ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑ
Θ' ΜΕΡΟΣ
ΚΟΙΝΟΤΟΠΑ ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ
24.
«Ελληνισμός=Ελληνική
Θρησκεία. Ο
Ελληνικός
πολιτισμός όχι
απλώς είναι
άρρηκτα
συνδεδεμένος
με την Εθνική
μας Θρησκεία
αλλά γεννήθηκε
από αυτήν. Η
Εθνική μας
Θρησκεία είναι
η γενεσιουργός
αιτία του
πολιτισμού μας,
δεν είναι απλώς
μέρος του
Ελληνικού
πολιτισμού».
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Τι πάει να πει «Ελληνισμός=Ελληνική
Θρησκεία»; Από
πού κι ώς πού το
έθνος
ταυτίζεται για
πάντα με
θρησκεία; Οι
άθεοι Εβραίοι
τι εθνικότητας
είναι άραγε; Τα
ίδια βέβαια
ισχύουν και για
εκατομμύρια
ανθρώπων οι
οποίοι σύμφωνα
με τις θεωρίες
μερικών
Νεοεθνικών
έχουν χάσει την
εθνικότητά
τους απλώς
επειδή είναι
άθρησκοι.
Από
πού το έβγαλαν
το συμπέρασμα
αυτό οι
Νεοπαγανιστές,
ότι είναι η
θρησκεία που
έφτιαξε το
έθνος κι όχι το
έθνος που
έφτιαξε τη
θρησκεία;
Δηλαδή, στην
αρχή δεν
υπήρχαν
άνθρωποι, ούτε
έθνη, αλλά μόνο
η θρησκεία από
μόνη της, και
αυτή έφτιαξε
τους ανθρώπους
σε έθνη; Το
αληθές είναι
ακριβώς το
αντίθετο: οι
άνθρωποι, οι
φυλές, τα έθνη
φτιάχνουν την
θρησκεία, την
παρατούν, την
δέχονται, την
βελτιώνουν. Δεν
περίμεναν οι
Έλληνες να
λατρεύσουν το
Δία για να
είναι Έλληνες.
Αλήθεια,
η Παγανιστική
θρησκεία ήταν
αυτή που
διαμόρφωσε τον
ελληνικό
πολιτισμό;
-Ο
Διογένης ο
Κυνικός έλεγε
για τις
αναθηματικές
επιγραφές
πιστών που
σώθηκαν χάρη σε
μια θεότητα˙ «θα
ήταν πολύ
περισσότερες,
αν και εκείνοι
που δεν είχαν
σωθεί, είχαν
κάνει
αφιερώσεις» (Διογένης
Λαέρτιος, VI,
59). Ο
Διογένης
επίσης «όταν
είδε κάποτε
τους
υπεύθυνους της
περιουσίας
ενός ιερού να
τραβολογάν
κάποιον που
είχε κλέψει μια
φιάλη είπε: οι
μεγάλοι
κλέφτες
σέρνουν τον
μικρό» (Διογένης
Λαέρτης, VI,
45). Μεγάλοι
κλέφτες, λοιπόν,
οι
ειδωλολάτρες
που φρόντιζαν
για τα ιερά.
-Όταν
ο Επίκουρος
έγραφε πως δεν
συμπαθεί την
λατρεία και τις
αντιλήψεις των
Ελλήνων περί
θεών, είναι η
φιλοσοφία του
ελληνικός
πολιτισμός ή
όχι; Ο
Επίκουρος
γράφει: «εγώ όσα
πράγματα
γνωρίζω, το
πλήθος τα
αποδοκιμάζει,
κι όσα το
πλήθος
επιδοκιμάζει,
εγώ δεν τα
γνωρίζω
καθόλου» (Σένεκας,
Epist.,
29,10).
-Ο
Ηράκλειτος
περιφρονεί τη
μυθολογία και
τους ποιητές
λέγοντας (Απ. 104): «Γιατί
ποιος είναι ο
νους τους ή η
φρόνησή τους;
Πείθονται απ’
τους
τραγουδιστές
του λαού και
παίρνουν τον
όχλο για
δάσκαλό τους..» (Τίς
γάρ αὐτῶν νόος
ἤ φρήν; δήμων
ἀοιδοῖσι
πείθονται καἰ
διδασκάλῳ
χρείωνται
ὁμίλῳ..»).
Μα, αυτοί οι
ποιητές είναι
οι δημιουργοί
των μύθων της
αρχαίας
θρησκείας. Αυτό
είναι απόρροια
της
ειδωλολατρικής
θρησκείας;
Όταν επίσης ο Ο
Ηράκλειτος
χλευάζει την
θυσία ζώων που
έκαναν οι
ειδωλολάτρες
και
ειρωνεύεται
τις προσευχές
τους προς τα
είδωλα (Απ. 5): «Καθαρίζονται
μαιανόμενοι μ’
άλλο αίμα, όπως
κάποιος που,
χωμένος μέσα
στη λάσπη, θα
ήθελε να
ξεπλυθεί με
λάσπη. Αν
κάποιος τον
έβλεπε να κάνει
κάτι τέτοιο θα
τον έπαιρνε για
μανιακό. Και σε
τέτοια
αγάλματα
προσεύχονται,
όμοιοι μ’
εκείνον που θα
φλυαρούσε μέσα
στο σπίτι του,
χωρίς να
γνωρίζει ποιοι
είναι θεοί και
ποιοι ήρωες» («Καθαίρονται
δ’ ἄλλῳ αἵματι
μιαινόμενοι
οἷον εἴ τις εἰς
πηλόν ἐμβάς
πηλῷ
ἀπονίζαιτο˙
μαίνεσθαι δ’ ἄν
δοκοίη, εἴ τις
αὐτόν
ἀνθρώπων
ἐπιφράσαιτο
οὕτω ποιέοντα˙
καί τοῖς
ἀγάλμασι δέ
τουτέοισιν
εὔχονται,
ὁκοῖον εἴ τις
δόμοισι
λεσχηνεύοιτο,
οὔ τι γινώσκων
θεούς οὐδ’
ἥρωας οἵτινές
εἰσι»),
αυτό το γράφει
υπέρ της
αρχαίας
θρησκείας και
των θυσιών που
γίνονταν;
-Ο
Ηράκλειτος
διακηρύσσει
επίσης ότι ο
Όμηρος είναι
άξιος «ἐκβάλλεσθαι
ἐκ τῶν ἀγώνων
καὶ
ῥαπίζεσθαι»,
δηλ. να
εκβάλλεται από
τους αγώνες και
να ραπίζεται.
Τα λέει αυτά
ένας Έλληνας
φιλόσοφος για
τον συγγραφέα
των κυριώτερων
έργων της
κλασσικής
αρχαίας
θρησκείας.
-Ο
Ηράκλειτος
απειλεί τους
ιεροφάντες,
μάγους και
μυσταγωγούς με
μεταθανάτια
τιμωρία (Απ. 14): «Σε
ποιους
προφητεύει ο
Ηράκλειτος; Σε
πλανώμενους τη
νύχτα αλήτες,
μάγους, βάκχους,
μαινάδες και
μύστες˙ αυτούς
απειλεί με
μεταθανάτια
τιμωρία, σ’
αυτούς
προφητεύει τη
φωτιά...» (Τίσι
δή μαντεύεται
Ἡράκλειτος ὁ
Ἐφέσιος;
νυκτιπόλοις,
μάγοις,
βάκχοις,
λήναις,
μύσταις˙
τούτοις
ἀπειλεῖ τά
μετά θάνατον,
τούτοις
μαντεύεται τό
πῦρ..»).
Όταν τα λέει
αυτά ο
Ηράκλειτος,
είναι απόρροια
της αρχαίας
θρησκείας, όπως
αυτή υπήρχε με
τα απαράλλαχτα,
έθιμα και
τελετουργικά
της;
-Ο
Δημόκριτος
δίδασκε ότι η
θρησκεία είναι
δημιούργημα
του φόβου, της
δεισιδαιμονίας
και της
αμάθειας. Οι
άνθρωποι μη
μπορώντας να
εξηγήσουν τα
φυσικά
φαινόμενα
θεωρούσαν τους
«θεούς» αίτιούς
των (Σέξτος
Εμπειρικός, IX,
2).
-Ο
Ίππων ο Σάμιος
δίδασκε ότι οι
θεοί ήταν
κάποτε ήρωες ή
μεγάλες
προσωπικότητες
που
αποθανατίστηκαν.
Έτσι όμως
αρνούνταν τη
θεϊκή φύση τους.
-Όταν
ο Αριστοτέλης
ξεκάθαρα λέει
ότι «επειδή
έτσι τα είπαν
οι παλιότεροι
δε σημαίνει πως
είναι κι έτσι»,
και στα «Μετά τα
Φυσικά» ( Β΄ 1000a 18-19)
γράφει: « ἀλλὰ
περὶ μὲν τῶν
μυθικῶν
σοφιζομένων
οὐκ ἄξιον μετὰ
σπουδῆς
σκοπεῖν»
(«όσους
όμως
σοφίστηκαν
μυθολογικές
εξηγήσεις, δεν
αξίζει να τους
μελετάμε
σοβαρά»), μήπως
οφείλεται η
σκέψη του στην
αρχαία
θρησκεία; Ο
Αριστοτέλης
λέει (Μετά τα
Φυσικά, Λ’, 6, 1071b,
24-28) για την
Πολυθεϊστική
Μυθολογία, ότι «αν
σκεπτόμασταν
όπως οι
θεολόγοι που
γεννούν τον
κόσμο από τη
νύχτα, θα
καταλήγαμε ότι
κανένα από τα
όντα δεν
υπάρχει» κι ότι
οι μυθολογικές
περιγραφές
προστέθηκαν
για να
εξασφαλίζεται
η ευπείθεια του
πολύ κόσμου (Μετά
τα Φυσικά, Λ’, 8 (1074b
5))! «Ο
λόγιος
Αριστοτέλης, αν
και θεωρεί
εύλογο το ότι
οι άνθρωποι
πιστεύουν στα
θεόσταλτα
όνειρα, τα
απορρίπτει·
διαφορετικά οι
θεοί θα
επικοινωνούσαν
με τους
ανθρώπους και
την ημέρα –
πάντως όχι με
τους ανόητους,
όπως συμβαίνει
– ενώ θα
έστελναν
όνειρα ακόμη
και στα ζώα (Περί
της καθ’ ύπνον
μαντικής 462b.
18 κ.ε.). Ο
σκεπτικιστής
φιλόσοφος,
συγκλίνοντας
με αντιλήψεις
που
εμφανίζονται
στο
ιπποκρατικό
σύγγραμμα Περί διαίτης,
θεωρεί ότι τα
ενύπνια είναι αίτια, σημεία
των όσων
συμβαίνουν, ή
και συμπτώματα,
που
σχετίζονται με
τη σωματική και
ψυχική
κατάσταση του
ονειρευόμενου (ό.π.
462b.
27)» (Λ. Πόλκα, Ε-Ιστορικά,
τ. 304, σ. 36). Τέλος ο
Αριστοτέλης
υποστηρίζει
την ύπαρξη Μίας
Αρχής του
κόσμου,
κατακρίνοντας (Μετά
τα Φυσικά, Λ’, 10 (1075b
14-18)) όσους «βγάζουν
το ον από το μη
ον» (τον Ησίοδο
και το
πρωταρχικό
χάος του), όσους «καθιστούν
όλα τα πράγματα
Ένα» κι όσους
έχουν δύο αρχές
(π.χ. τον
Εμπεδοκλή),
διακηρύσσοντας
«η πολυαρχία
δεν είναι καλό˙
ένας ας είναι ο
αρχηγός» (Μετά
τα Φυσικά, Λ’, 10 (1076a,
4-5)).
-Όταν
ο Πλάτωνας
γράφει (Πολιτεία,
379a) «Δεν πρέπει να
δώσουμε πίστη
στον Όμηρο,
ούτε σε κανένα
άλλο ποιητή
όταν ανόητα
ξεστομίζει
αυτή τη
βλαστημιά για
τους θεούς, πως
τάχα υπάρχουν
δύο πιθάρια
στου Δία το
κατώφλι γεμάτα
το ένα με καλές,
και το άλλο με
κακές μοίρες (Ιλιάδα
Ω 527)», και (Πολιτεία
380c) «Να μή δώσουμε
άδεια ποτέ σε
κανέναν ούτε σε
νέους ούτε σε
γέρους, ούτε να
λέγουν ούτε να
ακούν τέτοιους
λόγους είτε με
στίχους είτε
χωρίς στίχους»,
και (Πολιτεία
383c) «όταν κανείς
ποιητής μας
λέει τέτοια για
τους θεούς, θα
του γυρίσουμε
τις πλάτες και
δε θα του
δώσουμε τα
ψαλτικά του,
ούτε και στους
δασκάλους θα
επιτρέψουμε να
τα
μεταχειρίζονται
για την
ανατροφή των
παιδιών», και (Πολιτεία
607b) «από παλαιά
χρόνια υπάρχει
μια διένεξη
ανάμεσα στην
ποίηση και στη
φιλοσοφία»,
μήπως τα έργα
του δεν είναι
προϊόν του
ελληνικού
πνεύματος και
πολιτισμού; («Πάσα
μεν η ποίησις
του Ομήρου
αρετής εστιν
έπαινος και
πάντα αυτώ προς
τούτο
φέρει»: Μέγας
Βασίλειος).
-Στον
Κρατύλο
400d
ο Πλάτων βάζει
τον Σωκράτη να
λέει πως δεν
ξέρουμε τίποτε
για τους θεούς,
ούτε καν τα
αληθινά τους
ονόματα («τίποτα
δε γνωρίζουμε
για τους θεούς,
ούτε για τους
ίδιους ούτε για
τα ονόματά τους
που κάποτε οι
ίδιοι έδωσαν
στον εαυτό τους·
γιατί είναι
φανερό ότι
εκείνοι
χρησιμοποιούν
τα αληθινά
ονόματα»). Στον Φαίδρο
246c
γράφει πως
φανταζόμαστε
ένα θεό δίχως
ποτέ να τον
έχουμε δει ή να
έχουμε
σχηματίσει
κάποια
ικανοποιητική
ιδέα της μορφής
του. Και στα δυο
χωρία
αναφέρεται
στους
μυθολογικούς
θεούς.
-Από
νωρίς οι
Σοφιστές (που
οι παγανιστές
τους δίκαζαν με
τις περίφημες «δίκες
αθεΐας» του 5ου
αιώνα π.Χ.)
έλεγαν ότι «άνθρωπος
μέτρο πάντων
πραγμάτων».
-Οι
διωχθέντες από
τους
Παγανιστές
φιλόσοφοι:
Αναξαγόρας,
Πρωταγόρας,
Διογένης,
Πρόδικος,
Στίλπων ο
Μεγαρεύς,
Θεόδωρος ο
άθεος, κι ο
μέγας Σωκράτης,
αποτελούν
απόδειξη της
ταύτισης «ελληνικής
φιλοσοφίας»
και αρχαίου
παγανισμού;
-Όταν
ένας
εκπρόσωπος της
επίσημης
αρχαίας
θρησκείας στην
εκκλησία του
Δήμου του 5ου
π.Χ. πέτυχε να
ψηφιστεί νόμος
εναντίον «εκείνων
που δεν
πίστευαν στα
θεία και
διέδιδαν
θεωρίες για τα
μετάρσια (=ουράνια)
φαινόμενα»,
δηλαδή κατά των
φιλοσόφων (M. Nilsson, Η
Ελληνική λαϊκή
θρησκεία, εκδ. «Η
βιβλιοθήκη του
φιλολόγου», σ. 131),
μήπως αυτό
είναι απόδειξη
της ταύτισης
του «ελληνικού
πολιτισμού»
και της «ελληνικής
φιλοσοφίας» με
την
παγανιστική
θρησκεία;
-Ο
Πρωταγόρας που
έλεγε ότι δεν
ξέρει αν
υπάρχουν θεοί,
και γι’ αυτό οι
Παγανιστές τον
εξόρισαν,
βάσιζε τον
ελληνικό
πολιτισμό του
στην
παγανιστική
θρησκεία, ναι ή
όχι;
-Ο
Ξενοφάνης
απορρίπτει την
ιδέα ότι οι
θεοί
γεννιούνται,
κεντρική ιδέα
της Θεογονίας
και του Ομήρου,
δηλαδή της
λαϊκής
παγανιστικής
θρησκείας. Ο
Ξενοφάνης
είναι επίσης ο
φιλόσοφος που
αρνήθηκε κάθε
εγκυρότητα της
μαντικής (Ξενοφάνης,
Α 52˙ Αέτιος 5, 1, 1). Το
ίδιο έπραξε κι
ο Επίκουρος
όπως γράφει
στην Μικρά
επιτομή, όπου
λέει: «Η μαντική
δεν υπάρχει
στην
πραγματικότητα.
Κι αν ακόμη
υπάρχει, πρέπει
να σκεφτούμε
ότι τα γεγονότα
[που προλέγει],
δεν εξαρτώνται
από μας» (Διογένης
Λαέρτιος, X,
135).
-
Ο Ξενοφάνης δεν
πίστευε ότι οι
τεχνικές
κατακτήσεις
του ανθρώπου
ήταν δώρα των
θεών. Η φωτιά, η
γεωργία, η
αμπελουργία
και γενικά η
ανάπτυξη της
τεχνικής, δεν
είναι δώρα των
θεών, μα
δημιουργήματα
του ίδιου του
ανθρώπου:
«οὔ
τοι ἀπ’ ἀρχῆς
πάντα θεοὶ
θνητοῖσ’
ὑπέδειξαν,
ἀλλὰ
χρόνῳ
ζητοῦντες
ἐφευρίσκουσιν
ἄμεινον»
(Απ. 18).
Να
και οι
φιλόσοφοι που
δε θεωρούν «δώρο
των θεών» τον
πολιτισμό. «Ανθέλληνες»,
βεβαίως.
-Ο
Σωκράτης
κατηγορήθηκε
από τους
Παγανιστές ότι
ερευνούσε
πράγματα κάτω
από τη γή και
πάνω από τον
ουρανό (ἦν
τά τε μετέωρα
φροντιστὴς
καὶ τὰ ὑπὸ τῆς
γῆς ἅπαντα
ἀναζητηκώς).
Η περίπτωσή του
συνδέθηκε και
με τη σοφιστική,
γιατί
κατηγορήθηκε
και ότι τὸν
ἥττω λόγον
κρείττω
ἐποίει (M. Nilsson, Η
Ελληνική λαϊκή
θρησκεία, εκδ. «Η
βιβλιοθήκη του
φιλολόγου», σ. 135).
Αποτελεί ο
Σωκράτης
απόδειξη ότι ο
Παγανισμός
ήταν η αιτία
της φιλοσοφίας
του, ναι ή όχι;
-Ο
Κριτίας
διατύπωσε τη
γνώμη πως οι
θεοί είχαν
επινοηθεί
κρυφά από
κάποιον σοφό
άνθρωπο, για να
αποτρέπουν
τους ανθρώπους
να κάνουν κακό
κρυφά (Σίσυφος, F.T.G.
σ. 771 Ν.)
-Ο
Έλληνας
φιλόσοφος
Εμπεδοκλής (494-434 π.Χ.)
ισχυρίζεται
πως δεν είναι
θνητός, αλλά
θεός, όπως
προείπαμε.
Αλήθεια, οι Ν/Π
οι οποίοι
κατηγορούν τον
Αλέξανδρο για
τις «θεοποιήσεις»
οι οποίες
σύμφωνα μ’
αυτόν είναι
ενάντια στην
αρχαία
θρησκεία, και
ταυτόχρονα
επαινούν τον
Εμπεδοκλή για
την φιλοσοφία
του, τι έχουν να
πουν για τούτη
την «αυτοθεοποίηση»
που έγινε
ενάμισυ αιώνα
πρίν τον
Μεγαλέξανδρο;
Είναι μήπως
προϊόν της
αρχαίας
θρησκείας;
-Ο
Εκαταίος
βρίσκει την
μυθολογία «αστεία»
(απόσπασμα 1).
Μάλιστα είχε
προτρέψει τους
συμπολίτες του
να διαθέσουν
τους θησαυρούς
του μαντείου
του Απόλλωνα
στους
Βραγχίδες για
μη
θρησκευτικές
χρήσεις (Ηρόδοτος,
5, 36, 3).
-Σε
ένα απόσπασμα
από τη χαμένη
τραγωδία του
Ευριπίδη «Βελλερεφόντης»,
κάποιος λέει: «λένε
πως υπάρχουν
στον ουρανό
θεοί. Δεν
υπάρχουν, όχι,
δεν υπάρχουν». Ο
Ευριπίδης, που
δικάστηκε από
τους
Παγανιστές για
«ασέβεια»,
σε άλλο του
έργο (Ελένη, στ.
745 κ.ε.)
υποστηρίζει: «Ανόητες
βλέπω οι
μαντείες είναι,/
ψευτιές
γεμάτες. Και
καμμιά δε
βγαίνει/
αλήθεια από τος
φλόγες της
θυσίας/ κι από
το λάλημα
πουλιώνε ούτε˙/
πολύ ανόητο
είναι να
πιστεύεις/ πως
τα πουλιά
βοηθούνε τους
ανθρώπους» και
αναρωτιέται (Ελένη,
στ. 1137): «τι είναι
θεός, τι μη θεός
και τι το
ανάμεσό του,/
ποιος θα το πει
ποτέ θνητός».
Επίσης ο
Ευριπίδης
υποστηρίζει (Ηρακλής
μαινόμενος, στ.
1346): «των ποιητών
οι μύθοι/
πανάθλιες
ψευτιές
εξιστορούνε». Είναι
ο Ευριπίδης και
η ποίησή του
τμήμα του «ελληνικού
πολιτισμού»,
ναί, ή όχι; Είναι
το έργο του
προϊόν της
παγανιστικής
σκέψης, ναι ή
όχι;
-Ο
Πυθαγόρας, όπως
γράφει ο
Αριστοτέλης
στο Περί των
Πυθαγορείων, 192
συνιστούσε να
αποφεύγουμε «τα
σκαλιστά ξύλα»,
δηλαδή τα ξόανα
των
ειδωλατρικών
θεών.
-Ο
Θαλής
εθεωρείτο
άθεος. «Θαλῆς,
ὃς δοκεῖ καὶ
ἄθεος
γεγονέναι»,
γράφει ο
Σιμπλίκιος (Simpl.
Phys.
23,21. Theophr.
Phys.
Opin.
fr. 1, Dox. 475, 1).
-«Ο
Ζήνωνας
διεκήρυττε ότι
οι ναοί είναι
περιττοί, ότι ο
αληθινός ναός
του θεού είναι
το ανθρώπινο
πνεύμα» (E.R.
Dodds, Οι Έλληνες
και το παράλογο,
εκδ. Καρδαμίτσα,
σ. 151). Έλεγε
ότι δεν πρέπει
να χτίζονται
στις πόλεις
ούτε ναοί ούτε
δικαστήρια
ούτε γυμνάσια («κατὰ
τοὺς
διακοσίους <στίχους>
μήθ' ἱερὰ μήτε
δικαστήρια
μήτε γυμνάσια
ἐν ταῖς
πόλεσιν
οἰκοδομεῖσθαι»
Διογένης
Λαέρτιος, VII,
33). Περιττοί οι
ναοί. Άχρηστοι.
Αυτό είναι
προϊόν της
αρχαίας
θρησκείας;
-«Ούτε
ο Χρύσιππος
δίστασε να
διατυπώσει τη
γνώμη, πως η
παράσταση των
θεών με
ανθρώπινη
μορφή είναι
πράγμα
παιδαριώδες» (E.R.
Dodds, Οι Έλληνες
και το παράλογο,
εκδ. Καρδαμίτσα,
σ. 151). Είναι αυτό
προϊόν της
αντίληψης των
πολλών
ειδωλολατρών ή
προϊόν του
στοχασμού ενός
ορθολογιστή;
-Ο
Αντισθένης,
όταν πήγε να
μυηθεί στα
ορφικά
μυστήρια κι ο
ιερέας τού είπε
ότι οι μυημένοι
θα μετέχουν σε
πολλά αγαθά
στον Άδη,
εκείνος του
απάντησε
ειρωνικά: «Δηλαδή,
τι; Δεν
πεθαίνουν;» («Μυούμενός
ποτε τὰ Ὀρφικά,
τοῦ ἱερέως
εἰπόντος ὅτι
οἱ ταῦτα
μυούμενοι
πολλῶν ἐν ᾅδου
ἀγαθῶν
μετίσχουσι, "τί
οὖν," ἔφη,"οὐκ
ἀποθνήσκεις;"»
Διογένης
Λαέρτιος VI,4).
-Ο
Στίλπων, «όταν ο
Κράτης τον
ρώτησε αν οι
θεοί
ευχαριστούνται
από τα
προσκυνήματα
και τις
λατρείες, λένε
πως απάντησε : "γι’
αυτά τα
πράγματα,
ανόητε, να μη με
ρωτάς στο δρόμο,
αλλά όταν είμαι
μόνος μου"», δηλαδή
υπονοώντας πως
μακριά από τον
όχλο των
Πολυθεϊστών θα
απαντούσε «όχι».
Το ίδιο
απάντησε και ο
Βίωνας στην
ερώτηση, αν
υπάρχουν θεοί: «δεν
θα
απομακρύνεις,
πρώτα τον όχλο
από μένα;» (Διογένης
Λαέρτιος, II,
117).
-Ο
Θουκιδίδης,
ήταν μαθητής
του Αναξαγόρα,
και άθεος (Ἤκουσε
δὲ διδακάλων
Ἀναξαγόρου
μὲν ἐν
φιλοςόφοις,
ὅθεν, φηςὶν ὁ
Ἄντυλλος, καὶ
ἄθεος ἠρέμα
ἐνομίσθη, τῆς
ἐκεῖθεν
θεωρίας
ἐμφορηθείς»).
-Ο
Περικλής,
αδιαφορεί τόσο
για τη θρησκεία,
ώστε τις
τελετές και τις
θυσίες της τις
βλέπει απλώς
και μόνο ως μια
ευκαιρία που
έχουν οι
Αθηναίοι για
διασκέδαση και
διακοπές (Θουκιδίδης,
2, 38).
-ο
Λουκιανός
γράφει (Περί
θυσιών,
1):
«Βλέποντας τι
πράττουν οι
βλάκες στις
θυσίες τους και
στις γιορτές
τους και στις
πομπές τους,
προς τιμή των
θεών, για τι
πράγματα
προσεύχονται
και ορκίζονται,
καθώς και τις
απόψεις που
έχουν για τους
θεούς,
αμφιβάλλω αν
υπάρχει κανείς
τόσο θλιμμένος
και λυπημένος,
ώστε να μην
γελάσει
βλέποντας την
ηλιθιότητα των
πράξεών τους».
Αυτοί
λοιπόν καθόλου
δεν
στηρίχθηκαν
στην
παγανιστική
θρησκεία όταν
δημιουργούσαν
τον ελληνικό
πολιτισμό τους.
Επίσης, στην
αθηναϊκή
δημοκρατία του
5ου αι., το
μεγαλύτερο
δημιούργημα
του ελληνικού
πολιτισμού,
καμμία θέση δεν
είχε η θρησκεία.
Ούτε ζητούσαν
από τα μαντεία
να εγκρίνουν
τους νόμους
τους, ούτε
έλεγαν «έδοξε
τω Δία». Έλεγαν «έδοξε
τω
δήμω». Οι
Νεοπαγανιστές
έχουν φτάσει να
ισχυρίζονται
ότι η ίδια η
παγανιστική
θρησκεία ήθελε
να μπει στην
άκρη με το «έδοξε
τω Δήμω», ότι
είναι και
επίτευγμά της
δηλαδή ο
ξεπεσμός της.
Τέτοια
παραμύθια
πουλάνε.
Ο
ελληνικός
πολιτισμός και
ορθολογισμός
παράτησε τα
παραμύθια του
Δωδεκάθεου, και
γι’ αυτό
ακριβώς τον
θαυμάζει ο
κόσμος, δηλαδή
να βάλει την
παιδαριώδη
πολυθεϊστική θρησκεία
στην άκρη, και
έρχονται να
πουν τα ψέμματά
τους οι
Νεοπαγανιστές
λέγοντας το
αντίθετο.
Θα
πουν αμέσως οι
Νεπαγανιστές
ότι η
αρχαιοελληνική
Κλασσική τέχνη
είναι άμεσα
εξαρτώμενη κι
επηρεαζόμενη
από τους μύθους
της αρχαίας
θρησκείας.
Αριστουργηματικά
αγάλματα θεών,
η μουσική και η
ποίηση ως δώρο/έμπνευση
των Μουσών κ.λ.π.
Όμως ξεχνάνε
πως αυτά
καθεαυτά δεν
έχουν να κάνουν
με την θεολογία
της αρχαίας
θρησκείας: η
αρχαία
θρησκεία είναι
απλώς αφορμή
για την αρχαία
τέχνη. Η τέχνη
χρειάζεται
αφορμές, αλλά
αυτό δε
σημαίνει πως αν
δεν υπήρχε η
αρχαία
θρησκεία δεν θα
βρισκόταν άλλη
αφορμή. Διότι,
όταν έπαυσε να
έχει τόση
απήχηση η
κλασσική
αρχαία
θρησκεία, κατά
την
ελληνιστική
και
υστερρορωμαϊκή
εποχή (αντικαθιστώμενη
από άλλους
θεούς), διόλου
δεν έπαυσαν η
τέχνη, η
μουσική, η
ποίηση να
ανθούν. Αλλά
και στην
σημερινή εποχή
μας, την λίγο-πολύ
άθρησκη ή
μάλλον
εκκοσμικευμένη,
διόλου δεν έχει
παύσει
να υπάρχει
τέχνη: Απλώς
δεν
επηρεάζεται
πλέον τόσο από
τη θρησκεία.
Αλλο πράγμα
λοιπόν να
λέγεται ότι η
αρχαία
θρησκεία ήταν
μια αφορμή για
την εκδήλωση
του
καλλιτεχνικού
ταλέντου των
αρχαίων
Ελλήνων, κι
άλλο να λέγεται
ότι δίχως την
αρχαία
θρησκεία δεν θα
υπήρχε αρχαία
ελληνική τέχνη
(ή τέχνη
γενικότερα),
όπως άλλο το να
πεις ότι η
αρχαία τέχνη
διακηρύσσει..
την αιωνιότητα
του κόσμου ή
την
κυκλικότητα
του χρόνου κι
άλλα παρόμοια (αντιεπιστημονικά
εξάλλου)
δόγματα της
αρχαίας
θρησκείας.
Έτσι,
βλέπουμε ότι η
αρχαία
θρησκεία δεν
είναι η αιτία
γένεσης του
αρχαιοελληνικού
πολιτισμού,
αλλά απλώς ένα
τμήμα του. Το
αίτιο είναι
απλούστατα το
έμφυτο ταλέντο
των Ελλήνων. Οι
αρχαίοι
συνέχισαν να
παράγουν
πολιτισμό
ακόμη κι όταν
έπαψαν να
λατρεύουν τους
αρχαιοελληνικούς
θεούς χάριν των
ασιατικών˙
στην
ελληνιστική
εποχή έφτασε
στο
αποκορύφωμά
της η ελληνική
επιστήμη. Αν
υπήρξε ο «Χρυσός
αιώνας», αυτό
οφείλεται στην
αυτοπεποίθηση
που έδωσαν
στους αρχαίους
οι νίκες τους
κατά των Περσών,
με αποτέλεσμα η
δημιουργικότητα
να αποδώσει
τους καρπούς
της και το «ελληνικό
δαιμόνιο» να
λάμψει. Όπως
συμβαίνει για
κάθε έθνος που
θριαμβεύει,
έτσι κι ο
θρίαμβος κατά
των Περσών ήταν
η αιτία για την
πλήρη
αποκάλυψη και
χρήση του
έμφυτου
ταλέντου. Δεν
ήταν η
παγανιστική
αρχαία
θρησκεία, ούτε
η αιτία του
αρχαίου
πολιτισμού
ούτε του
έμφυτου
αρχαιοελληνικού
ταλέντου ούτε η
αφορμή της
εκδήλωσης
αυτού του
ταλέντου. Ήταν
ένα τμήμα του
αρχαίου
πολιτισμού.
25.
"Η
Δύση κι ο
Ευρωπαϊκός της
πολιτισμός
είναι βασικά
προϊόν του
Ελληνικού
Πολιτισμού κι
όχι της
Ορθοξοξίας και
του Βυζαντίου".
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
πέρα απ’ το ότι
είναι αβάσιμος
ο ισχυρισμός
πως η
ελληνικότητα
συνδέεται μόνο
με την
αρχαιοελληνική
εποχή, πρέπει
κάποτε οι
εθνικιστές
αρχαιολάτρες
να μην δέχονται
ό,τι παραμύθι
τους σερβίρουν
στα θρανία
χάριν
εθνικιστικής
προπαγάνδας. Ο
Δυτικός
πολιτισμός δεν
έχει ούτε
βασικό αλλά
ούτε
αποκλειστικό
στοιχείο του
την Αρχαία
Ελλάδα. Ο
Ευρωπαϊκός
πολιτισμός
βασίζεται στην
φιλοσοφία (κι
όχι την
θρησκεία) της
Αρχαίας
Ελλάδας, το
δίκαιο της
Ρώμης, και τον
Χριστιανισμο.
Αυτά τα τρία
συστατικά
πολιτισμικά
στοιχεία είναι
στη βάση τόσο
του ανατολικού
ευρωπαϊκού όσο
και του δυτικού
ευρωπαϊκού
πολιτισμού, και
καθένα από αυτά
ερμηνεύτηκε με
διαφορετικό
τρόπο από τα
διάφορα έθνη κι
ομάδες εθνών
της Ευρώπης.
Επειδή
οι εθνικιστές
Νεοδωδεκαθεϊστές
θεωρούν
δεδομένη την
ταύτιση
Δυτικού κι
αρχαιοελληνικού
πολιτισμού (ή
την προέλευση
του πρώτου από
τον δεύτερο), να
ορισμένα
βασικά
στοιχεία στα
οποία
διαφέρουν:
-η
απουσία της
έννοιας των «ατομικών
δικαιωμάτων»
στην Αρχαία
Ελλάδα, όπου η
Πόλη-Κράτος
είχε δικαίωμα
ζωής και
θανάτου στους
πολίτες της.
-η
αποϊεροποίηση
της φύσης στην (χριστιανική)
Δύση, με
συνέπεια την
τεράστια και
γοργή
τεχνολογική
πρόοδο.
-η
διαφορετική
αντίληψη του «λόγου»
σε Δύση και
Αρχαία Ελλάδα.
Στη Δύση ο
λόγος έχει
εργαλειακή
σημασία. Στην
Αρχαία Ελλάδα
εκφράζει κάτι
το συμπαντικό,
κάτι που είναι
κοινό σε όλο το
σύμπαν («ξοινός
λόγος»).
-η
διαφορετική
αντίληψη του
χρόνου και της
ιστορίας σε
Δύση και σε
Αρχαία Ελλάδα.
Στη Δύση ο
χρόνος είναι
γραμμικός, ενώ
στην
αρχαιότητα όχι.
Το σύμπαν
σύμφωνα με την
δυτική
επιστήμη έχει
αποδεδειγμένα
αρχή, ενώ για
την Αρχαία
Ελλάδα το
σύμπαν είναι
άναρχο.
Όλες
αυτές οι
διαφορές κι
άλλες πολλές
είναι ασφαλώς
προϊόντα της
χριστιανικής
κοσμοαντίληψης,
μια και δεν
υπήρχαν στην
αρχαιότητα. Ας
μην είναι τόσο
εθνικιστές οι
Νεοπαγανιστές.
Και
εν πάσει
περιπτώσει, οι
Νεοπαγανιστές
δεν
δικαιούνται να
καπηλεύονται
την ελληνική
φιλοσοφία και
την ελληνική
δημοκρατία.
Άλλο πράγμα η
αρχαία
φιλοσοφία, άλλο
η
ειδωλολατρική
θρησκεία. Γιατί;
Διότι οι
Πολυθεϊστές
της
αρχαιότητας με
νόμους δικούς
τους εδίωξαν,
εξόρισαν,
θανάτωσαν
Έλληνες
φιλοσόφους, και
διότι πλείστοι
εκ των
Ειδωλολατρών
είχαν
ολιγαρχικά ή
βασιλικά
καθεστώτα.
Να
το
επαναλάβουμε
για μία ακόμα
φορά, μήπως και
το χωνέψουν οι
Νεοπαγανιστές
και
αρχαιόπληκτοι,
που ίσως
συνειδητά, ίσως
όχι, νομίζουν
ότι η Δύση
προόδεψε
επειδή δήθεν
στράφηκε στον
αρχαίο
παγανισμό:
η σχέση Δύσης-Αρχαιότητας
αφορά την
φιλοσοφία κι
όχι την αρχαία
θρησκεία˙ την
αρχαία
θρησκεία η Δύση
την είδε ως
μυθολογία και
ως πηγή
καλλιτεχνικής
έμπνευσης, όπως
και την Καινή
Διαθήκη, κι
ασφαλώς όχι ως
υποψήφια
θρησκεία της ή
πηγή
μεταφυσικής
έμπνευσης. Μόνο
την αρχαία
φιλοσοφία πήρε
«στα σοβαρά». Δεν
προόδεψε λοιπόν
η Δύση επειδή «στράφηκε
στην μυθολογία».
Προόδεψε, συν
τοις άλλοις,
γιατί στράφηκε
στην φιλοσοφία
και την
επιστήμη. Κι
όπως είπαμε,
άλλο η
Φιλοσοφία, κι
άλλο ο
Πολυθεϊσμός.
Ισχυρίζονται
οι Παγανιστές
εθνικιστές πως
οι αρχαίοι
Ελληνες ήταν
καλλίτεροι από
τους Δυτικούς
στην επιστήμη,
κι ότι οι
Δυτικοί
καλλιεργούν
την
τεχνογνωσία με
σκοπό την
χρησιμοθηρία,
ενώ οι Αρχαίοι
αναζητούσαν
την Γνώση και
τη σοφία. Και
περιφρονούν
την στάση αυτή
των Δυτικών. Θα
έπρεπε αυτοί να
ζήσουν δίχως
ηλεκτρισμό,
δίχως τηλέφωνο
κ.λ.π. Δίχως τις
δυτικές
ανακαλύψεις
δηλαδή, οι
οποίες
βασίζονται
ακριβώς στην
τεχνογνωσία
και την
χρησιμοθηρία.
Αν έπρατταν
αλλιώς οι
Δυτικοί, ο
κόσμος θα έμενε
στο αρχαίο «ήλεκτρο»
κι όχι στο
δυτικό «ηλεκτρισμό».
Και εθνικά
υπερήφανοι, θα
κρατούσανε τις
νύχτες
φαναράκια,
αρκεί που δεν
θα υποτάσσανε
τη Γνώση στην
κακή
τεχνογνωσία.
26.
"Η θεοκρατία
είναι
χαρακτηριστικό
του
ιουδαιοχριστιανισμού,
ενώ η Ελλάδα
ήταν η κοιτίδα
της
δημοκρατίας
και της
αυτονομίας. Οι
νόμοι της Π.Δ.
είναι δοσμένοι
από τον
υπερβατικό θεό
των Εβραίων,
ενώ οι Έλληνες
δεν περίμεναν
από το θεό να
τους δώσει
νόμους".
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Επειδή λοιπόν
οι
αρχαιολάτρες
δεν παύουν να
χλευάζουν τους
Χριστιανούς
λέγοντας ότι οι
νόμοι της Π.Δ.
είναι δοσμένοι
από το θεό της,
αναφέροντας
συνεχώς τις
λέξεις «θεοκρατία»
και «ετερονομία»,
ας δούμε τι σόι «αυτονομία»
είχαν οι
Αρχαίοι
Σπαρτιάτες.
Πλάτωνα,
Νόμοι Α΄ 624
ΑΘΗΝΑΙΟΣ:
Πείτε μου φίλοι,
σε ποιον
αποδίδετε τη
δημιουργία των
νόμων σας; Σε
θεό ή σε
κάποιον
άνθρωπο;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ:
Σ’ ένα θεό – κι
αυτή είναι η
πραγματικότητα.
Για εμάς τους
Κρητικούς
είναι ο Δίας˙
στη Σπάρτη, απ’
όπου κατάγεται
ο φίλος μας από
δώ, νομίζω πως
λένε ότι είναι
ο Απόλλωνας.
Έτσι δεν είναι;
ΜΕΓΙΛΛΟΣ:
Ακριβώς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ:
Εννοείς ότι,
όπως αναφέρει ο
Όμηρος, ο
Μίνωας πήγαινε
κάθε εννιά
χρόνια και
συμβουλευόταν
τον πατέρα του,
τον Δία, και στη
συνέχεια έδινε
νόμους στις
πόλεις σας
σύμφωνα με τις
παραίνεσεις
του θεού.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ:
Ναι, αυτή είναι
η κρητική άποψη.
Τα
ίδια λέει κι ο
Παυσανίας (Λακωνικά
2,4): «επέβαλε
στους
Λακεδαιμονίους
ο Λυκούργος
τους νόμους του,
τους οποίους
άλλοι λένε πως
τους είχε
διδαχθεί από
την Πυθία, κι
άλλοι πως ήταν
κρητικοί. Οι
κρήτες λεν πως
τους νόμους
τους έθεσε σ’
αυτούς ο Μίνωας,
ο οποίος τους
είχε επινοήσει,
όχι χωρίς θεϊκή
συνεργία».
Αφού
λοιπόν οι
Νεοπαγανιστές
κατηγορούν την
«θεοκρατία» της
Π.Δ. και
εξυμνούν την «ελευθερόφρονα,
αυτόνομη
Ελλάδα», ας
διαλέξουν: Την
αθηναϊκή
Δημοκρατία,
όπου κανένας
νόμος δεν ήταν «θεϊκής
καταγωγής» και
δεν λέγανε «έδοξε
τω θεώ», αλλά «έδοξε
τω δήμω»; Ή την
σπαρτιατική
θεοκρατική
ολιγαρχία, όπου
οι νόμοι
προέρχονταν
και ήταν
εκγκεκριμένοι
από το θεό;
Το
σίγουρο είναι,
ότι οι
αρχαιολάτρες
δεν έχουν
κανένα
δικαίωμα να
τσουβαλιάζουν
ανόμοιες
περιπτώσεις.
Και στις δυο
περιπτώσεις οι
Νεοπαγανιστές
και οι «αρχαιολάτρες»
θα πρέπει να
παραδεχθούν
είτε ότι οι
νόμοι δεν είναι
προϊόν της
θρησκείας τους
(Αθήνα) είτε ότι
υπήρχε
θεοκρατία (Σπάρτη,
Κρήτη).
Οι
Σπαρτιάτες
όταν ρώτησαν
τον Απόλλωνα
στους Δελφούς
για τον
Πελοποννησιακό
πόλεμο, έλαβαν
την απάντηση
πως θα νικήσουν
και πως ο θεός
θα τους
βοηθήσει, είτε
του το ζητήσουν
είτε όχι (Θουκιδίδης
1,118 «πέμψαντες
δὲ ἐς Δελφοὺς
ἐπηρώτων τὸν
θεὸν εἰ
πολεμοῦσιν
ἄμεινον ἔσται˙
ὁ δὲ ἀνεῖλεν
αὐτοῖς, ὡς
λέγεται, κατὰ
κράτος
πολεμοῦσι
νίκην ἔσεσθαι,
καὶ αὐτὸς
ἔφη
ξυλλήψεσθαι
καὶ
παρακαλούμενος
καὶ ἄκλητος»).
Εδώ έχουμε κι
ένα παράδειγμα
ανάμειξης των
θεών στα
πολιτικά.
«Όρισε
ο Λυκούργος,
ότι θα είναι
όχι μόνο άνομο,
αλλά και ανόσιο
να μην υπακούει
κάποιος σε νόμο
που
επικυρώθηκε
από το θεό» (Ξενοφώντα,
Λακεδαιμονίων
Πολιτεία, 8, 5).
«Ζήτησε
και καλούς
νόμους και η
Πυθία τού είπε
ότι ο θεός
συγκατένευσε
και θα του
έδινε νόμους,
δια των οποίων
η δική του
νομοθεσία θα
γινόταν
ανώτερη όλων» (Πλούταρχου,
Λυκούργος, 5).
Κι
ο Ιουλιανός
σχολιάζει, 7,5
αιώνες έπειτα
από τον Πλάτωνα,
1,5 μετά τον
Παυσανία, τα
αστεία των
Νεοπαγανιστών
περί «μη
θεοκρατίας»
και «μη
επέμβασης των
αρχαίων θεών
στα ανθρώπινα»:«Ο
Απόλλων
εκπολίτισε με
τις ελληνικές
αποικίες το
μεγαλύτερο
μέρος της
οικουμένης και
μ’ αυτόν τον
τρόπο
διευκόλυνε τον
κόσμο να
κυβερνηθεί από
τους Ρωμαίους» (Ιουλιανού,
Εις τον
βασιλέαν
Ήλιον προς
Σαλλούστιον, 39 (152d)).
Μπράβο στον
Ελληνικό θεό
Απόλλωνα:
έστρωσε το
δρόμο τους
Ρωμαίους για
την κατάκτηση
της Ελλάδας,
δίχως
θεοκρατία. Τις
απόψεις, λοιπόν,
οι
Νεοπαγανιστές
περί
χριστιανικής
θεοκρατίας, ότι
δηλαδή «την
θεοκρατία την
εφηύρε ο
ιουδαιοχριστιανισμός»
να τις
κρατήσουν για
τον εαυτό τους.
Και
μια που
μιλήσαμε για
έμπρακτη
αρχαιοελληνική
θεοκρατία, ας
μιλήσουμε και
για τη «θεωρητική
θεοκρατία» της
Αρχαίας
Ελλάδας: οι
αρχαιολάτρες
πασών
αποχρώσεων δεν
έχουν προφανώς
διαβάσει τους Νόμους
του Πλάτωνα,
για να δουν τι
είδους
θεοκρατία και
αρχαία
θρησκευτική
τρομοκρατία
οραματιζόταν ο
μεγαλύτερος
αρχαίος
Έλληνας
φιλόσοφος. «Ο
Wilamowitz (“Platon”, Berlin 1920, I, s. 401)
χαρακτηρίζει
την πολιτεία “civitas
dei” και τη
συγκρίνει με το
«θαυμαστό
οικοδόμημα της
Καθολικής
εκκλησίας». Ο
νομοθέτης της
πολιτείας έχει
επίσης την
αξίωση όλες οι
λεπτομέρειες
της ιδιωτικής
ζωής των
πολιτών και οι
πιο ποικίλες
εκδηλώσεις του
συλλογικού
βίου να
διέπονται από
τους αυστηρά
τηρούμενος
ορισμούς της
κρατικής
λατρείας (Νόμοι
V 741c-d, VI753 b-c, 755 e, 757e, 706 b, 767 c, 778 d, κ.ά.).
Στον ακριβή και
διεξοδικό
καθορισμό της
θρησκείας του
κράτους και των
θρησκευτικών
καθηκόντων των
πολιτών
αφιερώνεται το
X βιβλίο των «Νόμων»,
που χαράζει τις
μεγάλες
γραμμές της
δογματικής και
του κανονικού
δικαίου. Η
ρύθμιση του
θέματος της
θρησκείας
αναγνωρίζεται
ότι είναι το
σπουδαιότερο
έργο του
κράτους. Ο
νομοθέτης
οφείλει
προπάντων να
φροντίσει ώστε
οι πολίτες να
πιστεύουν στην
ύπαρξη, στην
πρόνοια και
στην απόλυτη
δικαιοσύνη των
θεών. Οι άθεοι
και οι
αιρετικοί
πρέπει να
συνετισθούν με
ένα προσεκτικά
φιλοτεχνημένο
«προοίμιον», ή με
ποινικά μέσα να
καταστούν
ακίνδυνοι για
την ευημερία
του κράτους.
Παράξενες
φαίνονται οι
ποινές που
οφείλουν να
υποστούν οι
αρνητές του
θεού και οι
αιρετικοί˙ ακόμη
και η ποινή του
θανάτου
επιβάλλεται σ’
εκείνους που
ύστερα από
μακρόχρονη
διαμονή στο «σωφρονιστήριον»
(908a) ή στις
φυλακές και με
όλα τα μαθήματα
που τους έγιναν
από τους ηγέτες
του κράτους,
δεν μπορούν να
μεταπεισθούν
και δίνουν την
εντύπωση ότι
είναι
αδιόρθωτοι (909a).
Μπορούν να
τιμωρηθούν και
με ισόβια
κάθειρξη, και
άμα πεθάνουν
δεν
επιτρέπεται σε
καμιά
περίπτωση να
ταφούν στην
πατρίδα τους
(909c)» (Ε.Π.
Παπανούτσου, Το
θρησκευτικό
βίωμα στον
Πλάτωνα, εκδ.
Δωδώνη, σ. 150, 152).
Ο Πλάτων μάς
λέει ότι μόνο
με θεοκρατία
ζούσε
ευτυχισμένα ο
άνθρωπος˙ «Μια
παράδοση που
έφτασε μέχρι
τις μέρες μας
αναφέρει πόσο
ευτυχισμένοι
ήταν οι
άνθρωποι
εκείνης της
εποχής, όταν η
γη τους
πρόσφερε τα
πάντα δίχως
κόπο. Ο λόγος
πιστεύεται, ότι
ήταν ο εξής: ο
Κρόνος γνώριζε,
όπως είπαμε,
ότι ο άνθρωπος
δεν θα μπορέσει
ποτέ να
διοικήσει όλα
τα ανθρώπινα
πράγματα χωρίς
να γίνει
αλαζονικός και
άδικος. Με τη
σκέψη αυτή,
όρισε για
βασιλιάδες και
κυβερνήτες
στις πολιτείες
μας όχι
ανθρώπους, αλλά
πλάσματα από
ανώτερο και πιο
θεϊκό γένος,
τους δαίμονες» (Νόμοι
713cd).
Τι
σημαίνει
αρχαία
παγανιστική
θεοκρατία μάς
το εξηγεί ο
Στράβωνας (Γεωγραφικά,
12,2,3): «Σε
αυτόν τον
Αντίταυρο
υπάρχουν
βαθιές και
στενές
κοιλάδες, όπου
είναι τα Κόμανα
και ο ναός της
Ενυούς, η οποία
αποκαλείται
εκεί "Μα".
Είναι αξιόλογη
πόλη, αλλά οι
κάτοικοί της
αποτελούνται
κυρίως από τους
θεόπνευστους
ανθρώπους και
από τους
ιερόδουλους
που μένουν εκεί.
Οι κάτοικοι
είναι Κατάονες
που, παρ' όλο που
είναι
υποτελείς του
βασιλιά, είναι
περισσότερο
υποτελείς του
ιερέα. Ο ιερέας
είναι αφέντης
του ναού και
των ιερόδουλων
(κύριός
ἐστι καὶ τῶν
ἱεροδούλων),
οι οποίοι ήταν
έξι χιλιάδες,
όταν πήγα,
άνδρες και
γυναίκες». Συμπέρασμα:
η θεοκρατία (το
να δίνει ο θεός
τους νόμους του
κράτους στους
ανθρώπους) δεν
είναι
αποκλειστικά «ιουδαϊκό
φαινόμενο»,
αλλά
συναντάται και
στην πατρίδα
μας. Οι
αρχαιολάτρες
κάποτε πρέπει
να βγάλουν τις
παρωπίδες της
δυτικοευρωπαϊκής
αρχαιολατρίας
και να δουν
ότι κάποια
πράγματα για
την Αρχαία
Ελλάδα δεν ήταν
ακριβώς όπως
τους τα είπαν.
Ο
Χριστιανισμός
δεν προάγει τη
θεοκρατία, αλλά
διαχωρίζει τις
εξουσίες. Άλλο
ο Καίσαρας κι
άλλο ο Θεός.
Επιπλέον, οι
Πατέρες και οι
σύνοδοι της
Εκκλησίας
απαγορεύουν σε
κληρικό να
κατέχει
πολιτικά (κοσμικά)
αξιώματα, με
ποινή την
καθαίρεση.
Δ’
Οικουμενική
Σύνοδος,
Χαλκηδώνα, 451 μ.Χ.
7ος
κανόνας: «Αποφασίσαμε
ότι όσοι έγιναν
κληρικοί ή
μοναχοί, δεν θα
δεχθούν ούτε
στρατιωτικό
αξίωμα ούτε
κοσμικό αξίωμα.
Κι αν πράξουν
κάτι τέτοιο (....)
ας είναι
αναθεματισμένοι».
Όσιος
Επίσκοπος
Κορδούης, (†357) PG 25, 745D «(...) Οὔτε
τοίνυν ἡμῖν [της
Εκκλησίας]
ἄρχειν ἐπὶ τῆς
γῆς ἔξεστιν,
οὔτε σὺ τοῦ
θυμιᾶν
ἐξουςίαν
ἔχεις, βασιλεῦ».
Αποστολικοί
Κανόνες,
81 (PG 137, 204B) «Εἴπομεν,
ὅτι οὐ χρὴ
ἐπίσκοπον, ὴ
πρεσβύτερον
καθιέναι
ἑαυτὸν εἰς
δημοςίας
διοικήσεις,
ἀλλὰ
προσευκαιρεῖν
ταῖς
ἐκκλησιαστικαῖς
χρείας. Ἢ
πειθέσθω οὖν
τοῦτο ποιεῖν, ἢ
καθαιρείσθω».
Αποστολικοί
Κανόνες,
83 (PG 137, 208A) «Ἐπίσκοπος,
ἢ πρεσβύτερος,
ἢ διάκονος,
βουλόμενος
ἀμφοτέρα
κατέχειν,
ῥωμαϊκὴν
ἀρχὴν καὶ
ἱερατικὴν
διοίκησιν,
καθαιρείσθω. «Τὰ»
γὰρ «Καίσαρος,
Καίσαρι καὶ τὰ
τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ»».
27.
"Η ιερά εξέταση
πρωτοάρχισε
όχι στη Δύση,
όπως νομίζουν
οι
περισσότεροι,
αλλά στο
Βυζάντιο, με
τον
Ιουστινιανό,
όπως λέει ο
ιστορικός
Προκόπιος. «Ο
Ιουστινιανός
ίδρυσε τη θέση
του εξεταστού (=κοιαισίτορος)
για να ελέγχει «αυτούς
που δεν
τελούσαν κατά
τον ορθόδοξο
τρόπο τη
θρησκευτική
λατρεία» (Ανέκδοτα
20, 7-10). Ο κοιαισίτωρ,
όπως αναφέρει ο
Προκόπιος, όταν
τελείωνε το
θεάρεστο»
έργο του
στέλνοντας
τους
αντιφρονούντες
στην πυρά,
παρέδιδε όσα
ήθελε εκ των
κατασχεθεισών
περιουσιών
στον αυτοκράτορα,
ενώ ο ίδιος
πλούτιζε εξ
ίσου με τον
ίδιο άνομο
τρόπο. Τις
περισσότερες
φορές μάλιστα,
οι
κατηγορηθέντες
στον
κοιαισίτωρα, ως
μη ορθόδοξοι ή
ελληνίζοντες,
στην
πραγματικότητα
ήσαν θύματα
φθόνου και
συκοφαντίας. Ο Προκόπιος
γράφει, ότι «οι
υφιστάμενοι
των
αξιωματούχων
αυτών ούτε
κατηγόρους
παρουσίαζαν
ούτε μάρτυρες
καλούσαν να καταθέσουν
για όσα είχαν
συμβεί, αλλά
συνεχώς σ’ όλο
αυτό το διάστημα,
οι άνθρωποι που
είχαν την
ατυχία να τους
συναντήσουν
στο δρόμο τους,
χωρίς να
κατηγορηθούν ή
να δικαστούν,
θανατώνονταν
με τη
μεγαλύτερη
μυστικότητα
και τα χρήματα
ληστεύονταν»(Ανέκδοτα,
20, 10-16)".
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
27a
ΓΙΑ
ΤΗΝ ΙΕΡΑ
ΕΞΕΤΑΣΗ ΣΤΟ
ΒΥΖΑΝΤΙΟ
α')Αυτά
είναι η συνήθης
παραχάραξη των
γεγονότων από
τον Προκόπιο.
Και λέμε «συνήθης»,
διότι ο
Προκόπιος,
ενόσω ζούσε ο
Ιουστινιανός,
ήταν κόλακάς
του και υμνητής
του˙ όταν
πέθανε, του
καταμαρτύρησε
χίλια δυο κακά.
Τέτοια
συμπεριφορά
και τόσο
τεράστια
μεταβολή
απόψεων για ένα
πρόσωπο
ασφαλώς δεν
είναι λογική. Ο
Προκόπιος λ.χ.
στα Ανέκδοτα
γράφει ότι η
Θεοδώρα στα
όργια που έκανε
πήγαινε με δέκα
νεαρούς
ταυτόχρονα! Ή,
πάλι, γράφει
ότι εξαιτίας
του
Ιουστινιανού
σκοτώθηκαν «μύριες
μυριάδες
μυριάδων»,
δηλαδή χίλια
δισεκατομμύρια
άνθρωποι (!!), τη
στιγμή που
είναι αμφίβολο
αν στην
Αυτοκρατορία
κατοικούσαν
πάνω από 80-90
εκατομμύρια. Με
άλλα λόγια, το
έργο του αυτό
είναι ένας
λίβελλος, το
περιεχόμενο
του οποίου δεν
μπορεί κανείς
να το παίρνει
στα σοβαρά ή
τοις μετρητοίς.
Ο Προκόπιος δε
μπορεί να
θεωρηθεί
αντικειμενικός
λοιπόν, και οι
Νεοπαγανιστές
που, επειδή
βλέπουν το Quaestor
(Εξεταστής),
νομίζουν ότι
είναι
Εξεταστής
Ιεράς Εξέτασης,
εφαρμόζουν τη
συνήθη τακτική
της
διαστρέβλωσης
των ιστορικών
στοιχείων.
Έχουν
υποτεθεί
διάφορα για την
αλλαγή αυτή του
Προκόπιου. «Μια
εξήγηση για τη
μεταστροφή
αυτή», λέει ο
ιστορικός Π.
Ροδάκης στον
πρόλογο της Ιστορίας
των Πολέμων, «μπορεί
να είναι η
αντίδραση στον
«παροπλισμό»
του, που
γίνεται μετά
την ανάκληση
του ίδιου και
του Βελισάριου
από την Ιταλία.
Μια άλλη
ερμηνεία,
περισσότερο
πολιτικού
χαρακτήρα αυτή,
μπορεί να είναι
το γεγονός ότι
ο Προκόπιος,
μέλος της
αριστοκρατίας
των
γαιοκτημόνων
και των
σσυγκλητικών,
δεν συγχώρεσε
ποτέ στον
Ιουστινιανό τα
μέτρα
περιορισμού
των
δικαιωμάτων
τους και τις
απόπειρες του
αυτοκράτορα να
τους θέσει υπό
τον απόλυτο
έλεγχό του».
Επίσης: «Ο
Προκόπιος, που
σύμφωνα με όλες
τις πηγές, ποτέ
δεν κέρδισε
καμμιά
προαγωγή,
παρόλη την
πιστή και
μακροχρόνια
θητεία του,
ζήλευε τη
θεαματική
πορεία της
Θεοδώρας. (..) Τα
γραπτά του
Προκόπιου για
τους πολέμους
του
αυτοκράτορα
δεν κέρδισαν
την ιδιαίτερη
εκτίμηση του
ίδιου του
αυτοκράτορα» (Sture
Linnιr,
Ιστορία του
Βυζαντινού
Πολιτισμού,
εκδ. Γκοβοστή, σ.
87-88).
β')
Ακόμη μια
απόδειξη ότι τα
περί
κοιαίστορα
είναι αναληθή,
είναι ότι το
αξίωμα αυτό (quaestor)
δεν το «ίδρυσε» ο
Ιουστινιανός,
όπως
ισχυρίζεται ο
Προκόπιος και
οι Νεο-Παγανιστές,
αλλά υπήρχε
τουλάχιστον
από τον καιρό
του Καίσαρα, ο
οποίος εξελέγη
σε αυτό το 65 π.Χ. (πηγή:
MSN Encarta, λήμμα Caesar, Gaius Julius). Το
αξίωμα αυτό
συνέχισε να
υπάρχει καθ'
όλη την Ρωμαϊκή
και Ανατολική
Ρωμαϊκή
ιστορία.
γ’)
Τι γράφει ένας
καθηγητής
βυζαντινής
ιστορίας για το
αξίωμα του
Κοιαίστωρα:
«Ο
κοιαίστωρ του
ιερού παλατιού
ήταν ανώτατος
δικαστικός
λειτουργός του
κράτους, είδος
υπουργού
δικαιοσύνης
συγχρόνως.
Έργο του ήταν
η σύνταξη των
αυτοκρατορικών
απαντήσεων σε
κάθε είδους
προσφυγή προς
τον
αυτοκράτορα.
(...)Με
τον όρο «αυτοκρατορική
γραμματεία»
εννοούμε την
αυτοκρατορική
υπηρεσία, που
αποστολή είχε
τη διατύπωση
της
αυτοκρατορικής
βουλήσεως με το
κατάλληλο για
κάθε περίπτωση
έγγραφο και τη
διεκεραίωση
του τελευταίου.
Κατά την
Πρωτοβυζαντινή
εποχή η εργασία
της
αυτοκρατορικής
γραμματείας
ήταν
κατανεμημένη
μεταξύ του
κοιαίστωρος
του ιερού
παλατιού, των
αντεγραφέων
και του
τμήματος των
υπογραφέων.
Έργο
του
κοιαίστωρος
ήταν η
επεξεργασία
των νομικής
φύσης
ζητημάτων.
Επεξεργαζόταν
αιτήσεις
ιδιωτών ή αρχών,
των οποίων η
ικανοποίηση
απαιτούσε
νομοθετική
ρύθμιση.
Φρόντιζε
επίσης για την
καλή τήρηση της
επετηρίδας (leterculum minus)
ορισμένων
υπαλληλικών
θέσεων, των
οποίων η
πλήρωση
γινόταν με
πρότασή του και,
ανέλαβε, από το 6ο
αι. την
ανθυπογραφή
των
αυτοκρατορικών
διαταγμάτων» (Ιστορία
του Βυζαντινού
Κράτους,
Ι.
Καραγιαννόπουλου,
εκδ. Βάνιας,
σ. 396, 320, 320).
Ενώ ο
Σπύρος Ν.
Τρωϊανός,
καθηγητής
Βυζαντινού
δικαίου, γράφει
στα Ε-Ιστορικά,
τ. 41, σελ. 18, για το
αξίωμα αυτό: «Οι
επιτροπές, από
τις οποίες
συντάχθηκαν τα
τρία μέρη της
κωδικοποίησης,
λειτούργησαν
υπό την
προεδρία του Quaestor
sacri palatti (αντίστοιχου
ως προς τις
αρμοδιότητες
με σημερινό
υπουργό
Δικαιοσύνης)
Τριβωνιανού,
μιας μεγάλης
νομικής μορφής
του 6ου αιώνα,
που υπήρξε η
ψυχή του
καθόλου
νομοθετικού
έργου».
Όπως
βλέπουμε, ο Quaestor
ήταν Υπουργός
Δικαιοσύνης
και δεν είχε
θρησκευτικές
αρμοδιότητες.
Αλλά η πιο
κραυγαλέα
απόδειξη ότι ο
Προκόπιος
ψεύδεται είναι
το γεγονός, ότι
Quaestor του
Ιουστινιανού
ήταν ο
Τριβωνιανός,
που ήταν
Παγανιστής. Πώς
μπορεί να
δεχθεί κανείς
ως λογικό, ένας
Παγανιστής να
διορίζεται
Ιεροεξεταστής
και να κυνηγάει
τους
αιρετικούς και
τους
ομόθρησκούς
του, τους
Εθνικούς; Είναι
πέρα ώς πέρα
παράλογο. Αυτό
που συμβαίνει,
λοιπόν, είναι
ότι ο Quaestor
Τριβωνιανός,
όντας στενός
συνεργάτης του
Ιουστινιανού,
έπεσε κι αυτός
θύμα της
δολοπλοκίας
του Προκόπιου.
Ο Ιουστινιανός δημιούργησε και νέο αξίωμα: «Το 539 ο Ιουστινιανός εδημιούργησε μίαν νέαν αρχήν, την του quaesitor ή, ως ο ίδιος τον ονομάζει, του ερευνάδος. Αποστολή του άρχοντος τούτου ήτο η ανάκρισις των πολυπληθών επαρχιωτών των ερχομένων εις την Κωνσταντινούπολιν και η απόλασις εκ ταύτης των μη εχόντων εργασίαν, περαιτέρω δε η συντόμευσις της διαμονής των λοιπών και η παραπομπή εις εργασίας των ανέργων κατοίκων της πόλεως. Εκτός τούτου όμως ο quaesitor ώφειλε να ερευνά μήπως οι διάφοροι υπάλληλοι καταπίεζον τους προσερχομένους προς αυτούς και να τιμωρή τους πράττοντας τούτο. Τέλος εις την αρμοδιότητα του quaesitor περιελαμβάνοντο τα αδικήματα πλαστογραφίας (Κατά τον M. Kaser, Zivilprozessrecht 431 σημ 73 ο quaesitor ήτο διάδοχος του praetor plebis)» (Καραγιαννόπουλου Ιω. Ε., Ιστορία Βυζαντινού Κράτους, εκδ. Βάνιας, ανατύπωση Ε’, 1995, τ. Α’, σ. 652).
δ')
κανείς άλλος
ιστοριογράφος
της εποχής (Μαλάλας,
Αγαθίας) δεν
αναφέρει
τέτοια
πράγματα που
καταμαρτυρά ο
Προκόπιος.
Συνεπώς, ούτε
από την
διασταύρωση
των στοιχείων
προκύπτει η
αλήθεια όσων
λέει ο
Προκόπιος.
Στη
Ρωμανία, λοιπόν,
δεν υπήρξε «Ιερά
Εξέταση». Άν
όμως οι
αρχαιόπληκτοι
θέλουν να βρουν
τον ιδεολογικό
πρόδρομο της
Ιεράς Εξέτασης
και της «Civitas Dei» – τα
οποία αφορούν
άλλωστε την
δυτική παπική
εκκλησία – ας
τον ψάξουν
στους αρχαίους
Έλληνες
φιλοσόφους. Σε
αυτούς, και
συγκεκριμένα
στον Πλάτωνα
βρίσκεται η
απαρχή της «Ιεράς
Εξέτασης».
27b
ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗ
ΙΕΡΑ ΕΞΕΤΑΣΗ
Να
η απόδειξη (Πλάτωνος,
Νόμοι, 10, 907e – 910c):
«Άν όμως
κάποιος ασεβής
θα δείξει
ανυπακοή στους
νόμους, θα
εφαρμόζεται ο
εξής νόμος
σχετικά με την
ασέβεια: όποιος
αντιληφθεί
λόγια ή πράξεις
ασεβείς, πρέπει
να αντιδράσει
αμέσως
καταγγέλλοντας
στους άρχοντες
τον ένοχο, οι
οποίοι θα τον
οδηγήσουν στο
αρμόδιο για
τέτοιες
υποθέσεις
δικαστήριο. Αν
ο άρχοντας που
θα
πληροφορηθεί
το γεγονός δεν
εκτελέσει το
καθήκον του, θα
διώκεται ο
ίδιος για
ασέβεια από
οποιονδήποτε
πολίτη, που
θέλει να
υπερασπιστεί
τους νόμους. Αν
κάποιος
καταδικαστεί,
το δικαστήριο
θα ορίσει
διαφορετική
ποινή για κάθε
αδίκημα,
επιβάλλοντας
φυλάκιση για
όλες τις
περιπτώσεις.
Από τις τρεις
φυλακές της
πόλης (...) η
δεύτερη [θα
βρίσκεται] στο
μέρος όπου
συγκεντρώνεται
το Νυκτερινό
Συμβούλιο, θα
ονομάζεται
Σωφρονιστήριο.
Η τρίτη, (..) σε
μέρος όσο το
δυνατό πιο
μοναχικό και
άγριο, θα έχει
όνομα που θα
δείχνει ότι
σκοπός της
είναι η τιμωρία.
Όπως
περιγράψαμε
ήδη, υπάρχουν
τρεις
περιπτώσεις
ασέβειας από
τις οποίες η
καθεμιά
δικαιρείται σε
δύο. Κατά
συνέπεια
έχουμε έξι
κατηγορίες
αδικημάτων
κατά των θεών,
των οποίων η
τιμωρία πρέπει
να ποικίλλει σε
είδος και βαθμό.
(...) Αυτό το είδος
αθέων
διαιρείται σε
πολλές
κατηγορίες
αλλά η
νομοθεσία
αξίζει να
ασχοληθεί μόνο
με τις δύο που αναφέραμε.
Η μια πρέπει να
τιμωρείται με
θάνατο όχι μόνο
μια ή δυο φορές,
αλλά πολύ
περισσότερες,
ενώ στην άλλη
χρειάζονται
συμβουλές και
φυλάκιση. (...) Ο
δικαστής
πρέπει να
κλείσει στο
Σωφρονιστήριο
για πέντε
χρόνια
τουλάχιστον,
σύμφωνα με το
νόμο, όσους
έπεσαν θύματα
της ανοησίας
τους χωρίς να
έχουν κακό
χαρακτήρα ή
διάθεση. Στο
διάστημα αυτό
δεν πρέπει να
έρχεται σε
επαφή μαζί τους
κανένας πολίτης
εκτός απ’ τα
μέλη του
Νυκτερινού
Συμβουλίου, που
θα τους
επισκέπτονται
και θα τους
συμβουλεύουν
πώς θα
μπορέσουν να
σώσουν την ψυχή
τους. Όταν
τελειώσει ο
χρόνος της
ποινής τους θα
βγαίνουν απ’ τη
φυλακή και
όποιοι
δείχνουν ότι
συνετίστηκαν
θα ζουν μαζί με
τους άλλους
πολίτες. Αν
όμως
εξακολουθούν
να είναι
αμετανόητοι, η
ποινή θα είναι
θάνατος για
όσους
καταδικαστούν
ξανά για το
ίδιο αδίκημα. (....)
Ο νόμος , ίδιος
για όλους, θα
είναι ο εξής:
κανείς δεν
επιτρέπεται να
έχει ιδιωτικά
ιερά στο σπίτι
του. (...) αν
αποδειχθεί ότι
κάποιος, άνδρας
ή γυναίκα,
εκτελεί
λατρεία σε άλλα
ιερά εκτός απ’
τα δημόσια,
έστω κι αν δεν
έχει διαπράξει
κανένα μεγάλο
ανόσιο έργο,
αυτός που θα
τον αντιληφθεί
πρέπει να τον
καταγγείλει
στους
νομοφύλακες, οι
οποίοι θα τον
διατάξουν να
μεταφέρει τα
ιδιωτικά ιερά
στους
δημόσιους
ναούς. (...) Αν όμως
αποδειχτεί
ένοχος όχι για
κάποια
παιδιάστικη
ιδιοτροπία
αλλά για σοβαρή
παρεκτροπή
ενηλίκου
ατόμου, που
ιδρύει
ιδιωτικά ιερά ή
θυσιάζει μέσα
σε δημόσιους
ναούς σε θεούς,
που δεν ανήκουν
στους
αναγνωρισμένους
από την πόλη, θα
τιμωρείται με
θάνατο για
ασέβεια (...)».
Χαφιεδισμός...σωτηρία
της ψυχής...Νυχτερινό
Συμβούλιο...όλα
τα καλά της
ελληνικότητας!
«Ελληνικό
είναι το
αρχαιοελληνικό»,
όπως λένε οι
αρχαιολάτρες, ή
«ελληνικό
είναι το
αληθινό», όπως
λέει ο Σολωμός;
Διαλέγετε και
παίρνετε. Όπως
βλέπουμε, η
καταγωγή της
Ιεράς Εξέτασης,
της μεθοδικής,
επιστημονικής
εξέτασης, είναι
η Αρχαία Ελλάδα.
«Μα
δεν
εφαρμόστηκε ο
Πλατωνισμός
στην
αρχαιότητα», θα
αντιπούν. Τους
ρωτάμε: αυτοί
δεν είναι
θαυμαστές του
Πλατωνισμού; Αν
είναι, ας
αιτιολογήσουν
τέτοια κείμενα.
Κι ακόμη κι αν
δεν
εφαρμόστηκε ο
Πλατωνισμός,
εφαρμόστηκαν
ωστόσο
έμπρακτα
διώξεις από
αρχαιοελληνικές
πόλεις κατά των
φιλοσόφων λόγω
της
θρησκευτικής
τους άποψης,
τόσο πριν όσο
και μετά τον
Πλάτωνα. Κι αν
δεν
εφαρμόστηκε ο
Πλατωνισμός (Λόγω
ατυχίας του
Πλάτωνα, που
νόμιζε ότι στο
πρόσωπο του
τυράννου
Διόνυσου των
Συρακουσών
βρήκε τον
ιδανικό
βασιλιά-φιλόσοφο
να υλοποιήσει
την Πολιτεία
του. Όχι μόνο
προσπάθησε δύο
φορές να την
υλοποιήσει,
αλλά απέτυχε
παταγωδώς και
διώχτηκε από τη
Σικελία), οι
Αθηναίοι, με
νόμο του μάντη
Διοπείθη, ήδη
από τον 5ο π.Χ.
αιώνα είχαν
κάνει νόμο του
κράτους την
δίωξη όσων
αμφισβητούσαν
την επίσημη
κρατική
θρησκεία. Με
βάση αυτόν τον
νόμο και όχι
μόνο αυτόν,
διώχθηκαν οι
φιλόσοφοι. Αυτό
δεν συνιστά την
απαρχή της
θεσμοθετημένης
από το Κράτος
Ιεράς Εξέτασης;
Άλλωστε,
ο Πλάτωνας είχε
δοκιμάσει να
κάψει τα βιβλία
του Δημόκριτου,
αλλά δεν
προχώρησε πολύ,
όχι διότι
άλλαξε μυαλά
και παράτησε τη
νοοτροπία του
αρχαιοέλληνα
Ιεροεξεταστή,
αλλά επειδή τον
έπεισαν ότι όσα
και να κάψει,
ήδη τα κατείχαν
ήδη πάρα πολλοί
(Διογένης
Λαέρτιος, IX,
40: «Πλάτωνα
θελῆσαι
συμφλέξαι τὰ
Δημοκρίτου
συγγράμματα,
ὁπόσα ἐδυνήθη
συναγαγεῖν,
Ἀμύκλαν δὲ καὶ
Κλεινίαντοὺς
Πυθαγορικοὺς
κωλῦσαι αὐτόν,
ὡς οὐδὲν
ὄφελος· παρὰ
πολλοῖς γὰρ
εἶναι ἤδη τὰ
βιβλία»).
Άλλοι
θα
ισχυριστούν
ότι οι αρχαίοι
Έλληνες «δεν
απήγγειλαν
κατηγορία κατά
της
αρνησιθεΐας,
αλλά για
διατάραξη
θείας λατρείας
ή θρησκευτική
παρενόχληση» (Fritz
Mauthner, Ο αθεϊσμός
στην
αρχαιότητα,
Εκδόσεις του
Εικοστού
Πρώτου, σ.
84). Μεγάλο
λάθος. Ο
Αναξαγόρας δεν
κατηγορήθηκε
ούτε
εξορίστηκε,
επειδή
παρενόχλησε
κανέναν
θρησκευτή ή
επειδή
διετάραξε την
θεία λατρεία,
αλλά επειδή
αρνήθηκε την
θεϊκότητα του «θεού
Ήλιου». Ο
Πρωταγόρας δεν
κατηγορήθηκε
ούτε
εξορίστηκε,
επειδή με τις
πράξεις ή τα
γραπτά του
χλεύαζε τη
λατρεία, αλλά
επειδή
αμφέβαλλε για
την ύπαρξη των «θεών».
Οι Επικούρειοι
δεν
βασανίστηκαν,
επειδή
παρενοχλούσαν
τις τελετές,
αλλά επειδή δεν
πίστευαν και
επειδή είχαν το
«θράσσος» να
αμφισβητήσουν
τη θεία φύση
και τις
ιδιότητες των «θεών».
Ο Αριστοτέλης,
επειδή
αμφέβαλλε για
την
αποτελεσματικότητα
της προσευχής
στους «θεούς».
Μεγάλο ψέμμα,
λοιπόν,
αποτελεί ο
ισχυρισμός ότι
οι αρχαίοι δεν
δίωκαν την
απιστία, αλλά
απλώς την
διατάραξη της
λατρείας. Εκτός
κι αν
ισχυριστεί
κανείς ότι η
αμφιβολία των
φιλοσόφων
συνιστούσε
διατάραξη
θείας λατρείας
ή θρησκευτική
παρενόχληση!
Πρέπει
να τονίσουμε
ότι διόλου δεν
ισχυριζόμαστε
πως ολόκληρη η
Αρχαιότητα
ήταν έτσι,
δηλαδή
θεοκρατική και
με Ιερά Εξέταση˙
αυτό που
ισχυριζόμαστε
είναι ότι,
αντίθετα απ’ ό,τι
ισχυρίζονται
οι
αρχαιόπληκτοι
εθνικιστές
μισόχριστοι,
τέτοια
φαινόμενα
ουδόλως ήταν
άγνωστα ή
μεμονωμένα
στην Αρχαία
Ελλάδα.
28.
"Ο
Χριστιανισμός
με το
αντιφυσικό του
πνεύμα
στράφηκε κατά
του Διόνυσου
και ό,τι αυτός
εκπροσωπεί,
δηλαδή το
θέατρο, την
τέχνη, τη
μουσική, την
απόλαυση και
χαρά της ζωής
και του κόσμου.
Ακόμη και το
γέλιο θεώρησαν
«αμαρτία»!"
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Η
μομφή των
νεοπαγανιστών
κατά του
Χριστιανισμού
ότι αυτός
κατέστρεψε το
Διονυσιακό
πνεύμα και ό,τι
αυτό
εκπροσωπεί (τήν
τέχνη, το
θέατρο, το
γέλιο, τον
έρωτα, την
απελευθέρωση
του ενστίκτου,
και γενικά την
απόλαυση άνευ
ορίων της χαράς
της παρούσας
ζωής) είναι
ακόμα μια
απόδειξη της
άγνοιάς τους.
Πρώτος ο Πλάτων
και ο
Πλατωνισμός
επιτέθηκε στο «Διονυσιακό
πνεύμα» και τις
εκδηλώσεις του,
προηγούμενος
κατά τέσσερις
ολόκληρους
αιώνες του
Χριστιανισμού.
Ο Πλάτωνας ούτε λίγο
ούτε πολύ
προτείνει την
απαγόρευση
όλων των
μουσικών
κλιμάκων («αρμονιών»)
εκτός της
Δωρικής-Φρυγικής,
και την
κατάργηση όλων
των μουσικών
οργάνων, εκτός
της λύρας και
του αυλού,
καθώς και την
κατάργηση των «ανήθικων»
ρυθμών. Ιδού τί
λέει ο Πλάτων
για την
αρχαιοελληνική
μουσική:
«Είπαμε
πως στις
διηγήσεις δεν
μάς
χρειάζονται
καθόλου ούτε
θρήνοι ούτε
μοιρολόγια.
Όχι
βέβαια.
Ποιες
λοιπόν είναι οι
θρηνητικές
μελωδίες; Πές
μου, αφού εσύ
είσαι μουσικός.
Η
μειξολυδιστί
και η
συντολυδιστί
και κάτι άλλες
τέτοιες.
Αυτές
λοιπόν πρέπει
να βγαίνουν από
τη μέση˙ γιατί
είναι άχρηστες,
όχι μόνο για
τους άνδρες,
αλλά και για
τις γυναίκες,
για εκείνες
τουλάχιστο που
εννοούν να
φυλάγουν την
αξιοπρέπειά
τους.
Έτσι
είναι βέβαια.
Όμως
και τη μέθη και
τη μαλθακότητα
και την οκνηρία
τα θεωρώ
πράγματα που
δέν ταιριάζουν
καθόλου στους
φρουρούς μας.
Και
πώς όχι;
Ποιες
λοιπόν
αρμονίες είναι
μαλθακές, οι
οποίες και
συνηθίζονται
στα συμπόσια;
Η
ιωνική και η
λυδική, που τις
λένε και
χαλαρές.
(...)
Δε
θα χρειαστούμε
λοιπόν στα
άσματα και στις
μελωδίες μας
όργανα
πολύχορδα και
με πολλές
αρμονίες.
Όχι,
καθώς φαίνεται.
Η
λύρα λοιπόν και
η κιθάρα μένουν,
τα μόνα χρήσιμα
για την πόλη
μας, και το πολύ
κανένα
σουραύλι για
τους βοσκούς
στην εξοχή» (Πολιτεία
398e και 399).
Είναι
γνωστός ο
παγανιστικός
ισχυρισμός ότι
οι αρχαίοι ήταν
οι εύθυμοι κλπ
και μετά ήρθε ο
Χριστιανισμός
και απαγόρευσε
το γέλιο. Και
φέρνουν ως
παράδειγμα τις
«αυστηρές»
εικόνες και τα
αρχαία
αγάλματα. Ο
Πλάτωνας (Πολιτεία
Γ', 388e) γράφει:
«(οι
νέοι) ούτε και
να αγαπούν τα
γέλια δεν
πρέπει. Γιατί
όταν κανείς
παραδίνεται σε
δυνατό γέλιο,
αυτό απαιτεί
και μια δυνατή
μεταβολή στην
ψυχή.
Χωρίς
αμφιβολία.
Ούτε
λοιπόν αν
παρισταίνη
κανείς
ανθρώπους
σπουδαίους να
τους πιάνουν
ακράτητα γέλια,
πρέπει να το
παραδεχόμαστε,
μα πολύ
περισσότερο
τους θεούς».
Αφού
οι αρχαίοι
Έλληνες
γελούσαν και
απολάμβαναν τη
ζωή, μπορούμε
να
αμφισβητήσουμε
την
ελληνικότητα
όσων από αυτούς
δεν γελούσαν;
Τι έφταιγε κι
αυτοί δεν
γελούσαν; «Λένε
ότι δεν είδαν
ποτέ τον
Αναξαγόρα τον
Κλαζομένιο να
γελά ή να
χαμογελά. Λένε
και ότι ο
Αριστόξενος
ήταν εχθρικός
προς το γέλιο.
Και για τον
Ηράκλειτο, ότι
σε όλη του τη
ζωή έκλαιγε» (Αιλιανού,
Ποικίλη
Ιστορία, 8, 13: «Ἀναξαγόραν
τὸν
Κλαζομνένιόν
φασι μήτε
γελῶντά ποτε
ὀφθῆναι μήτε
μειδιῶντα τὴν
ἀρχήν. λέγουσι
δὲ καὶ
Ἀριστόξενον
τῷ γέλωτι ἀνὰ
κράτος
πολέμιον
γενέσθαι˙
Ἡράκλειτόν τε,
ὅτι πάντα τὰ ἐν
τῷ βίῳ ἔκλαεν»).
Ο
Θέογνις
ισχυρίζεται (Α’
Ελεγεία, στ. 425-428): «Πάντων
μὲν μὴ φῦναι
ἐπιχθονίοισιν
ἄριστον,/ μηδ’
ἐσιδεῖν αὐγὰς
ὀξέος ἡέλιου,/
φύντα δ’ ὅπως
ὤκιστα πύλας
Ἀΐδαο περῆσαι/
καὶ κεῖσθαι
πολλὴν γῆν
ἐπαμηςάμενον»,
δηλαδή «Το
καλύτερο απ’
όλα είναι για
τους θνητούς να
μη γεννηθούν /
μήτε ν’
αντικρίσουν
τις
διαπεραστικές
αχτίνες του
ήλιου˙ / μα σαν
κανείς
γεννηθεί, το
καλύτερο είναι
να περάσει όσο
γίνεται πιο
γρήγορα τις
πύλες του Άδη /
και να κείτεται
έχοντας
στοιβάξει από
πάνω του χώμα
πολύ». Ο Θέογνις
έζησε τον 6ο π.Χ.
αι. πολύ πριν
την
υποτιθέμενη (αλλά
ανύπαρκτη)
μετακλασσική «ελληνική
παρακμή».
Ο
Όμηρος βάζει
τον Δία να λέει (Ιλιάδας
Ρ, 445-446) «Θλιβερότερο
του ανθρώπου
δεν υπάρχει, /
κανένα από όσα
στη γη
κινούνται και
αναπνέουν».
Ο
Πίνδαρος
χαρακτηρίζει
την ανθρώπινη
ύπαρξη ως σκιᾶς
ὄναρ,
όνειρο σκιάς
δηλαδή (Πυθιόνικοι,
8, 36).
Ο
Σοφοκλής
εξισώνει την
ανθρώπινη
ύπαρξη με το
μηδέν (Οιδίπους
Τύραννος, στ. 1186-1195):
«Αλίμονο,
γενιές των
ανθρώπων, / τη
ζωή σας λογιάζω
παρόμια / με το
τίποτα. / Ποιος
θνητός, τάχα
ποιος /
περισσότερη
νιώθει ευτυχία
/ παρ’ όση
νομίζουν πως
έχει, / που κι
αυτή σβήνει
αμέσως; / Τη δική
σου παράδειγμα
παίρνω, /
δύστυχε
Οιδίπου, τη
μοίρα, / και δε
μακαρίζω
κανένα».
Αλλά
πολύ πιο πίσω,
στα Έργα και
Ημέραι του
Ησίοδου
παρατηρούμε το
μαύρο σκοτάδι
της
απαισιοδοξίας
για το μέλλον
του ανθρώπου να
κυριαρχεί στη
σκέψη του
Ησίοδου (στ.174-178
και 200-201):
Μηκέτ’
ἔπειτ’ ὤφελλον
ἐγὼ πέμπτοισι
μετεῖναι
ἀνδράσιν,
ἀλλ’ ἢ πρόσθε
θανεῖν ἢ
ἔπειτα
γενέσθαι.
Νῦν
γὰρ δὴ γένος
ἐστὶ σιδήρεον˙
οὐδέ ποτ’ ἦμαρ
παύσονται
καμάτου καὶ
ὀιζύος, οὐδέ
τινι νύκτωρ
φθειρόμενοι,
χαλεπὰς δὲ
θεοὶ δώσουσι
μερίμνας.
.......................................................................................
τὰ
δὲ λείψεται
ἄλγεα λυγρὰ
θνητοῖς
ἀνθρώπισοι˙
κακοῦ δ’ οὐκ
ἔσσεται ἀλκή.
Δηλαδή:
«Ω!
Νάθε μη
γεννιώμουνα
τώρα στο πέμπτο
γένος εγώ, μα ή
πριν να πέθαινα
ή ύστερα να
ερχόμουν. Τώρα
το σιδερένιο
πια το γένος
είναι. Ούτε πια
μέρα ο κάματος
για τους
ανθρώπους θα
σταθή κι ο
αγώνας, μήτε
νύχτα θα
πάψουνε να τους
σαρακοτρώνε οι
έγνοιες – οι
φοβερές που
δίνουνε οι
αθάνατοι
έγνοιες. (...) Τα
θλιβερά τα
βάσανα μόνο θα
μείνουν για
τους ανθρώπους.
Και για τις
συμφορές αυτές
καμμιά
γιατρειά δεν
είναι».
Αναρωτάται
κανείς τι
απομένει από
τον «διονυσιασμό»
έπειτα από την
αναμόρφωσηπου
ο Πλατωνισμός
προτείνει˙
αναρωτάται
επίσης κανείς,
πόσο υποκριτής
πρέπει να είναι
κανείς, για να
κατηγορεί τον
Χριστιανισμό
για κάτι που ο
Πλατωνισμός
διακηρύσσει 4
αιώνες πριν,
την επιδίωξη
καταστροφής
του
Διονυσιασμού.
Αλλά οι
Νεοπαγανιστές
δεν τολμάνε να
τα βάλουν με
τον Πλάτωνα
κατηγορώντας
τον ως «ανθέλληνα»,
ως «φονιά της
γενεσιουργού
αιτίας της
αρχαιοελληνικής
τέχνης»,
ως «καταστροφέα
του
Διονυσιακού
πνεύματος» και
άλλες
παρόμοιες
αστειότητες. Θα
ήταν
γελοιότητα να
αρνηθούν την
ελληνικότητα
στον κατεξοχήν
Έλληνα, μόνο
και μόνο επειδή
αυτός δεν
συμφωνούσε με
τα βίτσια τους. Μόνο με τον
Χριστιανισμό
ξέρουν να τα
λένε αυτά, μόνο
τον
Χριστιανισμό
ξέρουν να
κατηγορούν.
Ο
Πλάτων
απαγορεύει σε
ελεύθερους
πολίτες να
ασχολούνται με
την κωμωδία: «Τέτοιες
μιμήσεις δεν
πρέπει να
λαμβάνονται
σοβαρά αλλά να
γίνονται μόνο
από δούλους ή
μισθωτούς
ξένους. Οι
ελεύθεροι
πολίτες, δεν
πρέπει ν’
ασχολούνται
καθόλου μ’ αυτά
τα πράγματα. Μ’
αυτόν το νόμο
και τη λογική
θα ρυθμιστούν
οι αστείες
καταστάσεις
που τις
ονομάσαμε
κωμωδία» (Νόμοι
816e).
Ο
Ευ. Παπανούτσος
αναφέρει για
την ιδεολογία
του Πλάτωνα τα
εξής: «Μόνο με το
θάνατο του
σώματος –
διδάσκει και ο «Φαίδων»
– η ψυχή
κατορθώνει να
ζήσει τη δική
της ζωή˙ (..) Γιατί,
τι είναι κυρίως
ο θάνατος;
Ολοφάνερα το
λύσιμο της
ψυχής από το
σώμα, η
απελευθέρωσή
της από τα
δεσμά του, η
περισυλλογή
στον εαυτό της (64c,
67d). Μια τέτοια
αποδέσμευση
της ψυχής από
το σώμα
επιδιώκει
ακριβώς ο
φιλόσοφος
απαρνούμενος
τις
αισθησιακές
ηδονές,
νεκρώνοντας
τις επιθυμίες,
αποφεύγοντας
την απάτη των
οργάνων του
σώματος, των
αισθήσεων. Γι’
αυτόν λοιπόν ο
θάνατος όχι
μόνο κακό δεν
είναι, όπως
νομίζει ο μωρός
όχλος (68d), αλλά
ίσα-ίσα, ο
επιθυμητός
στόχος. (..) Γιατί σ’
αυτό τον κόσμο
ο φιλόσοφος
είναι σα ξένος
που δε ξέρει
πώς να βολευτεί˙
το σώμα του
διαμένει
βέβαια στη γή,
το πνεύμα του
όμως πετάει
στον ουρανό,
επειδή δεν
μπορεί να βρει
κανένα νόημα
στα γήινα
πράγματα και
τις
απασχολήσεις
της μάζας τις
θεωρεί ανάξιές
του. (Θεαίτ. 173e.) (..)
Και
υποστηρίζει
ότι τίποτα δεν
υπάρχει
καλύτερο, και
γι’ αυτό ακόμη
το σώμα, από τη
νέκρωσή του: «σώματι
διαλύσεως οὐκ
ἔστιν ἢ
κρεῖττον» (Νόμοι
828d)» (Ε.Π.
Παπανούτσου, Το
θρησκευτικό
βίωμα στον
Πλάτωνα, εκδ.
Δωδώνη, σ.
82, 84). Επιπλέον,
όπως έχουμε δει,
ο Ιουλιανός
απαιχθανόταν
το Θέατρο και
τον Ιππόδρομο.
Κυριολεκτικά
το σιχαινόταν,
όπως γράφει
στον Αντιοχικό
(δες κεφάλαιο
περί Ιουλιανού).
Αυτόν, γιατί
δεν τον
κατηγορούν, ότι
επιτέθηκε στον
Διόνυσο
επιτιθέμενος
στο Θέατρο;
29.
"Το
ελληνικό
πνεύμα είναι
ενιαίο και
αδιαίρετο, παρά
όλες τις
επιφανειακές
του
διαφοροποιήσεις.
Οι φιλόσοφοι
που το
εξέφραζαν ήταν
της ίδιας
κοσμοαντίληψης
όλοι. Η
ελληνική
θρησκεία είναι
μια και
αδιαίρετη σε
όλες τις φάσεις
της
αρχαιοελληνικής
ιστορίας".
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Οι εθνικιστές «αρχαιολάτρες»
και «Έλληνες
Εθνικοί» τα
λένε αυτά
διαστρεβλώνοντας
την ιστορική
αλήθεια κι
έχοντας σκοπό
να
συκοφαντήσουν
τον
Χριστιανισμό.
Σκέφτονται, πως
εάν πείσουν ότι
υπήρξε ένα και
αδιαίρετο
ελληνικό
πνεύμα και
σκέψη, θα είναι
πολύ πιο εύκολο
να το στρέψουν
κατά του
Χριστιανισμού.
Η αλήθεια είναι
διαφορετική.
-Ο
Πλάτων έλεγε «πας
μη Έλλην
βάρβαρος», ο
Αριστοτέλης
ότι οι Έλληνες
είναι ανώτεροι
από τους
Ασιάτες, ο
Αντισθένης κι ο
Διογένης ήταν
κοσμοπολίτες
και έλεγαν πως
δεν έχουν
πατρίδα. Τώρα
πού την βλέπουν
την ταυτότητα
απόψεων, είναι
άλλο ζήτημα.
-Οι
Στωικοί
παραδέχονται
την ύπαρξη
Θείας Πρόνοιας.
Οι Επικούρειοι
την
απορρίπτουν
απόλυτα.
-Οι
Σκεπτικοί «επέχουν»
από την εκφορά
γνώμης και
αμφιβάλλουν
για την
δυνατότητα
γνώσης.
Αντίθετα οι
δογματικοί
φιλόσοφοι (Πλάτων,
Αριστοτέλης,
Επίκουρος κ.ά.
πολλοί)
πιστεύουν στη
δυνατότητα
γνώσης.
-Ο
Επίκουρος
ισχυρίζεται
πως οι θεοί
κατοικούν στα "Μετακόσμια",
δηλαδή εκτός
των πολλών
κόσμων, ενώ
σύμφωνα με
άλλους οι θεοί
κατοικούν στη
φύση, εντός του
κόσμου. Γιατί
αυτή η διαφορά;
-Οι
Κυνικοί
απορρίπτουν
θεούς και
πατρίδες.
Αντίθετα οι
συντηρητικοί
φιλόσοφοι
τονίζουν τις
ιδέες αυτές.
-Οι
Σοφιστές και οι
Ορθολογιστές
δεν
παραδέχονται «μυστήρια»
και
παγανιστικά
μάγια. Αντίθετα,
οι Εμπεδοκλής,
Πρόκλος,
Πυθαγόρας
δίδασκαν και
εφάρμοζαν τον
μυστικισμό και
τη «θεουργία»-μαγεία,
νεκρομαντεία
και τη
θαυματοποιία.
-Ο
Πρωταγόρας
έλεγε πως δεν
ξέρει αν
υπάρχουν θεοί.
Οι Εθνικοί του 5ου
αι. πίστευαν,
και τον
εξόρισαν,
ακριβώς επειδή
προσέβαλε έτσι
την θρησκεία
τους.
-Ο
Πρωταγόρας
έλεγε ότι ο
άνθρωπος είναι
μέτρο των
πραγμάτων, ενώ
ο Πλάτωνας ότι
ο θεός είναι το
μέτρο των
πραγμάτων. «Κατά
την άποψή μας ο
θεός ειναι το
βασικό μέτρο
των πραγμάτων,
πολύ
περισσότερο
από τον άνθρωπο,
όπως
υποστηρίζουν
μερικοί» (Νόμοι,
716c).
-Ο
Πλάτωνας
πίστευε το
άκρως αντίθετο
από αυτό που
πίστευαν οι
σοφιστές και
προσωκρατικοί,
και μάλιστα
τους χρεώνει
όλα τα κακά της
νεολαίας. Αυτοί,
ότι το δίκαιο
είναι μια
σύμβαση,
εκείνος ότι το
δίκαιο είναι
ένα: «Ισχυρίζονται
μάλιστα ότι τα
καλά της φύσης
και τα καλά του
νόμου είναι δύο
διαφορετικά
πράγματα, ενώ
το δίκαιο δεν
προέρχεται από
τη φύση, αλλά,
αντίθετα,
αποτελεί
αντικείμενο
ατελείωτων
συζητήσεων και
μεταβολών, αφού
και απόλυτα
τεχνητή και δε
βασίζεται στη
φύση. Όλα αυτά,
φίλοι μου,
είναι λόγια
σοφών ανθρώπων
που με τα
γραπτά και τα
ποιήματά τους
απευθύνονται
στους νέους και
υποστηρίζουν
ότι το δίκαιο
βρίσκεται εκεί
που επικρατεί η
βία. Αυτός
είναι ο λόγος
που οι νέοι
γίνονται
ασεβείς» (Νόμοι,
889e-890a)
-Ο
Πλάτωνας
θεωρεί ότι οι
τραγικοί
ποιητές (Αισχύλος,
Ευριπίδης,
Σοφοκλής) «εξυμνούν
τους τυράννους»
και «προσελκύουν
τα πλήθη υπέρ
των τυραννίδων»
(Πολιτεία 568b-c)
και γι’ αυτό
απαγορεύει
στους
τραγωδούς να
έρχονται στην
ιδανική
πολιτεία του,
αν δεν δέχονται
να
λογοκρίνονται
τα ποιήματά
τους από τις
κρατικές αρχές
(Νόμοι, 817ab-d).
-Ο
Αριστοτέλης
εκθέτει τις
πολυπληθείς
διαφορές των
φιλοσόφων περί
ψυχής. «Διαφωνούν
όμως [οι
φιλόσοφοι] περί
των αρχών [της
ψυχής]˙ ποιες
και πόσες είναι
αυτές. Μάλιστα
αυτοί που
θεωρούν τις
αρχές αυτές
σωματικές,
διαφωνούν με
όσους τις
θεωρούν
ασώματες. Προς
αυτούς
διαφωνούν
εκείνοι, οι
οποίοι
συνδύασαν αυτά
και είπαν ότι
οι αρχές είναι
εξ αμφοτέρων,
σωματικές και
ασώματες.
Διαφορά όμως
τους χωρίζει
και ως προς το
πλήθος [των
αρχών]. Γιατί
άλλοι θέτουν
μία αρχή και
άλλοι
περισσότερες
και αναλόγως
προς αυτά
εξηγούν την
ψυχή» (Αριστοτέλη,
Περί Ψυχής, 404b
31 - 405a
3).
-Ο
Αριστοτέλης
διαφωνεί με
τους Στωικούς,
οι οποίοι
δέχονται την
αυτοκτονία: «το
να προτιμά
κανείς το
θάνατο για να
αποφύγει τη
φτώχεια ή κάτι
άλλο λυπηρό δεν
είναι ίδιον του
ανδρείου αλλά
μάλλον του
δειλού» (Ηθικά
Νικομάχεια, Γ’ 8,
1116a
12-14).
-Ο
Αριστοτέλης
διαφωνεί με τον
Πλάτωνα, ότι η
κακία είναι
κάτι ακούσιο ή
αποτέλεσμα
ελλειπούς
γνώσης: «το
λεγόμενο ότι
κανείς δεν
είναι με τη
θέλησή του
κακός είναι
ψευδές» (Ηθικά
Νικομάχεια, Γ’ 5,
1113b,
16-17).
-Ο
Αριστοτέλης
διαφωνεί με τον
Πλάτωνα
σχετικά με τη
δυνατότητα των
πολλών να
κρίνουν σωστά.
Ο Αριστοτέλης
αποδέχεται την
αντίληψη της
δημοκρατικής
Αθήνας: «οι
πολλοί κρίνουν
καλύτερα τα
μουσικά έργα
και τα έργα των
ποιητών, γιατί
ο ένας κρίνει
ένα μέρος, ο
άλλος άλλο και
όλοι μαζί
κρίνουν
ολόκληρο το
έργο» (Πολιτικά,
Β’, 1281b,
7-9). Αντίθετα ο
Πλάτων είναι
ελιτιστής στο
ζήτημα αυτό,
απορρίπτοντας
τα κριτήρια της
πατρίδας του: «οι
θεατές, που
ήταν μέχρι τότε
σιωπηλοί,
έγιναν
φωνακλάδες,
νομίζοντας ότι
έμαθαν τι είναι
καλό στις
συνθέσεις και
τι όχι. Τη
μουσική
αριστοκρατία
διαδέχτηκε ένα
είδος ελεεινής
θεατροκρατίας»
(Νόμοι, 701a).
-Ο
Όμηρος
διδάσκει ότι το
«σώμα» είναι ο
καθεαυτό
άνθρωπος και η
ψυχή είναι μια
ωχρή σκιά χωρίς
αξία. Αντίθετα,
οι Ορφικοί
θεωρούσαν την
ψυχή αθάνατη,
και το σώμα
φυλακή της (Πλάτων,
Κρατύλος, 400).
-Διαφορετική
αντίληψη περί
ψυχής είχαν οι
Έλληνες στην
αρχαϊκή εποχή,
όπου σώμα και
πνεύμα
θεωρούνταν
ταυτόσημα, με
την μετέπειτα
αντίληψη ότι η
ψυχή είναι άυλη
και μετά το
θάνατο πάει
στον Άδη ή
στους ουρανούς:
«Όταν ο
αρχαϊκός
Έλληνας έχυνε
υγρά μ’ ένα
σωλήνα στις
πελιδνές
σιαγόνες ενός
αποσυνθέμενου
πτώματος, το
μόνο που
μπορούμε να
πούμε είναι (..)
πως αγνοούσε τη
διάκριση
ανάμεσα στο
πτώμα και στο
φάντασμα, τα
μεταχειριζόταν
ως "ομοούσια"»
(E.R. Dodds, Οι Έλληνες
και το παράλογο,
εκδ. Καρδαμίτσα,
σ. 96).
-Ενώ
στην αρχαϊκή
και κλασσική
εποχή οι
Ειδωλολάτρες
πίστευαν ότι η
ψυχή του
πεθαμένου πάει
στον Άδη, στα
βάθη της γης,
στην ύστερη
Αρχαιότητα
πίστευαν ότι
ενώνεται με τα
άστρα,
ανεβαίνει
δηλαδή στον
ουρανό.
-Μεταξύ
Ορφικών και
οπαδών του
Διόνυσου
υπήρχε μεγάλη
έχθρα κατά την
αρχαιότητα,
καθότι οι
διδασκαλίες
τους είταν
εντελώς
αντίθετες, η
μια κήρυττε την
ηθική κάθαρση
για την
μεταθανάτια
ψυχή, ενώ οι του
Διόνυσου ήταν
γλεντζέδες.
-Ο
Σαλούστιος
δέχεται τις
θυσίες ζώων. Ο
Πορφύριος τις
απορρίπτει. Πώς
γίνεται να
διαφωνούν
άνθρωποι που
πιστεύουν στην
ίδια ακριβώς
θρησκεία; Μήπως
ο καθένας είχε
κατά νου και
διαφορετική
θρησκεία και
συνεπώς η άποψη
ότι οι Αρχαίοι
είχαν «κοινή
κοσμοαντίληψη»
είναι παραμύθι;
Και πώς νοείται
«κοινή
θρησκεία», όταν
κατά τον
Ηρόδοτο οι
θυσίες πρέπει
να είναι κοινές,
αυτό είναι άλλο
ζήτημα.
-Ο
Ηράκλειτος
αποδοκιμάζει
την λατρεία και
χρήση των
αγαλμάτων, ενώ
ο Πορφύριος την
επιδοκιμάζει
και την
δικαιολογεί.
-
Ο Πλούταρχος
πιστεύει στην
μαντεία, ο
Ξενοφάνης όχι.
-την
παρατήρηση του
Πορφυρίου ότι η
μαντεία είναιν
καθαρά
ψυχολογικό
φαινόμενο, ο
Ιάμβλιχος τη
θεωρεί
παραπλανητική
και
ισχυρίζεται
ότι για την
πρόγνωση είναι
απαραίτητη
πρώτα η θεία
χάρη, ενώ η
ψυχολογική
διάθεση είναι
περισσότερο
βοηθητική
αιτία (Ιστορία
του Ελληνικού
Έθνους,
Εκδοτικής
Αθηνών Α.Ε., τ.
ΣΤ', σ. 458).
-Ο
νεοπλατωνικός
φιλόσοφος
Ιάμβλιχος
πιστεύει ότι η
μετενσωμάτωση
είναι δυνατή
μόνο από
ανθρώπινο σε
ανθρώπινο σώμα,
όχι από σώμα
ανθρώπου σε
σώμα ζώου ή
φυτού (Ιστορία
του Ελληνικού
Έθνους,
Εκδοτικής
Αθηνών Α.Ε., τ.
ΣΤ', σ. 458). Αντίθετα,
ο Ξενοφάνης
ειρωνευόταν
τους οπαδούς
της
μετενσάρκωσης.
Πώς
δικαιολογείται
αυτή η αντίθεση;
Επειδή ήταν «σκεπτόμενοι,
ανεξάρτητοι
και ελεύθεροι
άνθρωποι οι
Παγανιστές;»
Ναι, αλλά τότε
καταρρίπτεται
η άποψη περί «ενιαίας
ελληνικής
σκέψης» στην
οποία
αντιτίθεται ο
Χριστιανισμός.
-Ο
Πλάτων μιλούσε
για Ιδέες. Ο
Αριστοτέλης
διαφωνούσε.
-Στους
Προσωκρατικούς,
άλλος έλεγε ότι
πρώτη αιτία
είναι ο αέρας,
άλλος το νερό,
άλλος η φωτιά,
άλλος η γη,
άλλος το άπειρο.
-Αλλοι
φιλόσοφοι
θεωρούσαν
σκοπό της ζωής
τη Γνώση, άλλοι
την Αρετή, άλλη
την Ηδονή,
άλλοι την
απουσία πόνου,
άλλοι την
απαλλαγή από το
σώμα.
-Ο
Αρίστων δε
δεχόταν πως
υπάρχουν
πολλές αρετές,
όπως ο Ζήνων,
ούτε πως είναι
μία, που της
αποδίδονται
πολλά ονόματα,
όπως οι
Μεγαρικοί, αλλά
πως η αρετή
έχει να κάνει
με το σχετικό (Διογένης
Λαέρτιος, VII,
161).
-Οι
Στωικοί
θεωρούσαν ότι
δεν υπάρχει
ενδιάμεσο
στάδιο μεταξύ
αρετής και
κακίας, ενώ οι
Αριστοτελικοί
ότι υπάρχει κι
αυτό είναι η
πρόοδος. («Ἀρέσκει
δ' αὐτοῖς μηδὲν
μεταξὺ εἶναι
ἀρετῆς καὶ
κακίας, τῶν
Περιπατητικῶν
μεταξὺ ἀρετῆς
καὶ κακίας
εἶναι
λεγόντων τὴν
προκοπήν·»
Διογένης
Λαέρτιος, VII,
127).
-Ο
Διογένης δεν
ασχολήθηκε με
την γεωμετρία,
τη μουσική, την
αστρονομία και
τα παρόμοια,
διότι θεωρούσε
πως όλα αυτά
είναι άχρηστα
και μη αναγκαία
(Διογένης
Λαέρτιος, VI,
73). Αντίθετα, ο
Επίκουρος
θεωρούσε
χρήσιμη την
αστρονομία,
ώστε να
απαλλαγούν οι
άνθρωποι από το
φόβο της
αστρολογίας
και των
προλήψεων: «Αν
δεν μας
παίδευαν οι
ανησυχίες για
τα ουράνια
φαινόμενα και
για το θάνατο,
μήπως τυχόν
έχουν κάποια
σχέση με μας,
τότε δε θα
χρειαζόμασταν
τη μελέτη της
φύσης» (Κύριαι
Δόξαι, 142 XI).
-Μερικοί,
όπως ο Πλάτων,
έλεγαν ότι η
Δικαιοσύνη και
οι νόμοι
πηγάζουν από τα
αιώνια πρότυπα,
τις Ιδέες, ενώ
άλλοι, όπως οι
σοφιστές ή ο
Επίκουρος, ότι
η δικαιοσύνη
δεν είναι παρά
μια σύμβαση
ανάμεσα στος
ανθρώπους κι
επομένως δεν
είναι απόλυτη,
αλλά σχετική.
-
«Ο Πλάτων
κοροϊδεύει
τους μαθητές
του Ορφέα, που
λεν ότι όσους
έζησαν καλά
τους περιμένει
στον Άδη, ως
βραβείο, η
αιώνια μέθη» (Πλούταρχου,
Σύγκρ. Κίμ. -Λευκ.,
1). «Γιατί ο Πλάτων
παντού παρωδεί
τις θεωρίες του
Ορφέα. Γι’ αυτό
και στη
συνέχεια
αναφέρει έναν
στίχο του: "πολλοί
οι
ναρθηκοφόροι
και σπάνιοι οι
βάκχοι"» (Ολυμπιόδωρου,
Εις Πλάτωνος
Φαίδωνα, 7, 10).
-
Ο Ησίοδος (Θεογονία,
στ. 120) λέει ότι ο
Έρωτας
κατάγεται από
το Χάος, ενώ ο
Ορφέας ότι «τον
Έρωτα και όλα
τα πνεύματα ο
Χρόνος
εγέννησε» (Σχόλια
εις
Απολλόδωρου
Ρόδιου
Αργοναυτικά, 3, 26).
-Ο
ποιητής
Αλκαίος λέει
ότι ο Έρωτας
γεννήθηκε από
την Ίριδα όταν
αυτή έσμιξε με
τον Ζέφυρο,
αντίθετα από
όσα λεν ο
Ησίοδος κι ο
Ορφέας. Όμως «οι
περισσότεροι
άνθρωποι
θεωρούν τον
Έρωτα γιο της
Αφροδίτης. Ο
λύκιος Ώλην, ο
οποίος έκανε
τους πιο
αρχαίους
ύμνους για τους
Έλληνες, λέει
πως μητέρα του
Έρωτα ήταν η
Ειλείθυια»
λέει ο
Παυσανίας (Ελλάδος
Περιήγησις, 9, 26, 5).
-«Ο
μακεδόνας
Πιέριος
εισήγαγε εννιά
μούσες
μεταβάλλοντας
και τα ονόματά
τους στα τωρινά»
(Παυσανίας, 9, 29, 3).
Άρα αρχικά δεν
ήταν εννιά ούτε
είχαν τα γνωστά
ονόματα. Δηλαδή
όποιος ήθελε
έγραφε ένα
ποίημα και
άλλαζε τα πάντα.
Αυτό είναι η «αμετάβλητη
θρησκεία» και
οι αρχαίοι «θεοί»
που υπάρχουν
ανεξάρτητα των
ποιητών.
-Ο
Διογένης, όταν
τον
κατηγόρησαν
ότι
ψευδοφιλοσοφεί,
απάντησε ότι
ακόμη και
παριστάνοντας
τον φιλόσοφο,
φιλοσοφεί. Ο
Επίκουρος, όμως,
έλεγε ότι «δεν
πρέπει να
προσποιούμαστε
ότι
φιλοσοφούμε,
αλλά να
φιλοσοφούμε
πραγματικά» (Επίκουρου
προσφώνησις, 54).
-Ορισμένοι,
όπως ο Επίκoυρος
θεωρούσαν ως
ηδονή την
απουσία πόνου,
ενώ άλλοι, όπως
ο Αρίστιππος,
θεωρούσαν ως «ηδονή»
όχι την απουσία
πόνου, αλλά τις
ηδονές
καθεαυτές, όπως
τις εννοούμε: «[Ο
Επίκουρος]
διαφωνεί με
τους
Κυρηναϊκούς
για την ηδονή.
Αυτοί δεν
αποδέχονται
την
καταστηματική
ηδονή παρά μόνο
την κινητική.
Ενώ ο Επίκουρος
δέχεται και τις
δύο» (Διογένης
Λαέρτιος, X,
136-137).
-Ο
Ηρόδοτος
υποστηρίζει
στις αρχές του 5ο
π.Χ. αι. ότι οι «θεοί»
είναι φθονεροί
εναντίον των
ανθρώπων και
τους αρέσει να
αναποδογυρίζουν
τις ζωές των
τελευταίων (Ηρόδοτος,
1, 32
τὸ
θεῖον πᾶν ἐὸν
φθονερόν τε
καὶ ταραχῶδες),
ενώ στα μέσα
του 4ου π.Χ. αι.ο
Αριστοτέλης (Μεταφυσικά,
I, 2) διαφωνεί και
γράφει: «ούτε το
θείον είναι
φθονερό, αλλά
κατά την
παροιμία οι
αοιδοί
ψεύδονται
πολλά». Φυσικά ο
Ηρόδοτος
εκφράζει την
γνήσια, αρχική
πολυθεϊστική
άποψη, ενώ ο
Αριστοτέλης
ήταν ένας
αποστασιοποιημένος
από τον
πολυθεϊστικό
όχλο
διανοούμενος
μεταγενέστερης
εποχής.
Οχτακόσιες
απόψεις είχανε
για το ποια
ήταν η
πρωταρχική
ουσία του
κόσμου. Και
καμμιά δεκαριά
ακόμη για το αν
αυτή ήταν το
κενό ή το
άπειρο ή το
άτομο ή άλλο.
Ίδια η ελληνική
σκέψη που έλεγε
πως ο κόσμος
είναι αιώνιος
με την ελληνική
σκέψη που έλεγε
ότι φτιάχτηκε
κατά τύχη ή
αυτήν που έλεγε
ότι ο θεός ή οι
ιδέες έφτιαξαν
τον κόσμο όπως
τον βλέπουμε;
Ίδια ήταν η
ελληνική σκέψη
που έλεγε ότι
οι μύθοι είναι
απάτη με την
ελληνική σκέψη
που έλεγε ότι
οι μύθοι είναι
συμβολικοί ή
προϊστορία;
Ακόμα και για
την ύπαρξη του
κόσμου και τη
γένεση του
ανθρώπου
υπήρχε
διχογνωμία. «Οι
μεν, που
θεωρούν
αγέννητο και
άφθαρτο τον
κόσμο,
υποστηρίζουν
ότι και το
ανθρώπινο
γένος υπάρχει
από πάντοτε και
πως ποτέ δεν
υπήρξε εποχή
κατά την οποία
να γεννήθηκε ο
πρώτος
άνθρωπος. Ενώ
οι άλλοι, που
θεωρούν ότι ο
κόσμος
δημιουργήθηκε
και είναι
φθαρτός,
υποστηρίζουν
πως και οι
άνθρωποι
δημιουργήθηκαν,
όπως αυτός,
κάποτε σε
συγκεκριμένο
χρόνο» (Διόδωρου
Σικελιώτη, Βιβλιοθήκης
Ιστορικής
Βίβλος πρώτη, 6,3).
Πλούτο
τεράστιο και
ποικιλία
απόψεων είχε η
αρχαιοελληνική
φιλοσοφία. Πολύ
όμορφο αυτό.
Αλλά όχι και
ενιαίο το
αρχαιοελληνικό
πνεύμα˙ όχι «ασήμαντες
λεπτομέρειες»
οι διαφορές
αυτές.
Δημοκρατικότατα
οι
Νεοπαγανιστές,
επιλέγουν ό,τι
τους αρέσει και
ό,τι τους
συμφέρει από
τις χιλιάδες
αρχαιοελληνικές
απόψεις. Έπειτα,
αυτό που
επέλεξαν το
ονομάζουν –
δημοκρατικότητα
επίσης – «ελληνική
σκέψη». Κόψε –
ράψε δηλαδή. Ό,τι
γουστάρουμε
από τις
ελληνικές
σκέψεις, αυτό
είναι η «μία
ενιαία
ελληνική σκέψη».
Τα υπόλοιπα;
Κόψε-ράψε-ξήλωνε.
Συνεπώς,
όταν οι
Νεοπαγανιστές,
χρησιμοποιώντας
το αγαπημένο
τους σοφιστικό
επιχείρημα,
ρωτάνε «μα
είναι δυνατόν,
οι Έλληνες που
ήταν το
υπόδειγμα στη
φιλοσοφία, στην
τέχνη, να έχουν
τόσο άδικο στην
θρησκεία τους;»,
πρέπει πρώτα να
μας απαντήσουν
στο ερώτημα: «ποια
από όλες τις
θρησκείες
εννοείτε με το
όνομα Αρχαία
Θρησκεία; Διότι
καθένας είχε
και
διαφορετική
αντίληψη περί
θρησκείας και
συνεπώς
κοινότητα
αντιλήψεων,
δηλαδή μία Αρχαία
Ελληνική
Θρησκεία, δέν
υπάρχει». Αν
λοιπόν εννοούν
κάποια απ’ τις
θρησκείες: των
σοφιστών, του
καθενός εκ των
φιλοσόφων, των
μάντεων, του
λαού, των
νεοπλατωνικών,
των θεουργών,
να μάς το πούνε.
Αν τις εννοούν
όλες μαζί,
είναι απόδειξη
πως είναι δε
ξέρουν τι λένε.
Ρωτάν, προς
απάντηση των
παραπάνω,
μερικοί Ν/Π, αν
μπορεί κανείς
να αποδείξει
καμμιά αλλαγή
στο
τελετουργικό
των θυσιών και
της λατρείας
της «Ελληνικής
Θρησκείας» από
την κλασσική
εποχή ώς τον 4ο
μ.Χ. αιώνα. Η
απάντηση είναι
απλή: μπορεί το
τελετουργικό
να μεταβλήθηκε,
μπορεί και όχι˙
δεν έχει
σημασία.
Σημασία έχει
ότι από τον 3ο
π.Χ. αιώνα και
μετά, οι
αρχαίοι
Έλληνες, πλην
των παλιών
λάτρευαν και
πλήθος ξένων
θεών, όχι μόνο
στα
ελληνιστικά
κράτη, αλλά
στην νότια
Ελλάδα. Αυτό
δεν είναι «αλλαγή
της θρησκείας»;
Δεν είναι
μεταβολή του
θρησκεύεσθαι
και της «Θρησκείας
των Ελλήνων»;
Είναι, αλλά
αποσιωπάται. Θα
πουν οι
Νεοπαγανιστές
πως όλες αυτές
οι θρησκείες
από την μινωική
Κρήτη ώς τον
Ιουλιανό είναι
στην
πραγματικότητα
όψεις της ίδιας
«πατρώας
θρησκείας»˙
πράγμα
παράλογο,
δεδομένων των
τόσων διαφορών,
που μόλις
αναφέραμε. Αλλά
ακόμη κι αν
ήταν έτσι,
δηλαδή η κάθε
φάση να είναι
ταυτόχρονα η
ίδια θρησκεία,
τότε θα έπρεπε
να επιστρέψουν
οι
Νεοπαγανιστές
όχι στην
ομηρική-κλασσική
θρησκεία του 6ου
π.Χ. αι., η οποία
ξεπεράστηκε
και
απορρίφθηκε
από τους ίδιους
τους Ελληνες,
αλλά στην
νεοπλατωνική
του 3ου-4ου μ.Χ.
με μάγια,
τσαρλατανισμό
κ.λ.π., η οποία
άλλωστε ήταν η
τελευταία
χρονικά. Γιατί,
το λογικό θα
ήταν να
επιστρέψουν
στο τελευταίο
στάδιο, εκεί
όπου
σταμάτησαν οι
ίδιοι οι
αρχαίοι, κι όχι
σε κάποιο
ενδιάμεσο
στάδιο, το
οποίο
απορρίφθηκε
από τους ίδιους
τους Αρχαίους,
αιώνες προ του
χριστιανισμού.
Είναι παράλογο
να θέλουν οι Ν/Π
να επιστρέψουν
σε κάτι, που
απέρριψαν οι
κλασσικοί
Έλληνες,
των οποίων οι
Ν/Π
ισχυρίζονται
ότι αποτελούν
συνεχιστή. Αλλά,
επιπλέον πριν
το
Χριστιανισμό,
οι φιλόσοφοι
Έλληνες
μίλησαν κατά
της λαϊκής (της
μόνης, δηλαδή,
υπαρκτής)
αρχαιοελληνικής
θρησκείας,
εκφράζοντας
την
περιφρόνησή
τους. Δεν είναι,
λοιπόν, ο
Χριστιανισμός
μόνο, που
εκφράζει το
τάχα παράδοξο
επιχείρημα, ότι
οι αρχαίοι
Έλληνες είχαν
πολύ καλές
επιδόσεις στις
τέχνες και τον
πολιτισμό, αλλά
είχαν κακή
θρησκεία. Είναι
κι οι ίδιοι οι
προ Χριστού
Έλληνες, οι
οποίοι
συμφωνούν μαζί
του. Ας αφήσουν
κατά μέρους
τέτοιες
σοφιστείες, οι
Νεοπαγανιστές.
Καλή επίδοση σε
ένα ή σε
πολλούς τομείς
δε συνεπάγεται
απαραίτητα την
καλή επίδοση σε
όλους τους
υπόλοιπους
τομείς.
Αφού
λοιπόν
εκλέγουν μέρη
της ελληνικής
αρχαίας
παράδοσης,
θρησκευτικής
και
φιλοσοφικής,
απορρίπτοντας
τα υπόλοιπα,
τότε να μιλούν
μόνο εξ
ονόματος του
μέρους εκείνου
που επέλεξαν,
κι όχι εξ
ονόματος
ολόκληρου του «ελληνικού
πνεύματος». Και
το κυριώτερο,
να μην λένε ότι
μόνο το τμήμα
που διάλεξαν
αυτοί είναι το
αυθεντικά
ελληνικό, ενώ
όλα τα υπόλοιπα
(τμήματα της
αρχαιότητας,
ούτε καν της
μετα-παγανιστικής
εποχής ούτε καν
χριστιανικά!)
είναι μη
ελληνικά. Η «ελληνικότητα»
που οι
Νεοπαγανιστές
αντιπαραθέτουν
στον
Χριστιανισμό
είναι ένα
ελάχιστο,
μηδαμινό τμήμα
του ελληνικού
πνεύματος.
Διότι, αν π.χ.
είναι Στωικοί,
δεν θα έπρεπε
να
αντιπαρατεθούν
μόνο στους
Χριστιανούς (Τώρα,
για τα κοινά
μεταξύ
Χριστιανισμού-Στωικισμού
ή
Χριστιανισμού
και άλλων
σχολών, έχουν
μιλήσει άλλοι,
αλλά αυτά είναι
άγνωστα στους
Νεοπαγανιστές,
οπότε δεν
πειράζει), αλλά
και σε κάθε
άλλη
αρχαιοελληνική
φιλοσοφία με
την οποία οι
αρχαίοι
Στωικοί είχαν
διαφορές και
έχθρα. Επομένως,
αν δεν το
κάνουν αυτό,
παραποιούν την
έννοια της
ελληνικότητας.
Γιατί, εκτός κι
αν υποτεθεί ότι
είναι
παράλογοι, οι
Νεοπαγανιστές
δεν μπορούν να
είναι
ταυτόχρονα και
Πλατωνικοί και
Αριστοτελικοί,
και
Επικούρειοι
και Σκεπτικοί,
και Κυνικοί και
Νεοπλατωνικοί!
Αφού διαλέγουν
το ένα, πρέπει
να απορρίψουν
τα άλλα ως
λανθασμένα. Να
δεις και ποιοι
άλλοι το έκαναν
αυτό.... ποιοι
άραγε..εδώ τό ‘χουμε.
Ένα
χαρακτηριστικό
της Νέας Εποχής
ότι προσπαθεί
να δείξει ότι
όλες οι
θρησκείες και
όλες οι
φιλοσοφίες λεν
κατά βάθος το
ίδιο πράγμα και
ότι στο τέλος
φτάνεις στον
ίδιο στόχο,
όποια
φιλοσοφία ή
θρησκεία κι αν
διαλέξεις. Οι
Νεοπαγανιστές
αντιστοίχως
έχουν βάλει
σκοπό να
αποδείξουν πως
όλοι οι αρχαίοι
φιλόσοφοι
έλεγαν το ίδιο
πράγμα, δηλαδή
αυτό που λένε
σήμερα οι Ν/Π,
για να το
αντιπαραθέσουν
στον
Χριστιανισμό .
Αυτό που θα
αποδειχθεί θα
είναι η
επιπολαιότητά
τους.
Οι
Νεοπαγανιστές
λένε ότι το
αρχαιοελληνικό
πνεύμα είναι
Ένα και
διαφορετικό
από το
χριστιανικό.
Και, όταν
βλέπουν τις
τόσες
αντιφάσεις των
φιλοσόφων και
τις διενέξεις
τους με άλλους
φιλόσοφους,
τότε βρίσκουν
άλλο τέχνασμα
κι αρχίζουν να
μιλούν για
ενιαία
κοσμοθέαση, για
τη Δημοκρατία,
για το Διάλογο,
για κριτική
σκέψη και τα
γνωστά. Ούτε κι
αυτά όμως
αποτελούν
κοινό τόπο για
όλη την αρχαία
Ελλάδα. Η
Δημοκρατία, η
Ισηγορία, ο
ελεύθερος
διάλογος είναι
κατακτήσεις
και
επιτεύγματα
της αρχαίας
Αθήνας, την
οποία και γι’αυτό
εκτιμούμε. Δεν
ήταν όμως
πανελλήνια
επιτεύγματα.
Ειδικότερα δε,
για παράδειγμα,
στην αρχαία
Σπάρτη, για την
οποία τόσο
φωνάζουν οι
Νεοπαγανιστές,
ότι αδικείται
από τους
ιστορικούς, ο
διάλογος και
η δημοκρατία
δεν υπήρχαν. Τι
συμβαίνει
δηλαδή; Δεν
είναι η Σπάρτη
κι ο πολιτισμός
της τμήμα του (δήθεν
ενιαίου)
αρχαιοελληνικού
πνεύματος;
Φυσικά και
είναι. Συνεπώς,
φυσικά και
υπάρχουν
αντιφάσεις
στην μη ενιαία
αρχαιοελληνική
κοσμοαντίληψη.
Δεν υπάρχει
ενιαία
κοσμοαντίληψη (π.χ.
περί διαλόγου
και ισηγορίας
στην αρχαία
Πόλη) και
συνεπώς, εμείς
δεχόμαστε μόνο
τα καλά τού
αρχαίου
πνεύματος.
Καταρρίπτεται
έτσι η
νεοπαγανιστική
θεωρία ότι
υπάρχει ενιαία
αρχαιοελληνική
κοσμοθέαση.
«...όταν
το πλήθος
συναθροιζόταν,
σε κανένα εκ
των άλλων δεν
επέτρεπε να
εκφράσει γνώμη,
αλλά ο λαός
είχε την
εξουσία να
αποφασίζει επί
της γνώμης, την
οποία
πρότειναν οι
γέροντες και οι
βασιλείς.
Βραδύτερον
όμως, επειδή ο
λαός με
προσθήκες και
αφαιρέσεις
διέστρεφε και
παραβίαζε τις
προτάσεις, οι
βασιλείς
Πολύδωρος και
Θεόπομπος (βασίλευσαν
το 742 π.Χ.)
πρόσθεσαν τα
εξής στην ρήτρα:
«Αν ο λαός
εκλέξει κακή
γνώμη, οι
γερουσιαστές
και οι βασιλείς
να ανθίστανται»,
τουτέστι, να
μην την
επικυρώνουν,
αλλά να την
αποσύρουν
εντελώς και να
διαλύουν την
εκκλησία, διότι
ο λαός
παραμορφώνει
και
μεταβάλλει την
πρόταση παρά το
συμφέρον.
Επεισαν αυτοί
την πόλη, ότι
δήθεν ο θεός
διέτασσε αυτά,
καθώς αναφέρει
κάπου ο
Τυρταίος (Ευνομία)
λέγων τα εξής:
Ακούγοντας
τον Φοίβο
έφεραν στην
πατρίδα εκ του
Πύθωνα
Μαντεύματα
του θεού και
βέβαιες
προρρήσεις˙
Πρώτοι
να εκφέρουν
γνώμη οι
θεοτίμητοι
βασιλείς
Οι
οποίοι
φροντίζουν για
την αγαπητή
πόλη της
Σπάρτης,
Κατόπιν
οι πρεσβύται
γερουσιαστές,
και έπειτα
Οι
άνδρες της
Σπάρτης» (Πλούταρχου,
Λυκούργος, 6).
Δηλαδή,
τι θέλουν να
κάνουν οι
εθνικιστές
Νεοπαγανιστές;
Το άσπρο μαύρο;
Να πουν ότι
υπήρχε
διάλογος και
ισηγορία στην
Σπάρτη;! Αντίθετα
λοιπόν από ό,τι
έντεχνα
ισχυρίζονται,
στην Σπάρτη δεν
υπήρχε
ισηγορία
μεταξύ των
ελευθέρων
πολιτών, όπως
στην Αθήνα. Ας
μην κάνουν λόγο
οι
αρχαιολάτρες
για την «ισηγορία»
των ελεύθερων «Ομοίων»
– που ήταν «ελεύθεροι»
ως προς τους
είλωτες, αλλά
ποτέ «ελεύθεροι»
όπως εννοούμε
την ελευθερία
για τους
αρχαίους
Αθηναίους –
διότι δικαίωμα
τέτοιο δεν
είχαν. Υπάκουαν
στις αποφάσεις
των εφόρων. Ενιαίο
και αδιαίρετο
αρχαίο πνεύμα
υπάρχει μόνο
στη φαντασία
των
αρχαιόπληκτων,
οι οποίοι, αφού
πρώτα
επιλέξουν ένα
μόνο κομμάτι
της
αρχαιότητας, το
οποίο τους
ελκύει τρομερά,
το
απολυτοποιούν,
ώστε να
ταυτίσουν το
μέρος με το
σύνολο και να
βρουν «το
αρχαίο πνεύμα».
Φυσικά, άμεση
συνέπεια των
παραπάνω είναι,
ότι δεν έχει
νόημα να
κατηγορούνται
οι
χριστιανικές
απόψεις ως μη
ελληνικές (ή να
επαινούνται ως
αποκλειστικά
ελληνικές). Τη
στιγμή που οι
Έλληνες
εξέφεραν τόσο
την μια άποψη
όσο και την
εντελώς
αντίθετή της,
είτε θα
οδηγηθούμε
στον
παραλογισμό
ότι μόνο οι
μισοί από τους
Έλληνες είχαν
ελληνικές
απόψεις είτε θα
πάψουμε να
ορίζουμε
ανύπαρκτες,
δήθεν ενιαίες «ελληνικότητες».
30.
"Η αρχαία εποχή
δεν είχε
θρησκευτικούς
πολέμους, σε
αντίθεση με την
χριστιανική.
Αυτό δείχνει
και την
ανωτερότητα
του
πολυθεϊσμού."
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Μα πώς να
γίνονταν
θρησκευτικοί
πόλεμοι στην
αρχαία Ελλάδα,
αφού όλοι
πίστευαν στην
ίδια θρησκεία,
στο ίδιο
πάνθεον; Όταν
όμως οι Πέρσες
ήρθαν στην
Ελλάδα, έκαψαν
τους ναούς των
ξένων (για
αυτούς) θεών. Το
ίδιο έκαναν και
σε άλλες χώρες
κατακτημένες,
όπου
καταπίεζαν τη
θρησκεία τους.
Το ίδιο έκαναν
και τα
ελληνιστικά
κράτη που
προσπάθησαν να
κάνουν τους
Εβραίους να
απαρνηθούν τη
θρησκεία τους
για χάρη του
εθνισμού, με
αποτέλεσμα
αιματηρούς
πολέμους.
Εξάλλου, οι
Αρχαίοι
Έλληνες ήταν
αυτοί που
θέλησαν να
κάνουν τους
Ιουδαίους με το
ζόρι Εθνικούς,
απαγορεύοντας
με βασιλικό
διάταγμα (Αντίοχος
Δ', 168 π.Χ.) επί ποινή
θανάτου την
ιουδαϊκή
θρησκεία. Πιο
πριν ο
Πτολεμαίος Δ'
έσφαξε 30
χιλιάδες
Εβραίους μη
φειδόμενος τα
γυναικόπαιδα.
Αυτό δεν είναι
θρησκευτικός
πόλεμος; Ούτε
είναι γενικό
χαρακτηριστικό
του
πολυθεϊσμού η
ανεκτικότητα:
στην Ινδία
λόγου χάρη,
όπου υπάρχουν
ένα σωρό θεοί,
κάθε τόσο
σφάζονται οι
αντίπαλοι
πιστοί.
Και
για να έρθουμε
στα δικά μας,
στους
Νεοπαγανιστές
και τους αρχαιο-εθνικιστές
δε φαίνεται να
λέει τίποτα ο
όρος «Ιεροί
Πόλεμοι»˙ ίσως
λόγω έλλειψης
ιστοριογνωσίας.
Ο
Πρώτος Ιερός
Πόλεμος έγινε
μεταξύ 590-589 π.Χ. όταν οι
Δελφοί βρήκαν
πρόφαση ότι οι
Κιρραίοι
φορολογούσαν
τους
προσκηνυτές˙ το
συμβούλιο των
Αμφικτυόνων
κήρυξε ιερό
πόλεμο
εναντίον των
Κιρραίων ως
ασεβών, και
άρχισε φοβερός
και
καταστρεπτικός
πόλεμος,
με αποτέλεσμα
αυτοί να
καταστραφούν. Οι
Κιρραίοι
εξανδραποδίστηκαν,
η χώρα τους
πέρασε από
φωτιά και
σίδηρο, οι
γαίες τους
αφιερώθηκαν
στον Απόλλωνα,
στη Λητώ και
στην Αθηνά
Πρόνοια.
Ο
Δεύτερος Ιερός
Πόλεμος, το 447 π.Χ.
κηρύχθηκε από
τους Δελφούς
κατά των Φωκέων,
υπό την
καθοδήγηση των
Σπαρτιατών.
Αυτόν το
Δεύτερο Ιερό
Πόλεμο τον
προκάλεσαν οι
Φωκείς που
ήθελαν το ιερό
του Απόλλωνα
να ανήκει σε
όλους τους
Φωκείς κι όχι
μόνο στην πόλη
των Δελφών.
Όταν οι Φωκείς
κατέλαβαν το
ιερό, οι Δελφοί
ζήτησαν την
επέμβαση των
Σπαρτιατών. Οι
Σπαρτιάτες
έσπευσαν να
αποκαταστήσουν
τους Δελφούς
στα κυριαρχικά
τους
δικαιώματα επί
του ιερού.
Αμέσως όμως
μόλις ο
σπαρτιατικός
στρατός
αποχώρησε απ’
τους Δελφούς, ο
Περικλής
εξεστράτευσε
με Αθηναίους
και παρέδωσε το
ιερό πάλι στους
Φωκείς.
Ο
Τρίτος Ιερός
Πόλεμος, το 356-346 π.Χ.
Άρχισε όταν οι
Φωκείς
κατέλαβαν το
μαντείο από την
πόλη των Δελφών,
οπότε οι Λοκροί,
οι Θηβαίοι, οι
Θεσσαλοί
κήρυξαν Ιερό
πόλεμο κατά των
ιερόσυλων
Φωκέων οι
οποίοι
νικήθηκαν,
διαλύθηκαν,
εξαναγκάστηκαν
να ζούν σε
χωριά και να
πληρώνουν 60
τάλαντα ανά
έτος. Ο αρχηγός
των Φωκέων
Ονόμαχος
σταυρώθηκε ως
ιερόσυλος (Διόδωρος,
16, 53) και οι
αιχμάλωτοι
φωκείς
στρατιώτες
καταποντίστηκαν
στον
Παγασητικό,
επίσης ως
ιερόσυλοι. Οι
όροι της
συνθήκης ήταν:
Όλοι οι Φωκαείς
αποκλείστηκαν
από τους ιερούς
χώρους των
Δελφών, από
θυσίες, τελετές
κ.λ.π. Το φωκαϊκό «έθνος»
έπαψε ν’
αποτελεί μέρος
της
αμφικτυονίας.
Όλες οι
φωκαϊκές
πόλεις
καταστράφηκαν.
Κανένας
οικισμός δεν
επιτρεπόταν να
είναι άνω των 50
οικογενειών ή
να βρίσκεται σε
απόσταση
μικρότερη των 10
σταδίων από
έναν άλλον. Τα
όπλα των
Φωκαέων
καταστράφηκαν,
τα άλογά τους
εποιήθηκαν
υπέρ του Ιερού,
και οι Φωκαείς
υποχρεώθηκαν
να καταβάλουν 10
χιλιάδες
τάλαντα στο
Μαντείο, 30
τάλαντα ανά
εξαμηνία,
δηλαδή να
εξοφλήσουν το
ποσό σε 167
περίπου χρόνια.
Ώς τότε,
σύμφωνα με τη
συνθήκη δεν θα
μπορούσαν να
αποκτήσουν
όπλα κι άλογα.
Ο
Τέταρτος Ιερός
Πόλεμος, το 339 π.Χ.
άρχισε όταν οι
Λοκροί της
Άμφισσας αυτή
τη φορά
καταπάτησαν τη
γή του μαντείου.
Εναντίον τους
κηρύχθηκε
Ιερός Πόλεμος,
και η Άμφισσα
καταστράφηκε.
Τέλος,
ως
αιτία της
Πανελλήνιας
εκστρατείας
κατά των Περσών,
ο Φίλιππος
ανέφερε την
τιμωρία των
Περσών για τις
καταστροφές
ελληνικών
ιερών από τον
Ξέρξη (Διόδωρος,
16, 89, 2: καὶ
λαβεῖν παρ’
αὐτῶν δίκας
ὑπὲρ τῆς εἰς
ἱερὰ
γενομένης
παρανομίας).
Προς
αποφυγή
παρεξηγήσεων
να τονιστεί ότι
ο όρος «Ιεροί»
Πόλεμοι για
τους
προαναφερθέντες
πολέμους δεν
πρωτοχρησιμοποιήθηκε
από
χριστιανούς,
αλλά από τους
ίδιους τους
αρχαίους
Έλληνες, τόσο
της κλασσικής
εποχής, όσο και
της ρωμαϊκής (π.χ.
Καλλισθένη,
Παυσανία).
Δίχως άλλο, δεν
υπήρξε Ιερός
Πόλεμος στην
Αρχαία Ελλάδα.
Για να το λένε
οι
Νεοπαγανιστές,
κάτι παραπάνω
θα ξέρουν.
Ορισμένοι θα
ισχυριστούν,
ότι οι παραπάνω
πόλεμοι δεν
ήταν ούτε ιεροί
ούτε
θρησκευτικοί,
διότι ήταν
απλώς διαμάχες
πόλεων-κρατών
κι όχι
θρησκευτικές
σταυροφορίες,
σε αντίθεση με
τους
χριστιανικούς
πολέμους. Κατ’
αρχήν, όσον
αφορά τον μόνο
αληθινό
Χριστιανισμό,
την Ορθοδοξία,
δεν υπήρξε
κανείς
θρησκευτικός
πόλεμος.
Ο
πατριάρχης επί
βασιλείας
Νικηφόρου Φωκά
αρνήθηκε να
ανακηρύξει
αγίους όσους
σκοτώνονταν
στις μάχες που
έδινε ο
βυζαντινός
στρατός
λέγοντας πως «κανένας
πόλεμος δεν
είναι ιερός». Το
ορθόδοξο
Βυζάντιο – στο
βαθμό που
πραγμάτωνε την
Ορθοδοξία –
ποτέ δεν
πολέμησε κατά
των Αράβων ή
των Περσών λόγω
θρησκευτικών
αιτιών. Οι
Πέρσες
κατέλαβαν την
Αίγυπτο και την
Μ. Ανατολή από
το Βυζάντιο, με
αποτέλεσμα
αυτό να
εκστρατεύσει
με σκοπό την
ανακατάληψη
των χαμένων
επαρχιών του.
Φυσικά, οι
Πέρσες είχαν
πάρει τον Τίμιο
Σταυρό, αλλά
δεν ήταν αυτή η
κλοπή αιτία των
εκστρατειών
του Ηρακλείου.
Και με τους
Άραβες, το
Βυζάντιο δεν
επεδίωξε
θρησκευτικό
πόλεμο. Υπήρξαν
μεγάλες
χρονικές
περίοδοι
ειρήνης μεταξύ
Ορθοδόξων και
Μουσουλμάνων.
Ούτε οι
εκστρατείες
του Ιωάννη
Τσιμισκή και
Νικηφόρου Φωκά
θεωρούνται «σταυροφορίες»
και «ιεροί
πόλεμοι», αφού ο
σκοπός τους
ήταν να
απελευθερώσουν
από την αραβική
κατοχή την Μ.
Ανατολή και την
Ανατολική Μ.
Ασία. Εάν το
Βυζάντιο
βρισκόταν σε «ιερό
πόλεμο» κατά
του Ισλάμ, τότε
αυτή θα ήταν
διαρκής
κατάσταση, το
Βυζάντιο δεν θα
επέτρεπε ποτέ
χτίσιμο
τζαμιών στην
Κωνσταντινούπολη
τον 8ο και 10ο
αιώνα, για χάρη
των
μουσουλμάνων
επισκεπτών της.
Το Βυζάντιο
πολεμούσε τους
Άραβες
χαλίφηδες ως
κράτος
εναντίον
κράτους, όχι ως
Ορθοδοξία κατά
Ισλάμ. Κατά τον
ίδιο τρόπο, το
Βυζάντιο
πολεμούσε τους
Βουλγάρους ως
κράτος
εναντίον
κράτους κι όχι
ως... Ορθοδοξία
κατά
Ορθοδοξίας.
Ακόμη
κι οι αιρετικές
Σταυροφορίες,
σκοπό δεν είχαν
να
εκχριστιανίσουν
τους
μουσουλμάνους
κατοίκους της Μ.
Ανατολής, αλλά
να εκδιώξουν
τους Άραβες από
την Παλαιστίνη.
Δεν έγιναν
αυτοί οι
θρησκευτικοί
πόλεμοι λόγω
θεολογικών
διαφορών
μεταξύ Δυτικών
και Αράβων,
αλλά επειδή οι
προσκυνητές
στους Άγιους
Τόπους
καταπιέζονταν.
Το ζήτημα
βεβαίως δεν
αφορά την
Ορθοδοξία.
Οι διαμάχες
μεταξύ Παπικών
και
Προτεσταντών
δεν αφορούν την
Ορθοδοξία. Στο
Βυζάντιο δεν
υπήρξε
εμφύλιος
πόλεμος λόγω
της
Εικονομαχίας.
Αρνούνταν
βεβαίως οι
εικονολάτρες
να αποδεχτούν
τα διατάγματα
των
εικονομάχων
Αυτοκρατόρων,
αλλά δεν
χωρίστηκε το
κράτος σε δύο
τμήματα.
Αν συγκρίναμε
τους
αιρετικούς
πολέμους και
σταυροφορίες
με τους
αρχαιοελληνικούς
ιερούς
πολέμους, οι
σταυροφορίες
είναι εγγύτερα
στους «Ιερούς
Πολέμους»,
διότι έγιναν
για την κατοχή
του ιερού
εδάφους των
Δελφών.
31.
"Η θεοποίηση
ανθρώπων δεν
ήταν
αρχαιοελληνικό
φαινόμενο. Την
έφερε από την
Ασία ο
Αλέξανδρος. Δεν
είναι κάτι, για
το οποίο πρέπει
να κατηγορηθεί
η
κοσμοαντίληψη
των Εθνικών της
αρχαίας
Ελλάδας.
Ειδικότερα, ο
Αλέξανδρος
είναι ηθικά
υπόλογος, διότι
ουσιαστικά
εξασιάτισε την
Ελλάδα (και δεν
εξελληνίστηκε
η Ασία), αφού με
τη θεοποίησή
του οδήγησε στο
φαινόμενο οι
μετέπειτα
μονάρχες αλλά
και ο λαός να
θεωρούν
φυσιολογικό ο
μονάρχης να
είναι ζώντας
θεός".
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Είναι
γεγονός ότι η
αυτοθεοποίηση
του Μέγα
Αλέξανδρου
είναι κάτι το
αρνητικό και
από αυτόν
πρωτοάρχισαν
να
θεοποιούνται
οι
ελληνιστικοί
βασιλείς και
μετά οι Ρωμαίοι
αυτοκράτορες.
Είναι το μόνο
αρνητικό ίσως
που μπορεί ν’
αποδοθεί στον
Μεγαλέξανδρο,
και είναι αυτός
που «εγκαινίασε»
το έθιμο αυτό.
Όμως τα
πράγματα είναι
πιο περίπλοκα,
απ’ όσο
πιστεύουν οι
Νεοπαγανιστές:
Στην
ειδωλολατρική
αρχαιότητα ως
γνωστόν η
έννοια του «θεού»
και του «θείου»
δεν
προσδιορίζονταν
από το «απόλυτο»
ή το «άπειρο»,
όπως στον
Χριστιανισμό.
Οι
ειδωλολατρικοί
μυθολογικοί
θεοί δεν ήταν «τέλειοι»
ούτε ήταν το
Απόλυτο. Ήταν
ατελείς, και
αυτό που τους
χαρακτήριζε,
πέραν της
αθανασίας, ήταν
ότι το «θείο»
σήμαινε απλώς
το «πάνω από τον
άνθρωπο» και τα
ανθρώπινα
μέτρα και
δυνάμεις. Ο
Δίας π.χ. δεν
ήταν πάνσοφος,
δηλαδή τέλειος,
αλλά ήταν απλώς
σοφότερος από
τους ανθρώπους.
Έτσι, ο «θεός» για
τους
Ειδωλολάτρες
ήταν κάτι απλώς
πέρα από τον
άνθρωπο, κι όχι «το»
τέλειο. Υπό
αυτήν την
αντίληψη για το
θείον, η
λατρεία
κάποιων
ανθρώπων ως
θεών δεν
φαντάζει
παράξενη ή
καταδικαστέα.
Έτσι κι αλλιώς
οι βασιλείς
ήταν κατά
κάποιον τρόπο «πάνω
από τους (υπόλοιπους)
ανθρώπους»˙
πιο δυνατοί.
Μπορούσαν
έτσι να
θεοποιηθούν.
Αθάνατοι δεν
ήταν βέβαια,
αλλά με λίγες
ειδωλολατρικές
θεωρίες περί
μετενσάρκωσης,
και με λίγη
αρχαία
φιλοσοφική
σάλτσα, όλα
λυνόταν. Δεν
υπήρχε
πρόβλημα για
τον υπόλοιπο
κόσμο. Απλώς
έπρεπε να
αποδεικνύουν (π.χ.
στους πολέμους)
ότι ήταν θεοί,
δηλαδή
ανίκητοι. Το αν
ο «θεός» κατέχει
την τελειότητα
ή όχι, κάνει τη
διαφορά που
επιτρέπει ή
απαγορεύει την
θεοποίηση
ανθρώπων.
Βλέπουμε
δηλαδή, πως η
παγανιστική
αντίληψη ότι ο «θεός»
δεν είναι «τέλειος»,
οδηγεί σε
θεοποίηση των
πιο ισχυρών,
των πιο δυνατών
ανθρώπων.
Από
το «θεός =
ανώτερο από
τους ανθρώπους
ον (αλλά όχι
τέλειο)» ώς το «θεός
= ανώτερο από
τους κοινούς
ανθρώπους ον» η
απόσταση είναι
πολύ μικρή.
Αυτό απεδείχθη
στην πράξη, και
αυτή η απόδειξη
της Ιστορίας
κάνει περιττή
οποιανδήποτε
άλλη.
Δεν
διέπραξε ο
Μεγαλέξανδρος
κάτι
εξωφρενικό, αν
κρίνουμε τη
θεοποίησή του
από
παγανιστική
οπτική. Αλλά
από
Χριστιανική
είναι παράλογο,
αφού μόνο ο
Θεός είναι
Τέλειος και
Απόλυτο και τού
αποδίδεται ο
χαρακτηρισμός
θεός. Κάτι που
πάντα ξεχνούν
οι
Νεοπαγανιστές
που
κατακρίνουν
τον
Μεγαλέξανδρο
είναι πως μόνο
οι Χριστιανοί
τόλμησαν
έμπρακτα (κι
όχι με
φιλοσοφικά
υποννοούμενα
και αστειάκια)
να αρνηθούν
στους
αυτοκράτορες
το «δικαίωμα» να
λέγονται θεοί.
Οι
Ειδωλολάτρες,
με την
απαράδεκτη
ιδέα ότι ο θεός/θεοί
δεν είναι
τέλειος, ούτε
που σκέφτηκαν
να πράξουν ό,τι
οι Χριστιανοί.
Η
σχετική κραυγή
των φιλάθλων ή
άλλων προς τα
αθλητικά και
όχι μόνο είδωλά
τους «είσαι
θεός»
αποδεικνύει
πόσο εύκολα
κάποιος
άνθρωπος που
είναι
ασυναγώνιστα
ανώτερος από
τους κοινούς
θνητούς σε κάτι,
μπορεί να λάβει
το
χαρακτηρισμό «θεός».
Μόνο που σήμερα
δεν
κυριολεκτούν,
διότι «θεός»
σημαίνει το
τέλειο ον˙ ενώ
στην
παγανιστική
αρχαιότητα το
εννοούσαν,
επειδή το θεός
σήμαινε απλώς
το «παραπάνω
από τους (κοινούς
ή τους
περισσότερους)
ανθρώπους» ον – η
παρένθεση
υπονοείται.
«Ότι
η ελληνιστική
προσωπολατρία
ήταν πάντοτε
ανειλικρινής –ότι
ήταν ένα
πολιτικό κόλπο
και τίποτε
περισσότερο-,
κανένας, νομίζω
δεν θα το
πιστέψει από
αυτούς που
παρατηρούν
στην εποχή μας
να αυξάνει
συνεχώς η
μαζική
κολακεία προς
τους
δικτάτορες,
τους
βασιλιάδες, κι
όταν αυτοί
ελλείπουν,
στους αθλητές»
(E.R. Dodds, Οι Έλληνες
και το παράλογο,
εκδ. Καρδαμίτσα,
σ. 152).
Όπως
και να ‘χει,
είναι
ανιστόρητο
επιχείρημα, οι
Νεοπαγανιστές
να
ισχυρίζονται
πως η θεοποίηση
του ηγεμόνα δεν
είναι
αρχαιοελληνικό
και
παγανιστικό
έθιμο. Το τι
είναι ή τι δεν
είναι
αρχαιοελληνικό,
δε θα μάς το
πουν δυο-τρεις «Νεοπαγανιστές»,
που
εμφανίστηκαν
ως
Νεοπαγανιστές
τη δεκαετία του
1990, αλλά η αρχαία
ελληνική
ιστορία.
Θεοποιήσεις
γινόταν στον
αρχαίο
ελληνικό κόσμο
από τον 4ο π.Χ.
αιώνα ώς τον 4ο
μ.Χ. αιώνα,
δηλαδή επί 700
περίπου χρόνια.
«Μικρό
διάστημα»,
βεβαίως!
Ουδόλως
αντιπροσωπευτικό
του αρχαίου
ήθους και
πολιτισμού! «Λεπτομέρειες»!
Τέτοια λεν οι Ν/Π
για να
δικαιολογήσουν
τα
αδικαιολόγητα
και τα προφανή.
Ωστόσο, η
θεοποίηση του
ηγεμόνα είναι
καθαρώς
ειδωλολατρικό
φαινόμενο και,
εφόσον γινόταν
επί 700 έτη
περίπου στον
αρχαιοελληνικό
κόσμο, είναι
αρχαιοελληνικότατο,
ακόμη κι αν δεν
έχει
αρχαιοελληνική
προέλευση. Δεν
χρειάζεται μια
παράδοση να
έχει μυκηναϊκή
ή αρχαϊκή
προέλευση, για
να είναι
αρχαιοελληνική.
Αφού οι
Ειδωλολάτρες
της
Αρχαιότητας το
δέχτηκαν και
κανείς δεν
αντέδρασε,
είναι
αντιφατικό να
εμφανίζονται
έπειτα από 20
αιώνες κάποιοι,
που θέλουν να
είναι
συνεχιστές των
αρχαίων
Ειδωλολατρών
και ταυτόχρονα
να είναι
ενάντιοι στην
ειδωλολατρική
παράδοση της
αρχαιότητας.
Άλλωστε και
πριν τον
Αλέξανδρο
θεοποιούνταν (απλώς
μεταθανάτια
μόνο) οι
ολυμπιονίκες
και άλλοι. Από
πού κι ώς πού
πεθαμένοι
ανακηρύσσονταν
«φυσικές
δυνάμεις»;
Όσο
για τον Μέγα
Αλέξανδρο, τον
οποίο
συκοφαντεί και
βρίζουν
ορισμένοι
Νεοπαγανιστές,
αναφορικά με τη
θεοποίησή του,
θα πούμε πως
όταν αυτός είχε
γίνει
κοσμοκράτορας
και τον
κολάκευαν στην
Ασία και τον
έλεγαν θεό,
έλεγε στους
Έλληνες του
περιβάλλοντός
του με κάποια
αστειότητα, ότι
από δυό
τεκμήρια είναι
σίγουρος ότι
δεν είναι θεός˙
από το ότι
κοιμάται και το
ότι
συνουσιάζεται (Πλούταρχου
Αλέξανδρος 22, 6).
Έδειξε έτσι ο
Αλέξανδρος
πόσο
περιφρονούσε
τους θεούς (που
συνουσιάζονταν
και κοιμούνταν,
όπως οι θνητοί)
τους οποίους
θέλουν να
επαναφέρουν οι
Νεοπαγανιστές,
αλλά και την
υψηλότατη (αν
και
προχριστιανική)
θεολογία του (θα
τον είχε
διδάξει,
ασφαλώς, αυτά ο
Αριστοτέλης).
Επίσης έδειξε
πόσο σοβαρά
πίστευε τα περί
θεοποιήσεώς
του.
32.
"Η
αρχαία Ελλάδα
ήταν
θρησκευτικώς
ανεκτική, ενώ
το Βυζάντιο και
οι Χριστιανοί,
ως μονοθεϊστές,
ήταν μη
ανεκτικοί".
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:Αφού οι αρχαίοι Έλληνες ήταν θρησκευτικώς ανεκτικοί, γιατί οι δούλοι έπρεπε να έχουν την θρησκεία των κυρίων τους (αλλάζοντας υποχρεωτικά θεούς και λατρεία κάθε φορά που πωλούνταν σε άλλο κύριο); Αφού οι αρχαίοι Έλληνες ήταν ανεκτικοί θρησκευτικώς, γιατί δεν μπορούσε μια θεότητα ξένη, δηλαδή όχι θεότητα της πόλης-κράτους, να έχει ναό κτισμένο, αλλά έπρεπε ειδική επιτροπή της πόλεως να συνεδριάσει πρώτα για να συζητήσει άν έπρεπε να επιτραπεί χτίσιμο ναού ξένης θεότητας; Αφού η αρχαία Ελλάδα ήταν θρησκευτικώς ανεκτική, γιατί τιμωρούνταν βαρύτατα όσοι πολίτες αμελούσαν τα λατρευτικά τους καθήκοντα προ