
όλων των αρετών»
και προτρέπει
την ανάγνωσή
του, σε
αντίθεση με τον
Πλάτωνα που
αποτρέπει από
αυτήν.
-αποκαλούν
ανθέλληνα τον Μ.
Βασίλειο, ο
οποίος γράφει
ότι η μελέτη
των Ελληνικών
κειμένων είναι
πολύ ωφέλιμη,
είτε αυτά
συμφωνούν με το
Χριστιανισμό
είτε όχι. Αυτόν
αποκαλούν
ανθέλληνα οι «Έλληνες
Εθνικοί».
-Οι
Νεοπαγανιστές
υποστηρίζουν
ότι ο Μέγας
Βασίλειος στο
έργο του Προς
τους νέους δεν
προσπαθεί να
υπερασπίσει
την αρχαία
γνώση, αλλά
απλώς να
υποδείξει
στους νέους με
ποιον τρόπο
μελετώντας τα
αρχαία κείμενα
θα έπαιρναν τα
καθεαυτά καλά.
Η κατηγορία των
Νεοπαγανιστών
προϋποθέτει
έναν
κρυφοεθνικισμό:
ότι όλα όσα
είπαν οι
αρχαίοι είναι
καλά. Πράγμα
που δεν
ευσταθεί
φυσικά. Υπήρξαν
πολλοί
φιλόσοφοι με
αντίθετες
απόψεις. Λογικά,
τουλάχιστον σ’
αυτήν την
περίπτωση, δεν
γίνεται να
είναι
ταυτόχρονα
καλές οι
απόψεις δύο
συγκρουόμενων
φιλοσόφων! Πολύ
καλά και λογικά
λοιπόν, ο Μέγας
Βασίλειος
κατανοεί ότι,
δεν είναι καλά
όλα όσα είπαν
οι αρχαίοι, και
θέλει να
διδάξει τον
τρόπο να
αποφεύγονται
τα άσχημα και
να επιλέγονται
τα καλά. Οι
Νεοπαγανιστές
κάνουν το
αντίθετο,
προφανώς. Αλλά,
σ’αυτήν την
περίπτωση, ας
μας πουν, γιατί
ο Ιουλιανός
απαγόρευε σε
ειδωλολάτρες
την ανάγνωση
των έργων του
Επίκουρου, του
Αρχίλοχου, του
Πύρρωνα κ.ά.;
Μήπως επειδή
εννούσε, όπως
κι ο Μ.
Βασίλειος, ότι
δεν είναι όλα
καλά; Αλλά,
αφού θεωρούν
ότι είναι «ανθελληνικό»
να συνιστάς
επιλεκτική
ανάγνωση των
αρχαίων
κειμένων, τότε
να
κατηγορήσουν
και τον
Πλούταρχο, ο
οποίος έγραψε
το Πώς δει τον
νέον ποιημάτων
ακούειν, στο
οποίο
προτείνει
επιλεκτική
προσέγγιση των
αρχαίων
ποιητών.
Ανθέλληνας,
λοιπόν, κι ο
Πλούταρχος,
αφού
απορρίπτει
τμήμα των «ελληνικών
λόγων».
Στο έργο του Προς
τους νέους, ο
Μέγας
Βασίλειος
επαινεί (κεφ. 3)
τον Ησίοδο για
τους στίχους 285-290
του Έργα και
Ημέραι, που
γράφτηκαν για
να
προτρέπονται
οι νέοι στην
αρετή. Γράφει (κεφ.
4) «πᾶσα
μὲν ἡ ποίησις
τῷ Ὁμήρω
ἀρετῆς ἐστὶν
ἔπαινος».
Επαινεί τον
Θέογνι (Ελεγεία,
157) και τον
Σόλωνα (Πλούταρχου,
Σόλων, 3) για
την άποψή τους
περί πλούτου.
Γράφει για τον
φιλόσοφο
Πρόδικο ότι «πρέπει
να προσέξουμε
και αυτόν,
διότι ο άνδρας
δεν είναι
αξιοκαταφρόνητος»
και συνεχίζει «σχεδόν
όλοι αυτοί [οι
μη Χριστιανοί]
που φημίζονται
για τη σοφία
τους, ο καθένας,
άλλος λιγότερο
και άλλος
περισσότερο,
ανάλογα με τη
δύναμή τους,
εξύμνησαν την
αρετή στα
συγγράμματά
τους. Σ’ αυτούς
πρέπει να
δώσουμε
εμπιστοσύνη
και να
προσπαθήσουμε
να εφαρμόσουμε
τους λόγους
τους στη ζωή
μας». Επίσης
επαινεί τον
Περικλή και τον
Ευκλείδη από τα
Μέγαρα, για την
απάθειά τους
προς τους
υβριστές, την
οποία
παρομοιάζει με
την προτροπή
του Κατά
Ματθαίον 5, 44.
Επαινεί (κεφ. 5)
τον Σωκράτη για
την αταραξία
του γράφοντας «επειδή
αυτά τα
παραδείγματα
οδηγούν σχεδόν
στον ίδιο σκοπό
με τα δικά μας,
των Γραφών, λέω
ότι αξίζει πολύ
να τα μιμηθείτε
κι εσείς» και
παρομοιάζοντας
τη συμπεριφορά
τους με την
προτροπή του
κατά Ματθαίον 5, 39.
Επαινεί ο Μέγας
Βασίλειος την
ηθικότητα του
Αλέξανδρου
προς τις
αιχμάλωτες
γυναίκες του
Δαρείου (Αρριανού,
Ανάβασις, 4, 19, 7)
λέγοντας πως
μοιάζει σαν
εφαρμογή του
Κατά Ματθαίον 5, 28.
Επαινεί τον
Κλεινία, μαθητή
του Πυθαγόρα,
που δεν έδινε
όρκο (Ιάμβλιχου,
Βίος Πυθαγόρα,
28), όπως ακριβώς
προστάζει η
Έξοδος, 20, 7.
Θαυμάζει (κεφ. 7)
την ολιγάρκεια
του Διογένη για
τα ρούχα (Διογένης
Λαέρτιος, 6, 2, 54),
επαινεί τη
σωστή χρήση της
μουσικής από
τον Πυθαγόρα,
την αντίληψη
του Πυθαγόρα
για τη
λαιμαργία.
Βρίσκει κοινή
την άποψη του
απ. Παύλου (Προς
Ρωμ. 13, 14) και του
Πλάτωνα (Πολ., 411a)
ότι το σώμα
πρέπει να το
φροντίζουμε
όσο πρέπει κι
όχι υπερβολικά.
Θαυμάζει (κεφ. 8)
τον Διογένη για
την
περιφρόνησή
του προς τα
περιττά αγαθά,
γεγονός που τον
έκανε «πλουσιότερο
από τον μεγάλο
βασιλιά».
Βρίσκει σωστό
το ρητό του
Σωκράτη (Δίωνα
Χρυσόστομου, Περί
βασιλείας, 3, 102) ότι
ο τρόπος χρήσης
του πλούτου κι
όχι ο πλούτος
καθεαυτός
είναι η αιτία
για θαυμασμό.
Κρίνει σωστή τη
συμβουλή του
φιλόσοφου
Βίαντα στο γιό
του (Διογένης
Λαέρτιος, 1, 5, 88).
Προτρέπει να
θυμόμαστε τη
συμβουλή του
Πυθαγόρα, ότι
καθένας μόνος
του πρέπει να
διαλέγει τον
άριστο βίο (Πλούταρχου,
Περί εξορίας, 8).
15i
ΑΓΙΟΣ
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο
ΘΕΟΛΟΓΟΣ
Ο
Γρηγόριος ο
Θεολόγος
γράφει (Επιστολή
λβ’, Φιλαγρίω): «Επαινώ
των στωικών τη
μεγαλοφροσύνη
και τη
γενναιότητα,
που διδάσκουν
ότι καθόλου τα
εξωτερικά
πράγματα δεν
εμποδίζουν
στην
ευδαιμονία. (...)
Θαυμάζω επίσης
και τους
ομοίους [όσων
υπέμειναν με
γενναιότητα τη
δυστυχία] των
από τους
εθνικούς λ.χ.
τον Ανάξαρχο,
τον Επίκτητο,
το Σωκράτη, για
να μην αναφέρω
πολλούς».
Επιδοκιμάζει
την άποψη των
τραγικών (Επιστολή
πη’, Νεκταρίω) «να
μην
απολαμβάνεις
μόνς την
ευτυχία, όπως
λένε οι
τραγικοί, αλλά
να
συμμερίζεσαι
κατά ένα μέρος
και τα δεινά
των φίλων σου».
Επίσης (Λόγος
κη’, 4) «Πρέπει να
θέσωμεν ως αρχή
το εξής που
είπε κάποιος,
επιτυχώς κατά τ
γνώμη μου, από
τους Έλληνες
θεολόγους
φιλοσοφώντας
περί Θεού [Πλάτων,
Τίμαιος, 28c]»
και (Λόγος λα’, 5): «οι
θεολογικότεροι
εκ των Ελλήνων
εικά και
μάλιστα αυτοί
που μας
πλησιάζουν
περισσότερον,
το
εφαντάσθησαν [το
Άγιο Πνεύμα]
μεν, όπως εγώ
νομίζω, αλλά
διεφώνησαν εις
την ονομασίαν,
και το ωνόμασαν
"νουν του
παντός" ή "θύραθεν
νουν" και τα
παρόμοια» και
(Εις Ήρωνα τον
φιλόσοφον, 6): «Από
την Κυνικήν
φιλοσοφίαν
περιεφρόνησε
την αθεΐαν,
επήνεσε την
απλότητα αυτής».
Ο
άγιος
Γρηγόριος ο
Θεολόγος στον «Κατά
Ιουλιανού»
λόγο του, ο
οποίος
γράφτηκε
αμέσως μετά τον
θάνατο του
Ιουλιανού, την
αποτυχία του
διωγμού των
Χριστιανών από
τους
Παγανιστές
και την
οριστική
επικράτηση του
Χριστιανισμού
και που μερικοί
τον κρίνουν ως «δείγμα
δειλίας»
γράφει (Κατά
Ιουλιανού
στηλιτευτικός
δεύτερος, 36-37) τα
εξής πράγματα: «Συνηθίζει
ο άνθρωπος,
όταν έρθει στην
εξουσία, να
αντιδρά κακώς,
όταν μάλιστα
συμβεί να είναι
δίκαια
οργισμένος για
όσα υπέφερε,
ελάχιστα
πείθεται σε
λόγο που
ανακόπτει το
θυμό. Είναι
άξιο όμως να
ακουστεί και να
γίνει
ευπρόσδεκτο. Ας
μη
χρησιμοποιήσουμε
την ευκαιρία με
απληστία, ας
μην
απολαύσουμε με
ηδονή την
εξουσία, ας μη
κάνουμε αυτά
που
καταδικάσαμε.
Αλλά αφού
απολαύσαμε την
μεταβολή, όσο
για να
αποφύγουμε τα
δεινά, ας
μισήσουμε ό,τι
έχει σχέση με
αντεκδίκηση.
Είναι αρκετή
τιμωρία στους
μέτριους ο
φόβος αυτών που
τους είχαν
λυπήσει και η
προσδοκία ότι
θα πάθουν αυτά
που τους
αξίζουν.
Ας
μη θελήσουμε να
συναγωνιστούμε
στην οργή, ούτε
να φανούμε
υποδεέστεροι
τιμωροί από όσο
αξίζουν. Αλλά
επειδή δεν
μπορούμε να
εισπράξουμε το
παν, ας
συγχωρήσουμε
το παν. Ας
γίνουμε κατά
τούτο ανώτεροι
και υψηλότεροι
από εκείνους
που μας
αδίκησαν. Ας
δείξουμε τι
διδάσκουν οι
δαίμονες σ’
αυτούς και με
τι μας
εκπαιδεύει ο
Χριστός. Ας
αυξήσουμε το
μυστήριο με
αγαθότητα.
Ας
νικήσουμε με
επιείκια
αυτούς που μας
τυράννησαν. Αν
κανείς έχει
βασανιστεί
πολύ σκληρά, ας
αφήσουμε στο
Θεό τους
βασανιστές και
στο μετά θάνατο
δικαστήριο. Ας
μη διανοηθούμε
δήμευση της
περιουσίας, ας
μη τους
οδηγήσουμε
ενώπιον
δικαστηρίων, ας
μη τους
απελάσουμε από
την πατρίδα, ας
μη τους
βασανίσουμε με
μαστίγια και,
για να μιλήσω
με συντομία, ας
μη τους κάνουμε
τίποτε από όσα
πάθαμε. Ας τους
κάνουμε κι
αυτούς
επιεικέστερους,
ει δυνατόν, με
το δικό μας
παράδειγμα.
Αν
κανενός ο γιος,
ο πατέρας, η
γυναίκα,
κάποιος
συγγενής, φίλος
ή κανείς άλλος
από τα προσφιλή
του πρόσωπα
έχει
βασανιστεί, ας
καταστήσουμε
σε όλους τα
πάθη τους άξια
μισθαποδοσίας
με το να τους
πείσουμε να
υποφέρουν με
καρτερία όσα
υπέστησαν. Ας
τους χαρίσουμε
αυτό ως το
μεγαλύτερο από
κάθε άλλο δώρο».
Ο
άγιος
Γρηγόριος ο
Θεολόγος ρωτά
έναν
φανταστικό
Ειδωλολάτρη (Κατά
Ιουλιανού
στηλιτευτικός
πρώτος, 98): «Σκέψου
αυτό: κατά τον
καιρό που εμείς
είχαμε τη
δύναμη, πότε
έγινε κάτι
τέτοιο από τους
Χριστιανούς
εις βάρος των
δικών σας, από
αυτά που
συνέβησαν
πολλές φορές
εις βάρος των
Χριστιανών;
Ποια ελευθερία
ενέργειας σας
στερήσαμε;
Εναντίων τίνων
εξεγείραμε
εμπαθείς
όχλους; Επί
τίνων
τοποθετήσαμε
άρχοντες, που
ενεργούσαν
περισσότερα
από όσα
διατάζονταν; Σε
ποιους
επισείσαμε τον
κίνδυνο της
ζωής; Ποιους
διώξαμε από την
εξουσία και
άλλες
τιμητικές
θέσεις, που
ανήκουν στους
άριστους; Και,
για να πω με
συντομία, σε
ποιον κάναμε
κάτι τέτοιο,
από αυτά που
άλλα μεν κάνατε,
με άλλα [από
αυτά] εσείς
απειλήσατε;
Αλλά δεν
μπορείτε να
μιλάτε ούτε
εσείς, οι
οποίοι μας
κατηγορείτε
για την
πραότητα και
την
φιλανθρωπία».
Αυτά τα λόγια
δείχνουν το
ανεξίκακο του
Γρηγόριου αλλά
και
επιβεβαιώνουν
ότι προ
Ιουλιανού δεν
υπήρξαν
διώξεις και
συνεπώς ο
εκχριστιανισμός
της
πλειοψηφίας
των κατοίκων
της
Αυτοκρατορίας
είχε γίνει
ειρηνικά.
15j
ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟΙ
ΚΑΤΑ «ΕΛΛΗΝΩΝ»
Μιλάνε
για τα δήθεν
αναθέματα της
Εκκλησίας κατά
της ελληνικής
παιδείας οι
νεοπαγανιστές.
Όμως τα
εκκλησιαστικά
κείμενα δεν
καταδικάζουν
την ελληνική
παιδεία
καθεαυτή.
Χαρακτηριστικό
είναι τα Κεφάλαια
κατά Ιωάννου
του Ιταλού, (11ος
αι.) όπου
διαβάζουμε τα
εξής
«(..)
ε΄) Τοῖς
τὰ Ἑλληνικὰ
δεξιοῦσι
μαθήματα, καὶ
μὴ διὰ
παίδευσιν
μόνον ταῦτα
παιδευομένοις,
ἀλλὰ καὶ ταῖς
δόξαις αὐτῶν
καὶ ταῖς
ματαίαις
ἑπομένοις, καὶ
ὡς ἀληθέσι
πιστεύουσι,
καὶ οὕτως
αὐταῖς, ὡς
βέβαιον
ἔχουσαις (...)
ἀνάθεμα».
Δηλαδή: «Για
όσους
μαθαίνουν τα «Ελληνικά»
όχι μόνο για να
μορφωθούν, αλλά
και για να
πιστεύουν στις
«ελληνικές»
γνώμες ως
σωστές (...)
ανάθεμα».
Είναι
προφανές ότι
αναθεματίζεται
όποιος
Χριστιανός
πιστεύει στις
προχριστιανικές
μεταφυσικές
γνώμες κι όχι
όποιος
Χριστιανός
απλώς
διδάσκεται και
ερευνά τις
προχριστιανικές
γνώμες. Το
ανάθεμα
απευθύνεται
προς μέλη της
Εκκλησίας με
σκοπό τη
διασαφήνιση
της
χριστιανικής
πίστης και την
προφύλαξή της
από
ετεροδοξίες,
και δεν
απευθύνεται «προς
άπαντες» – όπως
εξεπίτηδες
υποστηρίζουν
οι
Νεοπαγανιστές
– , ώστε να
απαγορεύει η
Εκκλησία σε
αλλόδοξους να
μαθαίνουν και
να πιστεύουν σε
παγανιστικές
δοξασίες.
Δηλαδή,
πού βρίσκουν το
παράξενο οι
αρχαιολάτρες;
Στο ότι ένας
Χριστιανός δεν
μπορεί να είναι
Χριστιανός και
ταυτόχρονα να
πιστεύει στις
αρχαίες
μεταφυσικές
γνώμες (Και σε
ποιες από τις
δεκάδες
διαφορετικές
γνώμες θα πρεπε
να πιστεύει,
ώστε να
θεωρείται
Έλληνας;
Μήπως υπήρχε
μία μόνο αρχαία
μεταφυσική
γνώμη;); Δεν θα
έπρεπε η
Εκκλησία να
ορίσει με
σαφήνεια τα
όρια μεταξύ της
ιδιότητας του
Χριστιανού που
μελετά τα
αρχαιοελληνικά
δόγματα, και
του μη
Χριστιανού, ο
οποίος (όχι
απλώς μελετά τα
αρχαία κείμενα,
αλλά επιπλέον)
πιστεύει στα
αρχαιοελληνικά
δόγματα; Λογικό
δεν είναι ότι
όσοι
Χριστιανοί
πιστεύσουν σε
δόγματα
διαφορετικά
από αυτά του
Χριστιανισμού
παύουν
αυτονόητα να
είναι
Χριστιανοί; Ε,
αυτό το
προφανές
πράγμα
εκφράζει ο
αναθεματισμός.
Αναθεματισμός
που γίνεται, ας
το
ξανατονίσουμε,
όχι κατά
Ελλήνων το
γένος, όχι κατά
μη Χριστιανών,
αλλά προς
Χριστιανούς.
Στο κάτω κάτω,
το «ανάθεμα» της
Εκκλησίας δεν
είναι κάτι το
τρομερό, ούτε
είναι ρίξιμο
στην πυρά.
Είναι απλώς η «πιστοποίηση»
ότι ο
αναθεματισμένος
έχει παύσει να
είναι μέλος της
Εκκλησίας.
Δεν
πρόκειται για
καταδίκη
καθεαυτής της
αρχαιοελληνικής
δοξασίας˙
καθένας μη
Χριστιανός
μπορεί να την
αποδέχεται ως
αληθή κι ως
βέβαιη.
Πρόκειται για
καταδίκη της
άποψης ότι
αυτές οι
δοξασίες, που
έχουν σχέση με
τον πολυθεϊσμό,
την
μετεμψύχωση κ.ά.,
είναι
χριστιανικές.
Άρα η Εκκλησία
δεν
καταδικάζει
ούτε λ.χ. τους
Πλατωνικούς ή
τον Πλατωνισμό˙
καταδικάζει
τους
Χριστιανούς
που στα
δογματικά
ζητήματα
πλατωνίζουν. Αν
κάποιος δεν
είναι
Χριστιανός,
ούτε θα
δικαιούτο η
Εκκλησία να τον
αναθεματίσει,
αλλά ούτε και
έπραξε ποτέ
κάτι τέτοιο.
Αλλά, πώς να
περιμένει
κανείς από
ανίδεους
πολυθεϊστές
και
ειδωλολάτρες
να κρίνουν ή να
καταλάβουν καν
τι σημαίνει «αναθεματισμός»,
σε ποιους
απευθύνονται
οι
αναθεματισμοί
και τι λέει ο
συγκεκριμένος
αφορισμός, τη
στιγμή που κι ο
γνωστός
αρθρογράφος κ.
Μ. Πλωρίτης (Βήμα,
11/6/2000) γράφει «...Και
το 797 η Σύνοδος
της Νικαίας,
αναθεμάτιζε
όσους
μελετούσαν
διεξοδικώς τα
ελληνικά
μαθήματα» όχι
απλώς
αγνοώντας ότι
το κείμενο αυτό
εγράφη τον
ένατο και τον
ενδέκατο αιώνα
κι όχι το 797 –
καμμία σύνοδος
δεν διεξήχθη το
797 – αλλά
επιπλέον
διαστρεβλώνοντας
το κείμενο του
αναθεματισμού,
ισχυριζόμενος
ότι η Σύνοδος
απαγόρευσε
ακόμη και την
ίδια την μελέτη;
Εκτός κι αν ο κ.
Πλωρίτης με το «διεξοδική
μελέτη» εννοεί «την
αποδοχή όλων
όσα λεν τα
ελληνικά
κείμενα»,
δηλαδή ότι μόνο
άμα πιστεύεις
και συμφωνείς
με ό,τι γράφει
ένας
συγγραφέας, τον
μελετάς
διεξοδικά. Π.χ.
για να
κατανοήσεις το Mein
Kampf
του Χίτλερ,
πρέπει να είσαι
ναζιστής ώς το
κόκκαλο.
Παρόμοια περίπτωση, με θύτη αυτή τη φορά την Λ. Ζωγράφου, που, όπως όλοι οι ομόφρονές της, αντιγράφοντας ως τυφλοσούρτη την ξένη βιβλιογραφία, χωρίς να ρίξει έστω μια ματιά στις πηγές, έγραψε για κάποιον εκκλησιαστικό συγγραφέα ονόματι Didache, μη (Αντιγνώση, εκδ. Αλεξάνδρεια, σ. 273) γνωρίζοντας ότι δεν πρόκειται περί προσώπου, αλλά για το αρχαίο (1ος μ.Χ. αι.) κείμενο με τίτλο «Διδαχαί των Αγίων Αποστόλων». Πώς μετά οι Νεοπαγανιστές να κάνουν κάτι καλύτερο;
Αλλά
ακόμη και οι
ειδωλολατρικές
γιορτές, στις
οποίες
αναφέρονται
ονομαστικώς οι
Σύνοδοι της
Εκκλησίας (Πένθεκτη)
είναι μόνο
λατινικής
προέλευσης:
απαγορεύονται
στους
Χριστιανούς τα
«Βοτά», γιορτή
των αρχαίων
Λατίνων
ειδωλολατρών,
τα «Βρουμάλια»,
επίσης των
αρχαίων
Λατίνων, και οι «Καλένδες»,
επίσης γιορτή
του ρωμαϊκού
ειδωλολατρικού
ημερολογίου (κανόνας
ξβ’).
15k
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ
ΜΕ ΤΗ ΛΕΞΗ
ΕΛΛΗΝΑΣ
Εδώ
και πολύν καιρό,
οι εθνικιστές
αρχαιολάτρες
παίζουν ένα
ύπουλο
παιχνίδι,
προκειμένου να
πείσουν τον
κόσμο ότι οι
Πατέρες της
Εκκλησίας ήταν
ανθέλληνες και
μισούσαν το
ελληνικό έθνος
της εποχής
εκείνης.
Πρόκειται για
μια από τις πιο
γνωστές
απόψεις των
Νεοπαγανιστών.
Καταρχήν,
πρέπει να
τονιστεί ότι,
μετά το 212 μ.Χ. με
διάταγμα όλοι
οι κάτοικοι της
Αυτοκρατορίας
απέκτησαν την
ιδιότητα του
Ρωμαίου πολίτη
και ήταν πλέον
Ρωμαίοι. Οι
περισσότεροι
αυτοκράτορες
προέρχονταν
από περιοχές
εκτός της
Ιταλίας. Η
σημερινή
Ελλάδα
χωριζόταν σε
δύο επαρχίες
που ονομαζόταν
Μακεδονία και
Αχαΐα.
Στην
Καινή Διαθήκη
και στα κείμενα
των Πατέρων
συναντά κανείς
χιλιάδες φορές
τη λέξη «Έλληνας».
Όμως οι Πατέρες
και οι
συγγραφείς της
Καινής
Διαθήκης, όταν
γράφουν «Έλληνας»
δεν εννοούν
κάποιον που
ανήκει στο
ελληνικό έθνος,
αλλά τον
ειδωλολάτρη,
τον παγανιστή.
Για τους
Πατέρες της
Εκκλησίας, ένας
π.χ.
ειδωλολάτρης
κάτοικος
Ισπανίας, με
καταγωγή από
την Ισπανία
αναφέρεται ως «Έλληνας»,
διότι είναι
ειδωλολάτρης.
Δεν είχε καμμία
σχέση ο «Έλληνας»
που συναντούμε
στα πατερικά
κείμενα με τον «Έλληνα»
όπως τον
κατανοούμε
σήμερα, δηλαδή
τον ανήκοντα
στο ελληνικό
έθνος.
Παραδείγματα
άπειρα. Δύο
μόνο:
Κατά
Μάρκον 7, 26, όπου
γράφει «...ἡ
δὲ γυνὴ ἦν
Ἑλληνίς,
Συροφοινίκισσα
τῷ γένει»,
που
μεταφράζεται «η
γυναίκα ήταν
ειδωλολάτρις,
Συροφοινίκισσα
στην
εθνικότητα». Αν
το «Ἑλληνίς»
σήμαινε «Ελληνίδα
στην
εθνικότητα»,
τότε το Κατά
Μάρκον θα
έγραφε «Ἑλληνὶς
τῷ γένει»
κι όχι «Συροφοινίκισσα
τῷ γένει».
Ο
Διγενής
Ακρίτας, τον 10ο
αιώνα, έχει
μητέρα
Χριστιανή και
πατέρα «Έλληνα»,
σύμφωνα με το
έπος. Ο πατέρας
του, όμως, δεν
είναι
ελληνικής
εθνικότητας
ούτε
ελληνόφωνος
ούτε ελληνικής
καταγωγής, αλλά
αραβόφωνος
Μουσουλμάνος
Άραβας εμίρης.
Εάν υποθέταμε
ότι η λέξη «Έλληνας»
είχε τη
σημερινή
σημασία, τότε ο
πατέρας του
Διγενή θα ήταν
ελληνικής
καταγωγής και
εθνικότητας.
Όμως είναι
ξεκάθαρο πως ο «Έλληνας»
είναι ο μη
Χριστιανός
Μουσουλμάνος
αραβικής
καταγωγής.
Το
όνομα «Έλληνας»
έχασε την
έννοια τού «Έλληνας
το γένος», και
σταδιακά, από
τον 11ο – 12ο
αιώνα άρχισε να
σημαίνει ξανά
τον ελληνικής
καταγωγής. Ώς
τα τέλη του 15ου
αιώνα, η
διαδικασία
αυτή είχε
ολοκληρωθεί.
Στο
μεσοδιάστημα
μεταξύ 11ου
και 15ου αιώνα
συνυπήρχαν οι
δύο σημασίες,
στην αρχή
κυριαρχούσε η
θρησκευτική
σημασία του «Έλληνας»,
ενώ στο τέλος
κυριαρχούσε η
εθνική σημασία.
Πέρα
από αυτά τα
παραδείγματα, η
άποψη ότι το «Έλληνας»
των κειμένων
της Εκκλησίας
σημαίνει τον
ελληνικής
εθνικόητας
είναι παράλογη.
Οι Πατέρες της
Εκκλησίας
συχνά
αντιδιαστέλλουν
«Χριστιανούς»
και «Έλληνες». Η
αντιδιαστολλή
συνεπάγεται ή
υποννοεί
σύγκριση.
Σύγκριση όμως
είναι δυνατή
μόνο μεταξύ
ομοειδών «πραγμάτων»
που ανήκουν
στην ίδια
κατηγορία και
στο ίδιο
ευρύτερο
σύνολο. Για
παράδειγμα, η
λέξη «Βουδδιστής»
αναφέρεται
στην
θρησκευτική
κατηγοριοποίηση,
ενώ η λέξη «Αμερικάνος»
στην εθνική
κατηγοριοποίηση.
Δε θα
μπορούσαμε
λοιπόν, να
πούμε πως
κάποιος «δεν
είναι
Αμερικανός,
επειδή είναι
Βουδδιστής». Η
μια λέξη
αναφέρεται στη
θρησκεία, η
άλλη στο έθνος.
Μόνο εάν η λέξη «Αμερικανός»
σήμαινε τον
οπαδό μιας
θρησκείας ή
μόνον εάν η
λέξη
Βουδδιστής
σήμαινε τον
ανήκοντα σε ένα
έθνος, θα
μπορούσαμε να
πούμε ότι δεν
μπορεί κάποιος
να ονομάζεται
και «Αμερικανός»
και «Βουδδιστής».
Επίσης, δεν
μπορούμε να
προσθέσουμε
ένα μήλο σε δύο
σβήστρες και να
βγάλουμε
άθροισμα «τρία»,
διότι ανόμοιας
κατηγορίας
πράγματα ούτε
συγκρίνονται
ούτε
προστίθενται.
Το ίδιο
συμβαίνει και
με τον «Έλληνα»
και τον «Χριστιανό»
των πατερικών
κειμένων. Όταν
οι Πατέρες
συγκρίνουν τον
«Έλληνα» με τον
Χριστιανό, το
μόνο λογικό που
μπορεί κανείς
να υποθέσει
είναι ότι ο «Έλληνας»
και ο «Χριστιανός»
ανήκουν στην
ίδια κατηγορία,
είναι
ομοειδείς
έννοιες. Επειδή
όμως το «Χριστιανός»
είναι
θρησκευτική
έννοια, είναι
αναγκαίο και
λογικό το «Έλληνας»
για τους
Πατέρες της
Εκκλησίας να
έχει επίσης
θρησκευτική
σημασία. Οι
εξαιρέσεις
επιβεβαιώνουν
τον κανόνα.
Αποδεικνύεται
λοιπόν, τόσο
λογικά όσο και
από τα κείμενα,
ότι το «Έλληνας»
των
εκκλησιαστικών
συγγραφέων δεν
σημαίνει τον
Έλληνα στην
καταγωγή, αλλά
τον πολυθεϊστή.
Κατά συνέπεια,
οι αφορισμοί
κατά «Ελληνικών
απόψεων», οι
λόγοι κατά «Ελλήνων»
δεν έχουν στόχο
το ελληνικό
έθνος, αλλά τον
πολυθεϊσμό και
τις
πολυθεϊστικές
απόψεις.
Δυσανασχετεί
ειρωνικά ένα
αρχαιολατρικό
περιοδικό, με
την έκδοση
σειράς
πατερικών
κειμένων,
επειδή αυτή
τιτλοφορείται
«Έλληνες
Πατέρες της
Εκκλησίας»,
διότι αυτή, από
τη μια
μεταφράζει
εντός των
πατερικών
κειμένων όλα τα
«Έλληνας» ως «ειδωλολάτρης»,
αλλά αποκαλεί «Έλληνες»
τους Πατέρες
κάνοντας τάχα
εξαίρεση στην
μετάφραση της
λέξης. Φυσικά,
όταν κανείς
θέλει να παίζει,
σα μωρό παιδί,
με τις λέξεις,
μπορεί να
διαμαρτύρεται,
κάνοντας πως
δεν
καταλαβαίνει
ότι πράγματι το
«Έλληνας» των
εκκλησιαστικών
συγγραφέων
σημαίνει τον
Παγανιστή, κι
ότι πράγματι οι
Πατέρες της
Εκκλησίας
είναι (οι
περισσότεροι)
Έλληνες στο
γένος: με άλλα
λόγια, η
μετάφραση (όπως
και κάθε
μετάφραση)
γίνεται με βάση
τη σημερινή
σημασία της
λέξης «Έλληνας».
Δεν είναι
λογικό, τη
στιγμή που μια
λέξη έχει
διαφορετική
σημασία, να
χρησιμοποιείται
η παλαιότερη
σημασία της,
ειδικά όταν
πρόκειται για
μετάφραση
κειμένου.
Ίσως
μερικοί πουν
ότι, λόγω της
εξάπλωσης του
ελληνικού
πολιτισμού,
ακόμη και οι μη
Έλληνες στο
γένος
Παγανιστές
είχαν γίνει
Έλληνες, και
συνεπώς, οι
έννοιες
Έλληνας (εθνικά)
και μη
ελληνικής
καταγωγής
Παγανιστής
σήμαιναν το
ίδιο πράγμα,
οπότε
γράφοντας «κατά
Ελλήνων» οι
εκκλησιαστικοί
συγγραφείς
έγραφαν κατά
Ελλήνων το
γένος. Αυτό
είναι λάθος. Η
αλήθεια είναι
ότι οι Έλληνες
το γένος ήταν
που
εγκατέλειψαν
τους θεούς τους
και το
δωδεκάθεο για
χάρη των
ασιατικών
παγανιστικών
θεών, κι όχι το
αντίθετο,
δηλαδή οι
Ασιάτες να
εγκαταλείψουν
τους θεούς τους
για χάρη του
δωδεκάθεου.
Συνεπώς, αν
ήταν να
χαρακτηρίσουμε
ένα έθνος βάσει
της θρησκείας
του, τότε τους
Έλληνες το
γένος της
ρωμαϊκής
εποχής θα
έπρεπε να τους
χαρακτηρίσουμε
«Αιγύπτιους»,
διότι λάτρευαν
την Ίσιδα, «Σύριους»,
διότι λάτρευαν
την Κυβέλη, «Πέρσες»,
διότι λάτρευαν
το Μίθρα, κι όχι «Έλληνες».
Δεν
θα πρέπει να
κατηγορήσουμε
την Εκκλησία
για την
επικράτηση του
«Ρωμαίος» και
τον
παραμερισμό
του «Έλληνας». Η
τύχη των δύο
λέξεων ήταν
προϊόν των
πολιτικών
εξελίξεων. Το
όνομα «Ελλάς»
χάθηκε, αφού
δεν υπήρχε καν
επαρχία της
παγανιστικής
Αυτοκρατορίας
με το όνομα «Ελλάδα»
(Αντιθέτως, επί
ορθόδοξης
ελληνικής
Ρωμαίικης
αυτοκρατορίας
υπήρξε επαρχία Ελλάς,
η οποία και
ταυτιζόταν με
την αρχαϊκή
Ελλάδα). Το «Ρωμαίος»
επικράτησε
επειδή οι
Ρωμαίοι
δημιούργησαν
την
Αυτοκρατορία. Η
ιδιότητα του
ρωμαίου πολίτη
εδόθη το 212 μ.Χ., 170
χρόνια προτού η
Ορθοδοξία
γίνει η επίσημη
θρησκεία της
Αυτοκρατορίας.
Με άλλα λόγια,
το «Ρωμαίος» θα
επικρατούσε,
είτε
επικρατούσε ο
Χριστιανισμός
είτε όχι.
«Αξίζει
βέβαια να
σημειωθή και η
προς την
αντίθετη
κατεύθυνσι
απόπειρα
αλλαγής της
έννοίας του
ονόματος των
Ελλήνων στη
λατινική μορφή
του Γραίκοι.
Ενώ το όνομα
Έλλην στο στόμα
των Χριστιανών
κατέληξε να
σημαίνει
ειδωλολάτρης,
το όνομα
Γραικός στο
στόμα των
Ρωμαίων έτεινε
να σημαίνη
Χριστιανός. Οι
πρώτοι
Χριστιανοί της
Ρώμης και των
άλλων δυτικών
πόλεων ήσαν
κατά το πλείστο
ελληνικής
καταγωγής κι’
είχαν ως γλώσσα
λατρείας και
διδαχής την
ελληνική (οι
δεκατρείς από
τους δεκάξι
πρώτους πάπες
ήσαν Έλληνες),
κι’ έτσι οι
Λατίνοι δεν
έκαμαν
διάκριση
μεταξύ Ελλήνων
και Χριστιανών.
Ο Τερτυλιανός
τονίζει σ’ ένα
από τα έργα του, «αν
ο ρωμαϊσμός
είναι σωτηρία
για όλους, τότε
γιατί δεν
συμπεριφέρεσθε
με εντίμους
τρόπους προς
τους Γραικούς;» (Quid
nunc, si est Romanitas omnisalus, nec honestis tamen modis ad Graios estis? De
Pallio 3, PL 2, 1094). Και
ο Ιερώνυμος
βεβαιώνει ότι
κατά την
παλαιότερη
εποχή, όταν
εμφανιζόταν
στο δρόμο
κάποιος
Χριστιανός οι
Ρωμαίοι
εκραύγαζαν «οι
γραικός, ο
επιθέτης»,
δηλαδή ο Έλλην,
ο απατεών. (Graecus
impostor, Epist. 54 ad Furiam, PL 22, 552). Αυτή
η προσωνυμία
δείχνει φυσικά
το φυλετικό
μίσος των
Ρωμαίων κατά
των Ελλήνων,
και συνεπώς
επίσης κατά των
Χριστιανών» (Π.Κ.
Χρήστου, Οι
περιπέτειες
των εθνικών
ονομάτων των
Ελλήνων, εκδ.
οίκος
Κυρομάνος, σ. 83).
Συνοψίζοντας:
1) Με
τη λέξη «Έλληνες»
εκείνη την
εποχή δεν
εννοείτο το
ελληνικό έθνος,
αλλά οι
Παγανιστές
ανεξαρτήτως
εθνικότητας,
γλώσσας ή
καταγωγής˙
Ισπανοί και
Σύριοι,
Βρεττανοί και
Αιγύπτιοι,
Καρχηδώνιοι
και Γαλάτες.
2) Είναι
προφανές, ότι
ανάμεσα στους
ελληνικούς
πληθυσμούς δεν
υπήρχαν μόνον
Παγανιστές,
αλλά και πλήθος
Χριστιανών˙
δεν υπήρχαν
μόνο Έλληνες το
γένος, λάτρεις
του Δία, αλλά
και Έλληνες το
γένος, λάτρεις
του Χριστού,
καθώς και
Έλληνες το
γένος, λάτρεις
του Μίθρα.
3) Η
Εκκλησία δεν
έκανε καμμιά
διάκριση με
βάση την
καταγωγή ή τη
γλώσσα. Οι
Πατέρες της
Εκκλησίας
γράφοντας «κατά
Ελλήνων» δεν
έγραφαν κατά
του ελληνικού
έθνους, αλλά
κατά των
ειδωλολατρών,
είτε αυτοί
ανήκαν στο
ελληνικό έθνος
είτε στα
υπόλοιπα έθνη
της
Αυτοκρατορίας.
4) Δεν
υπήρχε καμμιά
διαμάχη μεταξύ
Ελλήνων το
γένος (που ήταν
ταυτόχρονα
Παγανιστές) και
Ρωμαίων το
γένος (που ήταν
Χριστιανοί),
διότι όλοι οι
κάτοικοι της
Αυτοκρατορίας
λέγονταν
Ρωμαίοι και
ήταν ρωμαίοι
πολίτες.
Να
πάψει λοιπόν το
κουτοπόνηρο
παιχνίδι των
Νεοπαγανιστών-εθνικιστών
αρχαιολατρών
με τις δύο
διαφορετικές
σημασίες της
λέξης «Ελληνας».
Ποιον νομίζουν
πως
κοροϊδεύουν;
Δεν μπορούν να
κάνουν μια
σωστή
μετάφραση
αρχαίων
κειμένων; Όσοι,
λοιπόν,
αρχαιολάτρες
εθνικιστές και
Νεοπαγανιστές
παρουσιάζουν
πατερικά
κείμενα
αναφερόμενα σε
«Έλληνες», ως
απόδειξη του «ανθελληνισμού»,
δίχως να
ερευνούν
προσεκτικά, εάν
αναφέρεται σε
ελληνικής
καταγωγής
πληθυσμούς ή σε
ειδωλολάτρες
αδιακρίτως
καταγωγής,
λογικό είναι να
υποθέσουμε, ότι
αυτό που κάνουν
οι
αρχαιολάτρες
εθνικιστές και
Νεοπαγανιστές
είτε έχει σκοπό
την εξαπάτηση
άλλων είτε
είναι απόδειξη
της αμάθειάς
τους.
Οι
Νεοπαγανιστές
διαμαρτύρονται
για τον
χαρακτηρισμό «παγανιστές»
(“pagani”= χωρικοί), που
τους εδώθη από
τον Μεγάλο
Θεοδόσιο. Αλλά
ξεχνούν δύο
πράγματα, ή
μάλλον
αποφεύγουν να
τα σκεφτούν:
Πρώτον, κι ο
Ιουλιανός – 20
χρόνια πριν τον
Θεοδόσιο Α’ –
αποκαλούσε «Γαλιλαίους»
τους
Χριστιανούς
και ήθελε έτσι
να
αποκαλούνται,
νομοθετώντας
να
αποκαλούνται
έτσι (Γρηγόριου
Θεολογου, Κατά
Ιουλιανού), με σκοπό να
τους
ειρωνευτεί.
Δεύτερον, ότι η
ονομασία «Χριστιανοί»
είναι εκ των
ειδωλολατρών,
και μάλιστα
αυτοί την
πρωτοέδωσαν
στους
Χριστιανούς
της Αντιόχειας,
για λόγους πάλι
ειρωνικούς. Τι
φωνάζουν για το
«παγανιστές» οι
νεοπαγανιστές;
Ο
χαρακτηρισμός
αυτός άλλωστε
δόθηκε διότι οι
μόνοι λάτρεις
των αρχαίων
θεών ζούσαν
κυρίως σε κώμες.
«Κατά
Ιουλιανού» του
Αγίου
Γρηγόριου του
Θεολόγου:
76. Εκείνο μεν λοιπόν και πολύ παιδαριώδες ήταν και κενό και δεν άρμοζε όχι μόνο σε άνδρα βασιλέα, αλλά ούτε και σε κανένα από εκείνους που διαθέτουν μετρίως ισχυρό νού, το ότι επειδή με την αλλαγή του ονόματος νόμισε ότι θα αλλάξει και η διάθεσή μας, ή ότι θα μας κάνει να ντρεπώμαστε, σα να κατηγορούμασταν για κάτι το πολύ αισχρό, καινοτόμησε αμέσως, όσον αφορά στην ονομασία μας, μάς ονa